» Από την αποδιοργάνωση στην κατάργηση
Κύριε διευθυντά,
ενώ υπάρχουν οι υλικές δυνατότητες, το έµψυχο επιστηµονικό δυναµικό, η αλµατώδης ανάπτυξη της επιστήµης και των γνώσεων, τα ειδικά σχολεία είναι λίγα και ακατάλληλα, µε υπερπλήρη µαθητικό πληθυσµό και άρα αναποτελεσµατικά και κατά περίπτωση επικίνδυνα για µαθητές και εργαζόµενους. Ας µη ξεχνάµε τις ιδιαιτερότητές τους.
Με αυτό το χάσµα, µεταξύ των υπαρκτών δυνατοτήτων και της ίδιας της επιστηµονικής πραγµατικότητας και παιδαγωγικής πρακτικής , αναµετριέται καθηµερινά όλο το προσωπικό στα ειδικά σχολεία προσπαθώντας σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο της υποβάθµισης, να προσφέρει στους µαθητές ο,τι καλύτερο.
Οι γονείς, οι οικογένειες των µαθητών από την άλλη, φορτώνονται στην κυριολεξία τις συνέπειες αυτής της υποβάθµισης, καθώς µετακυλίεται στις πλάτες τους η ευθύνη φροντίδας και ανατροφής των παιδιών. Με την µεγάλη αγωνία να αφορά στο ίδιο το µέλλον τους, όταν οι ίδιοι δεν θα είναι στο πλευρό τους για να τα στηρίζουν.
Με αυτή την πραγµατικότητα, της υποβάθµισης και της υποστελέχωσης αναµετριέται και το προσωπικό στα γενικά σχολεία πρωτοβάθµιας και δευτεροβάθµιας, καθώς οι δοµές της ειδικής και το προσωπικό τους δεν καλύπτουν τις ανάγκες, ενώ οι εργαζόµενοι σε αυτά είναι σε µεγάλο ποσοστό αναπληρωτές.
Να το πούµε όµως εξ αρχής, το ζήτηµα της ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης, συνδέεται άρρηκτα µε τον σχεδιασµό της οικονοµίας, και ποιόν αυτή υπηρετεί.
Στην κοινωνία και την οικονοµία που µέτρο προόδου είναι η επίτευξη του κέρδους των οµίλων και οι απαιτήσεις των διακρατικών καπιταλιστικών σχηµατισµών και όχι η ικανοποίηση των διευρυµένων κοινωνικών αναγκών µε µέτρο τον άνθρωπο, δεν µπορεί παρά ο χώρος των µαθητών µε αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, να αντιµετωπίζεται είτε σαν βάρος είτε σαν ευκαιρία για κέρδος.
Αυτή δυστυχώς, είναι η πραγµατικότητα και η προοπτική εντός των τειχών της κοινωνίας της καπιταλιστικής ανάπτυξης και της ΕΕ, για τα παιδιά µε ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες και τις οικογένειές τους.
Γι’ αυτό και η προβολή της φιλανθρωπίας, των ΜΚΟ, των ΚΟΙΝΣΕΠ, σε αυτό τον ευαίσθητο τοµέα, είναι γενικευµένη και δεν µας εντυπωσιάζει.
Γι αυτό και οι δηµόσιες κρατικές δοµές στον τοµέα της διάγνωσης, θεραπείας, αποκατάστασης, και εκπαίδευσης είναι κραυγαλέα ελλειµµατικές, µε τον ιδιωτικό τοµέα να ανθεί και να είναι κερδοφόρος.
Και εδώ λοιπόν ατοµική ευθύνη!
Τα άτοµα µε αναπηρία αφορούν στο 16% του συνολικού πληθυσµού µε αυξητική, τάση. Τα άτοµα µε αναπηρία και οι οικογένειές τους αναδεικνύονται µε διαφορά συνήθως οι φτωχότεροι µεταξύ των φτωχών, σε επίπεδο εισοδήµατος, υλικών συνθηκών διαβίωσης και συµµετοχής στην εργασία. Στο µέσο όρο της ΕΕ εργάζεται µόλις το 45% των αναπήρων, στην Ελλάδα το ποσοστό είναι στο 36%, και αµείβονται µε χαµηλότερους µισθούς.
Επίσης σε σχέση µε τον εκπαιδευτικό σχεδιασµό των χωρών της ΕΕ: αν και έχει υιοθετηθεί στα επίσηµα κείµενα τους το συµπεριληπτικό µοντέλο εκπαίδευσης, το «ένα σχολείο για όλους», αυτό δεν υλοποιείται µε ενιαίο τρόπο, µε ενιαία κριτήρια.
Με την πανσπερµία εκπαιδευτικών πολιτικών, κάτω από την γενική οµπρέλα της συµπερίληψης είναι σχεδόν αδύνατο να κάνεις µία ουσιαστική αποτίµηση των αποτελεσµάτων φανερώνοντας ότι το πρόκριµα της συµπεριληπτικής εκπαίδευσης, είναι αποτέλεσµα θεωριών παρά επιστηµονικών δεδοµένων και τεκµηρίωσής της µε βάση την αποτελεσµατικότητά της.
Με αυτό το δεδοµένο, η σηµαία της «ένταξης ή της «συµπερίληψης» που σηκώνουν υποκριτικά η ΕΕ και οι κυβερνήσεις χρόνια τώρα, στην πραγµατικότητα αποτελεί όχηµα για παραπέρα περιθωριοποίηση των µαθητών αυτών και, φυσικά, αφήνει το µεγαλύτερο αποτύπωµά της, την βαθύτερη ταξική έκφραση σε αυτά που ανήκουν στις εργατικές – λαϊκές οικογένειες.
Η πολιτική της δήθεν «ένταξης», που είναι και κυρίαρχη, (γι’ αυτό πάντως και ασκείται έντονη κριτική από επιστήµονες, γονιούς, αλλά και κόµµατα, όχι πάντως του ευρωµονόδροµου), είναι αντεπιστηµονική και εν τέλει αντιδραστική, αφού δεν διασφαλίζει καµία από τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την ολόπλευρη στήριξη του παιδιού (µορφωτική, σωµατική, συναισθηµατική).
Το ερώτηµα, λοιπόν, «ένταξη» ή «γκετοποίηση» είναι ψευτοδίληµµα.
Και οι δύο αντιλήψεις, επενδυµένες µε επιστηµονικό µανδύα, απαλλάσσουν τις εκάστοτε κυβερνήσεις από την υποχρέωση να ασχοληθούν επιστηµονικά µε την κάθε κατηγορία χωριστά, παραπέρα, να εξειδικεύσουν την προσέγγιση για κάθε περίπτωση εξατοµικεύοντας, στη βάση των δυνατοτήτων και ικανοτήτων του κάθε µαθητή και φυσικά όλο αυτό το πλαίσιο να χρηµατοδοτηθεί γενναία, να στηριχτεί από όλες τις αναγκαίες ειδικότητες, στο κατάλληλο σχολικό πλαίσιο, µε τα ανάλογα µέσα.
Και οι δύο αντιλήψεις αντικειµενικά αποστασιοποιούνται από το κύριο και βασικό ζήτηµα, ότι, δηλαδή, η ίδια η καπιταλιστική κοινωνία δεν θέλει, γι’ αυτό δεν µπορεί, να δώσει επιστηµονική ολοκληρωµένη απάντηση στην ολόπλευρη προετοιµασία τους, για την πραγµατική ένταξη των παιδιών στην ίδια την ζωή, γιατί τα αντιµετωπίζει ως βάρος και κόστος».
Σε συνέχεια αυτής της πολιτικής ισοπεδώνονται οι δυο ενταξιακοί θεσµοί της Παράλληλης Στήριξης και των Τµηµάτων ΄Ενταξης, διαφορετικοί στη λογική και φιλοσοφία τους σε µια νεφελώδη αντίληψη συµπερίληψης, µε το ΚΕ∆ΑΣΥ (άλλο χάος στη λειτουργία του και µε υποβαθµισµένο παιδαγωγικό του ρόλο), να µην ορίζει πλέον ώρες στήριξης στις αξιολογικές του εκθέσεις κατά υπουργική επιταγή.
Ο εκπαιδευτικός ειδικής Αγωγής θα διαθέτει το πολύ πέντε ώρες την εβδοµάδα ανά µαθητή ,από εικοσιπέντε που ίσχυε ως τώρα και πιθανώς να καλύπτει και άλλες ελλείψεις του ωρολόγιου προγράµµατος. Γυρολόγος πασαλείµµατος δηλαδή !
Σχολικές δοµές όπως τα ΣΜΕΑΕ, τα ΕΝΕΕΓΥΛ και τα ΕΕΕΕΚ ,τα ΕΙ∆ΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ, βρίσκονται ήδη σε δυσχερή θέση, υποστελεχωµένα, µε σοβαρές ελλείψεις εξοπλισµού και ανεπαρκές πλαίσιο λειτουργίας και στα Χανιά να αντιµετωπίζουν εκρηκτικά προβλήµατα.
Η αύξηση του χιλιοµετρικού ορίου στα 3 χιλιόµετρα για µεταφορά µαθητών µε αναπηρία και µαθητών που µετακινούνται µε πούλµαν έχει δηµιουργήσει επιπρόσθετα εµπόδια στην πρόσβαση στο σχολείο.
Την ίδια στιγµή, η εγκύκλιος 49942/∆3/08-05-2025 επιβάλλει ότι δεν µπορεί να εγκριθεί πάνω από µία µορφή στήριξης για το ίδιο παιδί στο ίδιο σχολικό έτος, άσχετα µε το αν το χει ανάγκη.
Αντίθετα θα πρέπει να κυριαρχήσει η αντίληψη, µα και να αποτελέσει θέση τις διεκδικήσεις µας το ότι: οι µαθητές µε αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες συνολικά χρειάζονται θετικά άνιση µεταχείριση προκειµένου να αναπληρώσουν το «έλλειµµα» που γεννά η δυσκολία από την αναπηρία, που ως τέτοια παραµένει, εφ’ όρου ζωής, και µάλιστα για τις πιο βαριές περιπτώσεις αναπηρίας είναι ανάγκη να προσφέρεται εφ’ όρου ζωής και στην ενήλικη ζωή τους.
Έτσι, να παλεύουµε για την εξασφάλιση όλων των επιστηµονικών όρων και προϋποθέσεων ώστε µε βάση την πρόοδο και τις δυνατότητες τις επιστήµης αυτές να προσφέρονται σε όλους τους µαθητές µε αναπηρία ή/και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, όπως είναι:
• Πρώιµη διάγνωση και πρώιµη παρέµβαση πριν από την είσοδο του παιδιού στην σχολική εκπαίδευση, από δηµόσια διαγνωστικά κέντρα που δε θα περιορίζονται στο ιατρικό θεραπευτικό τοµέα αλλά θα πλαισιώνονται από ειδικότητες ώστε να προσδιορίζουν και το παιδαγωγικό πλαίσιο παρέµβασης. Με την έγκαιρη έναρξη της παρέµβασης µπορούµε να µετρήσουµε πολλαπλάσια θετικά αποτελέσµατα.
• ∆ιευρυµένο δηµόσιο και δωρεάν δίκτυο όλων των αναγκαίων ειδικών δοµών, ειδικά σχολεία και τµήµατα ένταξης, αλλά και της παράλληλης στήριξης για όσα παιδιά και για όσες ώρες το έχουν ανάγκη. Με ιδιαίτερη φροντίδα στις δοµές προσχολικής που προηγούνται της σχολικής ένταξης, αφού δεν προβλέπεται απολύτως κανένα πλαίσιο για τα µικρά παιδιά, όπως για παράδειγµα παιδικοί σταθµοί µε ειδικό παιδαγωγικό προσωπικό.
• Μόνιµο προσωπικό όλων των αναγκαίων ειδικοτήτων για να προσφέρουν την γνώση τους µε σύγχρονους όρους εργασίας (ειδικοί παιδαγωγοί, ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί, λογοθεραπευτές, εργοθεραπευτές, φυσικοθεραπευτές, βοηθητικό προσωπικό καθαριότητας κλπ).
• Σύγχρονα επιστηµονικά προγράµµατα που να υποστηρίζουν και να συγκεκριµενοποιούν, να εξατοµικεύουν το επιστηµονικό/ παιδαγωγικό πλαίσιο παρέµβασης για κάθε µαθητή ανάλογα την αναπηρία ή/και την ειδική εκπαιδευτική ανάγκη. ∆ιάθεση κάθε επιστηµονικού, τεχνολογικού εργαλείου ή µέσου που έχει δηµιουργηθεί για την υποστήριξη του έργου της ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης.
• Περιεχόµενο σπουδών στο σχολείο που να προετοιµάζει το µαθητή µε την ολόπλευρη ανάπτυξή του, τις αναγκαίες επαγγελµατικές γνώσεις για την ένταξη στην κοινωνία, στην ζωή, την παραγωγή µε σύγχρονα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώµατα.
Ζώης Σταύρος
συνταξιούχος δάσκαλος


