Κύριε διευθυντά,
µια σειρά γεγονότων το τελευταίο διάστηµα έρχονται να εντείνουν την πεποίθηση µεγάλου µέρους της κοινωνίας ότι η διαφθορά τείνει να παγιωθεί ως νέα κανονικότητα και ότι η αναζήτηση στοιχειώδους θεσµικής εντιµότητας, γίνεται από αυτονόητη προϋπόθεση σε πολιτικό ζητούµενο. Ο ορυµαγδός των εξελίξεων αποτελεί κυριολεκτικά την ύλη της κρίσης εµπιστοσύνης προς του θεσµούς, προς την λογοδοσία, προς το πολιτικό σύστηµα εν γένει.
Από τις θλιβερές εικόνες που συνοδεύουν στην δίκη των Τεµπών, οι οποίες σε κάνουν να αναρωτιέσαι αν το κράτος µπορεί στοιχειωδώς να οργανώσει το χώρο της δικαιοσύνης, µέχρι τις καταδίκες για το σκάνδαλο των υποκλοπών και τις συγκλονιστικές δηλώσεις των βασικών «παικτών» της υπόθεσης, η οποία µάλιστα έφτασε µέχρι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, διαµορφώνεται ένα πεδίο ισχυρής θεσµικής αστάθειας. Και σαν να µην έφτανε αυτό, νέα δικογραφία στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ διαβιβάστηκε στην Βουλή από την Ευρωπαική εισαγγελία, µε αναφορά σε 11 βουλευτές της Νέας ∆ηµοκρατίας, πράγµα που οδήγησε ήδη σε παραιτήσεις και αντικαταστάσεις υπουργών.
Σε αυτό το σηµείο ωστόσο θα ήταν σηµαντικό να γίνει µια επισήµανση. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι η πρώτη που άσκησε εξουσία µετά από την έξοδο της χώρας από τα µνηµόνια. Υπό αυτό ακριβώς το πρίσµα, η κυρίαρχη υπερασπιστική γραµµή της κυβέρνησης η οποία επικαλείται την διαχρονικότητα των παθογενειών, υπολείπεται ουσιαστικού περιεχοµένου αδυνατώντας να ανταποκριθεί στο βάρος του πολιτικού διακυβεύµατος. Από τα στοιχεία που έχουν έρθει περίπου ένα χρόνο τώρα στη δηµόσια σφαίρα (αλλά και σε όλη την διάρκεια των δυο περιόδων της κυβερνητικής θητείας), παρατηρούµε την αναπαραγωγή ενός αποτυχηµένου µοντέλου διακυβέρνησης, το οποίο στο παρελθόν οδήγησε τη χώρα σε βαθιά κρίση και χρεοκοπία. Η πραγµατικότητα αυτή αποδοµεί πλήρως το αφήγηµα του πρωθυπουργού-µεταρρυθµιστή εκθέτοντας την πλαστότητα της εικόνας του. Την εικόνα αυτή άλλωστε ακυρώνουν οριστικά και οι κυνικές δηµόσιες τοποθετήσεις σηµαινόντων κυβερνητικών στελεχών τις τελευταίες µέρες, οι οποίες αποτελούν ευθεία παραδοχή πελατειακών σχέσεων, και οι οποίες όχι µόνο επιβεβαιώνουν την εκτροπή αλλά συνοδεύονται και από µια προκλητική απαξίωση της σοβαρότητα του θεσµικού τους ατοπήµατος.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, παγιωµένης δυσπιστίας, αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρεµβάσεις που επιχειρούν να υπερβούν την καταγγελία και να αρθρώσουν ένα συνεκτικό πολιτικό σχέδιο. Σε αυτή τη κατεύθυνση, η πρόσφατη επανεµφάνιση του Αλέξη Τσίπρα στην εκποµπή του Νίκου Χατζηνικολάου, έχει ενδιαφέρον όχι µόνο ως προς το γεγονός καθαυτό αλλά και ως ενδεικτικό παράδειγµα µιας διαφορετικής πολιτικής προσέγγισης. Η τοποθέτηση του δεν εξαντλήθηκε σε µια αγανακτισµένη καταγγελία, αλλά πέτυχε µε την αντιστοίχιση δύο περιόδων και την παράθεση συγκεκριµένων προτάσεων, να µετατρέψει την αντίθεση «διαφθοράς-εντιµότητας» σε ένα αναγκαίο πολιτικό σχέδιο. Η παραδοχή λαθών και η ανάληψη ευθύνης επίσης, σε µια σειρά από κρίσιµες επιλογές, σε µια εποχή που το σύνηθες είναι να αποφεύγεται η λογοδοσία για τις πράξεις των πολιτικών, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα διαφορετικό πρότυπο πολιτικής που µοιάζει να έχει ξεχαστεί.
Την ίδια στιγµή, ο κυκεώνας των απευθείας αναθέσεων και των πρακτικών περιορισµένου ανταγωνισµού, που αναδείχθηκε µέσα από τη συστηµατική έρευνα της αντιπολίτευσης και των δηµοσιογράφων, έχει κλονίσει συθέµελα την εµπιστοσύνη στις δηµόσιες διαδικασίες. Ακριβώς για αυτό το λόγο αποκτούν ιδιαίτερη σηµασία οι προτάσεις που επιχειρούν να µετατρέψουν την εντιµότητα από γενική αξιακή αναφορά σε λειτουργικό εργαλείο. Η πρόταση για παράδειγµα που αναφέρθηκε από τον πρώην πρωθυπουργό, ως αποτέλεσµα µελέτης του Ινστιτούτου του, για ενοποίηση των ψηφιακών συστηµάτων δηµοσίων συµβάσεων και η αξιοποίηση της Τεχνητής Νοηµοσύνης για την ανίχνευση ύποπτων πρακτικών συνιστούν µια τέτοια προσέγγιση, δηλαδή µια προσπάθεια να περάσει η διαφάνεια από το επίπεδο της τυπικής συµµόρφωσης σε εκείνο της πρόληψης.
Η ίδια λογική οφείλει να επεκταθεί και στο ζήτηµα του ιδιωτικού χρέους. Με τα «κόκκινα δάνεια» που διαχειρίζονται οι servicers να πλησιάζουν τα 80 δισ. ευρώ, η χώρα χρειάζεται δίκαιους κανόνες επαναγοράς και προστασία της πρώτης κατοικίας. Ταυτόχρονα, πρέπει να υπάρξει καθαρή και επαρκής αιτιολόγηση γιατί αξιοποιήθηκαν ελάχιστοι πόροι από το ταµείο ανάκαµψης για την δηµόσια στέγη και γιατί δεν υπήρξε ουσιαστική προσπάθεια οικοδόµησης σοβαρής µακροπρόθεσµης στεγαστικής πολιτικής, σε µια περίοδο όπου όλο και περισσότερες χώρες αναδεικνύουν το ζήτηµα σε κεντρική προτεραιότητα.
Όλα τα παραπάνω, µαζί µε ένα ενισχυµένο δηµόσιο σύστηµα υγείας και µια βιώσιµη ενεργειακή ανάπτυξη που θα περιορίζει τις ολιγοπωλιακές στρεβλώσεις της αγοράς, συνθέτουν την ανάγκη για ένα «σοκ εντιµότητας», όπως ανέφερε και ο πρώην πρωθυπουργός, και η σύνδεσή του µάλιστα µε συγκεκριµένα εργαλεία ως ένα µακρόπνοο πολιτικό σχέδιο. Σε µια συγκυρία όπου η εµπιστοσύνη στους θεσµούς έχει κλονιστεί ανεπανόρθωτα, και πού η ανοχή στην θεσµική εκτροπή και την αποφυγή λογοδοσίας έχει καταστεί κανονικότητα, η εντιµότητα ως λειτουργική αρχή διακυβέρνησης απαιτείται να επιστρέψει ως στοιχειώδης δηµοκρατική αναγκαιότητα.
Μιχάλης Λιονάκης,
πολιτικός µηχανικός
– πολιτικός επιστήµονας(MSc)


