Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου, 2021

Ένας καινούργιος έρωτας γεννήθηκε

Καθισμένος στο μοναδικό μικρό παγκάκι έξω στην αυλή του σπιτιού, με τη μικρή βαλίτσα στο πλάι του, αγναντεύοντας το απέραντο πέλαος που απλωνόταν μπροστά του, ένιωθε ανάμεικτα διάφορα συναισθήματα να του γέμιζαν την ψυχή, ενώ δύο σταγόνες δάκρυα ήταν έτοιμες να μουσκέψουν τη γη πέφτοντας από τις βρύσες των βουρκωμένων ματιών του.

Ένας βαρύς αναστεναγμός ξέφυγε από τα χείλη του λέγοντας: ‘’δεν ωφελεί να περιμένω άλλο’’ και με μιας η ματιά του στράφηκε πέρα μακριά στον σταχτί ορίζοντα, ενώ με τα φτερά της σκέψης του ένιωθε να σεργιανίζει στα μικρά σοκάκια του αγαπημένου του χωριού όπως τότε που ήταν μικρός, ξυπόλυτο ακόμα παιδί.

Σηκώθηκε, πήρε την μικρή βαλίτσα στο χέρι του και ρίχνοντας μια κλεφτή τελευταία ματιά στο σπίτι κατευθύνθηκε προς τη μεριά του δρόμου που ήταν σταθμευμένο το μικρό του αυτοκίνητο. Τέλος, μπαίνει μέσα, βιαστικά θα έλεγε κανείς, ποιος ξέρει το γιατί, βάζει μπρος το σιδερένιο θηρίο κι φεύγει, παίρνοντας το δρόμο για το μικρό λιμάνι του νησιού. Δεν είπε απολύτως τίποτα διασχίζοντας την πολιτεία, ενώ μύριες εικόνες σαν κινηματογραφική ταινία περνούσαν από τη σκέψη του. Εικόνες που για πέντε ολόκληρα χρόνια έζησε στις πλατείες της, στα σοκάκια της, στο λιμάνι της και σε μύριες άλλες απόκρυφες, κι όχι μόνο, γωνιές της. Εικόνες ανάμεικτες, όπως τα μικροπειράγματα των κοριτσιών που στις παρέες τους ξετυλίγονταν ιστορίες μικρών επιπολαίων ερώτων, μικροκαυγαδάκια κι ένα σωρό άλλες, πολλές απ’ αυτές απαράμιλλης ομορφιάς και ξεγνοιασιάς.

Επιτέλους έφθασε στο λιμάνι, ενώ αυτή τη φορά ο φθινοπωρινός ουρανός πρόσεξε πως ήταν γιομάτος απ’ άκρη σ’ άκρη με λογής – λογής χρωμάτων σύννεφα που ανάρια – ανάρια, κείνη ακριβώς τη στιγμή, άνοιξαν τους κρουνούς τους γιομάτους νερό να ποτίσουν με τις σταγόνες τους την διψασμένη γη από την παρατεταμένη ξηρασία του απερχόμενου πλέον καλοκαιριού.

Ήθελε να κατέβει, ν’ αγναντέψει για ύστερη φορά την αγαπημένη του πολιτεία αλλά ο υπάλληλος που μάλλον μάντεψε ότι θα ταξίδευε ο ήρωας της σημερινής μας ιστορίας δεν του έδωσε αυτή τη χαρά. Τον παρότρυνε να εισέλθει μέσα στο καράβι και μάλιστα γρήγορα – γρήγορα.

Στην συνέχεια, εφόσον πρώτα ταχτοποίησε το αυτοκίνητό του ανακατεύτηκε μαζί με πολλούς άλλους συνταξιδιώτες του και μήτε που κατάλαβε πως βρέθηκε μπροστά στον έλεγχο εισιτηρίων.

Αυτό ήταν…» είπε κι εφόσον τακτοποίησε την μικρή του βαλίτσα στην καμπίνα του, νωχελικά ανέβηκε στο τελευταίο κατάστρωμα του πλοίου δίχως να ξέρει το γιατί και κάθισε σε μια καρέκλα κάτω από το σκέπαστρο για να μη βρέχεται, ενώ οι σταγόνες της βροχής έπεφταν ασταμάτητα, χορεύοντας θα έλεγε κανείς πάνω στην σκεπή του πλοίου. Ήταν χαρά Θεού οι εικόνες που ξετυλίγονταν μπροστά του ενώ η μικρή πολιτεία άρχιζε σιγά – σιγά να φοράει τα χρυσά στολίδια της σαν τις παλιές αρχόντισσες μιας περασμένης εποχής.

Πόση ώρα καθότανε σε κείνη την απόμερη γωνιά του καταστρώματος σκεπτόμενος διάφορα πράγματα δεν θυμότανε αλλά μήτε και τον ένοιαζε πια. Τις διάφορες σκέψεις του τις σκόρπισε, όπως σκορπάει ο φθινοπωρινός δυνατός άνεμος τα ξερά φύλλα των δέντρων προς μύριες κατευθύνσεις, το γνώριμο κουδούνισμα του κινητού τηλεφώνου του και μάλλον μηχανικά το έβαλε στο αυτί του πατώντας το κουμπί της επικοινωνίας και αμήχανα λέει:
«Εμπρός, ποιος είναι;» κι αμέσως συνεχίζει χαρούμενος, ενώ ένα γλυκό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του,
«Εσύ είσαι μητέρα; Ναι, τώρα είμαι στο καράβι και δεν θ’ αργήσει το καράβι να φύγει..» μα πριν προλάβει να αποσώσει τα τελευταία λόγια του, αμέσως ακούστηκε τρεις συνεχόμενες φορές ο διαπεραστικός ήχος της σειρήνας του καραβιού που προειδοποιεί την αποχώρησή του και λέγοντας λίγα λόγια ακόμα έκλεισε το τηλέφωνο, νιώθοντας πάλι ανάμεικτα συναισθήματα να πλημμυρίζουν την ψυχή του.

Κι ενώ κοίταξε πως το καράβι απομακρυνότανε από το λιμάνι ενδόμυχα είπε:
«Σοφός εκείνος που είπε πως ο χωρισμός, όποιος κι αν είναι αυτός, δεν γίνεται να φύγει ανώδυνα, κάποιο μικρό σημάδι αφήνει πάνω στα φύλλα της καρδιάς», σκεπτόμενος πόσα όνειρα μικρά ή μεγάλα, πόσα καρδιοχτύπια, πόσες προσδοκίες, πόσο πόνο, χαρά ή πίκρα δεν κουβαλάει τούτο το σιδερένιο κατασκεύασμα, πηγαίνοντας τα στα πέρατα της γης πολλές φορές.

Τώρα, η βροχή έπεφτε ασταμάτητα ενώ ο Θανάσης – έτσι τον έλεγαν τον ήρωά μας – καθότανε, λες κι ήταν καρφωμένος, στην απόμερη κείνη γωνιά του καταστρώματος, τηρώντας πως το μικρό νησί σιγά – σιγά απομακρυνότανε όλο και πιο πολύ ώσπου μια για πάντα χάθηκε από τα μάτια του, λες και το είχε καταπιεί η μάγισσα νύχτα, λέγοντας:
«Τα πάντα εν σοφία εποίησας Κύριε».

Κι εκεί που διάφορα, για την παραπέρα ζωή του, σκεφτότανε, δίχως να το θέλει η ματιά του έπεσε στην ακριβώς απέναντι απ’ τη δική του γωνία, σε μια κοπέλα, που και κείνη ήταν μόνη και απασχολούταν – με θρησκευτική ευλάβεια μπορούσε να πει κανείς – με το κινητό της κι ένιωσε σαν κάτι να ξύπνησε μέσα του. ‘’Θα πάω να της μιλήσω’’ σκέφτηκε, αποφασισμένος γι’ αυτό που ήθελε να κάνει. ‘’Ποιος ξέρει, ίσως να περάσει η νύχτα πιο όμορφα με παρέα… η μοναξιά σκοτώνει’’.

Πλησιάζοντας δε προς το μέρος της φάνταζε σαν ολόξανθη νεράιδα κάτω από το απαλό φως της ηλεκτρικής λάμπας του καταστρώματος. Η κοπέλα μάλλον αντιλήφθηκε ότι ο νεαρός συνταξιδιώτης της ήθελε να της μιλήσει και κάπως τον ενθάρρυνε κοιτώντας τον επίμονα σαν να του έλεγε ‘’έλα, έχω ανάγκη να μιλήσω σε κάποιον’’ ενώ ένα γλυκό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα κατακόκκινα σαν δύο κεράσια χείλη της. Ωστόσο, ο Θανάσης πλησίασε κοντά της και την καλησπέρισε. Η νεράιδα ανταπέδωσε την καλησπέρα της και ο Θανάσης αμέσως της λέει:

«Μπορώ να καθίσω ή σας ενοχλώ;»
«Όχι δεν με ενοχλείτε» είπε η κοπέλα.

«Καθίστε» και ο Θανάσης, παίρνοντας μια άλλη καρέκλα αυτό έκανε κι όπως γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις συστήθηκαν και κείνη την βροχερή φθινοπωρινή αλλά όμορφη βραδιά οι δύο νέοι είπαν πάρα πολλά και για χιλιάδες ζητήματα που απασχολούν, ειδικότερα σήμερα, τους νέους ανθρώπους, πολύ περισσότερο από τους μεγαλύτερους.

Στην αρχή, κάπως διστακτική η Σοφία – έτσι την έλεγαν την κοπέλα – ρώτησε τον Θανάση τι δουλειά κάνει και που οφείλεται το αποψινό του ταξίδι και ο Θανάσης με μεγάλη του χαρά αποκάλυψε στην συνταξιδιώτισσά ου ότι ήταν στρατιωτικός και πως πριν από πέντε χρόνια τον είχαν μεταθέσει στο νησί και πως τώρα πήρε μετάθεση και θα πήγαινε σε ένα στρατόπεδο κοντά την ιδιαίτερη πατρίδα του να συνεχίσει την εργασία του. Τότε η Σοφία λέει κάπως περίεργα:

«Μετάθεση ε; Αλήθεια, πόσο παράξενες συμπτώσεις επιφυλάσσει η μοίρα του καθενός ανθρώπου και με παράξενο τρόπο τις αποκαλύπτει σε άγνωστες στιγμές, απρόοπτα και χωρίς καμιά προειδοποίηση, Θανάση. Κι εγώ με μετάθεση φεύγω από το νησί. Είμαι νοσηλεύτρια και είχα μετατεθεί τελειώνοντας τη σχολή μου στο νοσοκομείο του νησιού» και συνέχισε: «Αλήθεια, δεν είναι μια ωραία σύμπτωση αυτό που συνέβη απόψε σε μας τους δύο!
«Ναι, αλήθεια είναι» αντιλοήθηκε ο Θανάσης.

Τέλος, όπως προαναφέρω, τα παιδιά είπαν πάρα πολλά σε κείνο το όμορφο ταξίδι, όταν όμως έκαναν την εμφάνισή τους τα πρώτα φώτα του Πειραιά η Σοφία είπε κάπως στεναχωρημένη:

«Φθάσαμε Θανάση. Σε λίγη ώρα θα χωριστούμε» και συμπλήρωσε, «θα ήθελα να μην τελειώσει ποτέ τούτο το ταξίδι. Δεν ξέρω για ποιον λόγο αλλά είναι η καθαρά αλήθεια αυτό που είπα».

«Μη συνεχίσεις, μη λες τίποτε άλλο Σοφία. Δεν θέλω να κλάψω. Αλήθεια κι εγώ το ίδιο θα ήθελα να γίνει αλλά δεν γίνεται. Ο χρόνος κυλάει και δεν γυρίζει πίσω μήτε σταματάει ποτέ» και συνέχισε λέγοντας, «πόση αλήθεια δεν κρύβουν οι στίχοι του Γάλλου ποιητή του Λα Μαρτίνου που είναι γραμμένοι στο ποίημα του ‘’Η λίμνη’’. Τους ξέρεις Σοφία ή να στους πω;»

«Όχι…» λέει η Σοφία, «πες μου τους να τους μάθω».
«Θα σου πω έναν…» απαντάει ο Θανάσης, «και είμαι σίγουρος ότι θα ψάξεις να το βρεις το ποίημα αυτό» κι αρχίζει την απαγγελία του στίχου:

«Κράτησε χρόνε κράτησε
το πέταγμά σου τώρα
κι εσείς μην κάνετε φτερά
χαρούμενες στιγμές»

Ενώ πριν τελειώσει την στροφή ο Θανάσης δύο δάκρυα μάλλον έκαναν αλμυρότερη τη θάλασσα του Σαρωνικού που στάλαξαν από τα πράσινα μάτια της Σοφίας, ο Θανάσης είπε:

«Μην κλαις. Ποιος ξέρει τι μπορεί
το αύριο να σου φέρει
μπορεί ο έρωτας θεός
να σου ‘στησε καρτέρι»

«Του Λα Μαρτίνου είναι και ο στίχος αυτό Θανάση;»
«Ω, όχι…» είπε ο Θανάσης, «δικός μου είναι».
«Είσαι ποιητής και δεν μου το αποκάλυψες μια ολόκληρη βραδιά; Α, αυτό δεν είναι σωστό που έκανες».
Τέλος, το καράβι έδεσε κι όπως ήταν φυσικό κι αναμενόμενο οι δύο νέοι κατέβηκαν, βγήκαν έξω από το καράβι και ο Θανάσης τότε πριν την αποχαιρετίσει της είπε με μάτια βουρκωμένα:
«Δεν σου λέω ‘’έχε γειά’’, θα σε περιμένω…» και με το ‘’θα σε περιμένω’’ την αγκάλιασε την φίλησε στα μάτια κι έφυγε.
Η Σοφία έκλαψε πολύ, σκεπτόμενη για πολύ ώρα μετά καθισμένη στην πρώτη καφετέρια που βρήκε μπροστά της: ‘’Που θα με περιμένει; Γιατί μου το είπε αυτό; Γιατί δεν μου έδωσε το τηλέφωνό του’’ κι ένα σωρό άλλα ‘’γιατί’’ της τριβέλιζαν τον νου όλη τη μέρα.
Όλη τη νύχτα η Σοφία σκεφτότανε το υπέροχο κείνο ταξίδι και δεν έκλεισε μάτι, ώσπου ξημερώματα, πριν χαράξει, πήρε τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο και κατέβηκε στον Πειραιά. Δίχως καθυστέρηση, με γοργά βήματα, πήγε στην προβλήτα που αποχαιρέτησε τον Θανάση. Πριν όμως φθάσει στο ακριβές σημείο, με μεγάλη της έκπληξη βλέπει τον Θανάση να είναι στο ίδιο σημείο που χώρισαν. Δεν μπόρεσε να κρατηθεί και ξεφώνισε:
«Θανάση αγάπη μου έρχομαι!»
Κλαίοντας και οι δύο, αγκαλιάστηκαν κι ένωσαν τα χείλη τους σε ένα ατελείωτο ερωτικό φιλί, ενώ η δροσερή αύρα της θάλασσας θαρρείς πως έπαιζε με τα ολόξανθα μακριά μαλλιά της. Ένας καινούργιος έρωτας γεννήθηκε!

ΤΕΛΟΣ

 

1 Comment

  1. Αγαπητέ, Κύριε, Διευθυντά,
    διαβάζοντας το ανωτέρω “διήγημα” του συμπαθέστατου κ. Δημήτρη Τυραϊδή, έκανε κάποιες σκέψεις: Εξηγούμαι, ότι τον κ. Δημήτρη Τυραϊδή δεν έτυχε να τον γνωρίσω, τόσο πολλά χρόνια διαμονής μου στα Χανιά. Ωστόσο, όπως γνωρίζετε κι εσείς, συχνά έχω κι έναν λόγο καλό ή συμπάθειας στους πολλούς κι αξιόλογους συνεργάτες των “Χ.Ν.” που μοιράζονται αφειδώλευτα με μάς τους αναγνώστες και φίλους της αγαπητής μας εφημερίδας, σπουδαίες πνευματικές δημιουργίες και χρήσιμες επιστημονικές γνώσεις. Τα τελευταία χρόνια, πρόσεξα την συχνή κι επίμονα εμφάνιση και παρουσία του κ. Δ. Τυραϊδή, με την δημοσίευση ποιημάτων και πεζών κειμένων, συνήθως με τη μορφή διηγημάτων. Οφείλω να διασαφηνίσω, ότι δεν είμαι ούτε δοκιμιογράφος κι ούτε κριτικός λογοτεχνικών έργων ή της ποίησης. Δεν τα καταφέρνω διόλου, κι άλλωστε καμιά πρόθεση δεν έχω ή δεν διατηρώ για κριτική αξιολόγηση του όποιου λογοτεχνικού έργου του αγαπητού κ. Δ. Τυραϊδή. Δεν πρόκειται περί αυτού: Αλλά με το παρόν σχόλιό μου δεν κάνω, βέβαια, κανένα ψυχογράφημα για τον απλό και συμπαθή αυτόν συνάνθρωπό μας, αφενός γιατί δεν μού επιτρέπεται να το κάνω αυτό κι άλλωστε για το ψυχογράφημα απαιτείται χρόνος, διαρκής και τακτική επικοινωνία, γνωριμία, συμβίωση και συνύπαρξη και γνώση, κυρίως, εμπειρική της ανθρώπινης συμπεριφοράς και των χαρισμάτων, αρετών, επιτηδειοτήτων, αλλά και ιδιορρυθμιών και παραξενιών της καθημερινής ζωής του, ώστε να έχεις μια σφαιρική κι ολοκληρωμένη άποψη κι εμπειρία για το πρόσωπο και τις όποιες δημιουργίες του. Και η ταπεινότητά μου δεν είχε αυτές τις ευκαιρίες να γνωρίσει από κοντά τον κ. Δημήτρη Τυραϊδή και το όποιο πνευματικό του έργο, παρά μόνο σε φωτογραφία των “Χ.Ν.” και βέβαια τα πολλά λογοτεχνικά του κείμενα [διηγήματα και ποίηση], που συχνά δημοσιεύονται στην εφημερίδα μας. Αγαπητέ κ. Διευθυντά, ας μην περιμένουν οι φίλοι κι αναγνώστες των “Χ.Ν.” καμιά αξιολόγηση κριτική του όλου δημιουργικού του έργου, αφού εξηγήθηκα πώς δεν είμαι ο ειδικός και κατάλληλος προς τούτο άνθρωπος: Υπάρχουν τόσο πολλοί ικανοί και γνώστες της Λογοτεχνίας γενικότερα στην πόλη των Χανίων, ας το πράξουν αυτοί.
    ΩΣΤΟΣΟ, το σχόλιό μου στοχεύει στο απλό και συμπαθητικό πρόσωπο του δημιουργού κ. Δημήτρη Τυραϊδή: Κι αυτή η συνεχής κι αμετακίνητη προσήλωσή του στο να μοιράζεται μαζί μας, αφειδώλευτα, όμορφες ιστορίες, λαογραφικά δρώμενα της γενέθλιας γης του, απλή κι όμορφη ποίηση που μάς γυρίζει πίσω σε μια αλλοτινή εποχή της απλής και φυσικής παραδοσιακής ζωής που δυστυχώς χάνεται οσημέραι και δεν μεταβολίζεται στη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα. Αυτήν την εικόνα έχω βαθιά στην ψυχή μου για τον απλό δημιουργό και αγνό άνθρωπο κ. Δημήτρη Τυραϊδή. Είναι γνωστό ότι η μορφή της όποιας γραφής ενός λογοτεχνικού πονήματος ΑΝΤΑΝΑΚΛΑ στο πρόσωπο του συγγραφέα – δημιουργού. Και ο κ. Δημήτρης Τυραϊδής φαντάζει στα μάτια μου ο απλός άνθρωπος της υπαίθρου εκεί στην σκληρή γη της Κεντρικής Ελλάδας, σε αλληλεξάρτηση με τη φυσική ομορφιά του γενέθλιου κι ύστερα της Χανιώτικης πανδαισίας χρωμάτων και ήχων, ανάμεσα σε απλούς κι άδολους χωρικούς και μέσα στην αγαπητική κοινωνία της Εκκλησίας του Θεάνθρωπου Χριστού. Κι αυτή η πίστη -πεποίθηση- στον εαυτό του και η χαρά της δημιουργίας που δεν κρύβεται στα κείμενά του. Και ο κ. Δημήτρης επιμένει να γράφει και να μοιράζεται αυτήν χαρά του μαζί μας: Στοχεύει μήπως στους επαίνους μας ή στο χρηματικό όφελος; Δεν νομίζω: Κι ύστερα, δεν είναι ανθρώπινο η όποια φιλοδοξία για βελτίωση και καλύτερη παρουσίαση των πονημάτων; Και ο έπαινος κι ο καλός λόγος υπάρχουν πάντα σε μια καλή και θεμιτή κοινωνία. Δεν γίνεται όλοι μας να γίνουμε Νομπελίστες της λογοτεχνίας -ποίησης! Ας μην ξεχνάμε, ότι η αυτοπεποίθηση – η αναγνώριση του εαυτού μας- είναι ένα από τα έξι[6] δομικά στοιχεία που συγκροτούν το προφίλ του συναισθηματά ώριμου ανθρώπου και ο κ. Δημήτρης Τυραϊδής γνωρίζει καλύτερα από μας τον εαυτό του, γι’ αυτό και είναι γεμάτος αυτοπεποίθηση και απολαμβάνει αυτήν την ανυπέρβλητη χαρά της όποιας δημιουργίας του.
    Η άλλη σκέψη μου, αγαπητέ κ. Διευθυντά, είναι ότι τα “Χ.Ν.” είναι πολλή σπουδαία κι άκρως δημοκρατική κι ανεξάρτητη εφημερίδα της χώρας μας -έχω λόγο γνώσης- και συνεχώς φιλοξενεί στις στήλες τους όλα τα πονήματα [πεζά και ποιητικά] του λαμπρού και συμπαθέστατου κ. Δημήτρη Τυραϊδή, όπως το ίδιο πράττει σ’ όλους συνεργάτες. Ο κ. Δημ. Τυραϊδής, είναι ό,τι είναι ο “ΘΕΟΦΙΛΟΣ” της Μυτιλήνης, η αλήθεια του απλού έργου και της ανθρωπιάς. Αν μού δινόταν το ερώτημα: “Ποιόν θα διαλέγατε γοα καλύτερον ποιητή, τον Νομπελίστα Γ. Σεφέρη ή τον δυστυχή Κώστα Κρυστάλλη, ευθαρσώς θα απαντούσα: Τον δυστυχή ποιητή της στάνης και του βουνού, τον Κώστα Κρυστάλλη: “Πάρε με πάνω στο βουνό, τι [γιατί] θα με φάει ο κάμπος!!..]. Σε άλλο σχόλιο θα πούμε περισσότερα. Αγαπητέ κι άγνωστε κ. Δημήτρη Τυραϊδή, δεχθήτε τις ευχαριστίες και τα θερμά μου συγχαρητήρια για όλες τις προσπάθειες σας για μια καλή δημιουργική σας εργασία – πόνημα. Με ειλικρινή εκτίμηση Γιώργος Καραγεωργίου, συντ/χος νομικός, κοινωνιολόγος ΧΑΝΙΑ.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες