Νέα έρευνα φέρνει στο φως δεκαετίες περιβαλλοντικής ρύπανσης από εγκαταλελειμμένες στρατιωτικές εγκαταστάσεις, ενώ παρόμοια προβλήματα έχουν καταγραφεί και σε άλλες περιοχές του κόσμου όπου λειτουργούσαν ξένες στρατιωτικές βάσεις.

Σημαντικές ποσότητες επικίνδυνων αποβλήτων εξακολουθούν να βρίσκονται διάσπαρτες σε πρώην αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στη Γροιλανδία, σύμφωνα με νέα έρευνα της δανικής εφημερίδας Politiken. Η έρευνα εξετάζει περισσότερες από 30 πρώην στρατιωτικές εγκαταστάσεις και περιγράφει εκτεταμένη περιβαλλοντική επιβάρυνση που παραμένει για περισσότερες από οκτώ δεκαετίες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, στις εγκαταστάσεις αυτές παραμένουν περίπου 100.000 σκουριασμένα βαρέλια πετρελαίου, περίπου 400.000 λίτρα ντίζελ, μεγάλες ποσότητες αμιάντου, καθώς και περίπου 24 εκατομμύρια λίτρα μολυσμένου νερού κάτω από το στρώμα πάγου της Γροιλανδίας. Παράλληλα, σε σχεδόν όλες τις πρώην στρατιωτικές βάσεις εντοπίστηκαν βιομηχανικοί ρύποι, αλλά και βαρέα μέταλλα όπως μόλυβδος και κάδμιο. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι μόνο μέρος των παλαιών βάσεων έχει μέχρι σήμερα εξεταστεί, γεγονός που σημαίνει ότι η πραγματική έκταση της ρύπανσης ενδέχεται να είναι ακόμη μεγαλύτερη. Ιδιαίτερα επιβαρυμένη εμφανίζεται η περιοχή της πρώην αμερικανικής βάσης στο Ναρσάρσουακ, όπου εξακολουθούν να βρίσκονται εγκαταλελειμμένες μπαταρίες οχημάτων, καλώδια και σπασμένες πλάκες αμιάντου κατά μήκος της ακτογραμμής. Η έρευνα αναφέρει επίσης ότι κατά τη διάρκεια λειτουργίας της βάσης βυθίστηκαν πλοία σε γειτονικό φιόρδ, ενώ οι αμερικανικές δυνάμεις αποχώρησαν από την περιοχή το 1958 χωρίς να απομακρύνουν όλα τα κατάλοιπα.
Το θέμα απασχολεί τον διεθνή Τύπο Οι αποκαλύψεις της δανικής εφημερίδας Politiken αναπαράχθηκαν από διεθνή μέσα ενημέρωσης, προκαλώντας έντονο ενδιαφέρον, καθώς έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία οι ΗΠΑ εξετάζουν την επαναχρησιμοποίηση ορισμένων στρατιωτικών εγκαταστάσεων στη Γροιλανδία. Μεταξύ των μέσων που φιλοξένησαν εκτενή ρεπορτάζ ή αναφορές στην έρευνα περιλαμβάνονται η νορβηγική VG, η οποία συμμετείχε στη διεθνή δημοσιογραφική συνεργασία που δημοσίευσε τα ευρήματα, καθώς και το Al Jazeera, το οποίο παρουσίασε τις εικόνες από τα εγκαταλελειμμένα βαρέλια καυσίμων και τα τοξικά απόβλητα που παραμένουν διάσπαρτα στο αρκτικό τοπίο.
Το ζήτημα εντάσσεται επίσης στη διεθνή συζήτηση για τον αυξανόμενο γεωπολιτικό ρόλο της Γροιλανδίας. ΜΜΕ όπως το «The New Yorker» έχουν αναφερθεί τόσο στα σχέδια επαναλειτουργίας παλαιών αμερικανικών βάσεων όσο και στις περιβαλλοντικές εκκρεμότητες που παραμένουν άλυτες εδώ και δεκαετίες. Η υπόθεση έχει αναζωπυρώσει τη συζήτηση για τις περιβαλλοντικές ευθύνες που συνοδεύουν τη στρατιωτική παρουσία μεγάλων δυνάμεων, με ειδικούς να επισημαίνουν ότι παρόμοια προβλήματα έχουν καταγραφεί σε πρώην στρατιωτικές εγκαταστάσεις όχι μόνο των ΗΠΑ αλλά και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, καθώς και σε άλλες περιοχές όπου αναπτύχθηκαν μεγάλες στρατιωτικές υποδομές κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.
Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι ΗΠΑ δημιούργησαν τουλάχιστον 36 στρατιωτικές βάσεις στη Γροιλανδία. Με τη συμφωνία άμυνας του 1951 διατήρησαν το δικαίωμα στρατιωτικής παρουσίας στο νησί, ενώ σήμερα λειτουργεί κυρίως η βάση Πιτούφικ στο βόρειο τμήμα της Γροιλανδίας. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, εξετάζεται το ενδεχόμενο επαναλειτουργίας και άλλων πρώην εγκαταστάσεων στο πλαίσιο νέων διαβουλεύσεων μεταξύ ΗΠΑ, Γροιλανδίας και Δανίας. Το ζήτημα της ευθύνης για την απορρύπανση παραμένει ανοιχτό. Παρότι συμφωνία της δεκαετίας του 1990 προέβλεπε την απομάκρυνση επικίνδυνων αποβλήτων από τις αμερικανικές βάσεις, σύμφωνα με την έρευνα οι εργασίες δεν ολοκληρώθηκαν όπως είχε προβλεφθεί, με αποτέλεσμα η Δανία να αναλάβει μεγάλο μέρος των εργασιών καθαρισμού. Παρόμοιες περιπτώσεις σε άλλες χώρες Η Γροιλανδία δεν αποτελεί τη μοναδική περίπτωση όπου στρατιωτικές δραστηριότητες άφησαν σοβαρό περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Στην Οκινάουα της Ιαπωνίας έχουν καταγραφεί επανειλημμένα προβλήματα με διαρροές χημικών ουσιών και καυσίμων γύρω από αμερικανικές βάσεις, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών. Στο Βιετνάμ εξακολουθούν να υπάρχουν περιοχές που επηρεάζονται από τις συνέπειες της χρήσης του αποφυλλωτικού Agent Orange κατά τη διάρκεια του πολέμου, ενώ σε αρκετές περιοχές συνεχίζονται προγράμματα απορρύπανσης. Ανάλογες περιβαλλοντικές επιβαρύνσεις έχουν επίσης καταγραφεί σε πρώην σοβιετικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις της Ανατολικής Ευρώπης, όπου μετά την αποχώρηση των στρατευμάτων παρέμειναν καύσιμα, πυρομαχικά, βαρέα μέταλλα και χημικά απόβλητα, απαιτώντας πολυετείς εργασίες αποκατάστασης. Οι περιπτώσεις αυτές αναδεικνύουν ότι η περιβαλλοντική διαχείριση των στρατιωτικών εγκαταστάσεων αποτελεί διαχρονική πρόκληση για πολλές χώρες και στρατιωτικές δυνάμεις, ανεξάρτητα από την πλευρά ή τη συμμαχία στην οποία ανήκουν.


