25.4 C
Chania
Παρασκευή, 29 Αυγούστου, 2025

Διήγημα – Προκόπης: Πολιτική Εξοµολόγηση

– Ποιός νοµίζεις ότι είσαι; Κανένας πρίγκηπας;
«Εγώ;» σκέφθηκε φουρνελιασµένος ο Προκόπης. Ο θείος του τον είχε τρελάνει. Κάθε λίγο και λιγάκι, του τηλεφωνούσε. Και όχι στο καλυβάκι του που το ονόµαζε «Η παράγκα του Καραγκιόζη» στην Τερψιθέα Γλυφάδας, στην οδό Μικράς Ασίας. Αλλά στο δικηγορικό γραφείο της οδού Σόλωνος, τότε που φοιτούσε στη Νοµική Σχολή Αθηνών, κατά την δεκαετία του 1990. Τότε, που πρωθυπουργός ήταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης.
Σε λίγο τα νεύρα του ήταν κουρέλια. Εξαιρετικός φοιτητής, µε άριστη βαθµολογία και όνειρο µεταπτυχιακών σπουδών, γνωρίζοντας πως ήταν αδύνατον, για οικονοµικούς λόγους.
Πέρα από το Πανεπιστηµιακό διάβασµα, τον χαλάρωνε η Λογοτεχνία και η έρευνα των «συνθηµάτων» στη Νοµική Σχολή, όπως για παράδειγµα, το Πολιτικό Ηµερολόγιο του Γιώργου Σεφέρη, στο βιβλίο Α’ (1935 – 1944):
«Όταν µία κυρία είδε ένα πρωί στους δρόµους του Καΐρου γραµµένα µε µεγάλα γράµµατα “ΕΑΜ, ΕΛΑΣ”, είπε:
«Καλέ, δες τι αγράµµατοι είναι αυτοί οι Κοµµουνιστές, ούτε τη λέξη “ΕΛΛΑΣ” δεν ξέρουν να γράψουν».
Όσο για τα συνθήµατα σε συνδυασµό µε τα γιαούρτια και τ’ αυγά που πέταγαν στις διάφορες εκλογές, οι δεξιοί στους αριστερούς και οι αριστεροί στους δεξιούς…
«Για µένα είσαι το παν. Για σένα είµαι Βιτάµ. Θέλω να πάω στο Βιετνάµ».
«Προσοχή! Πίσω από την κολόνα, είναι κρυµµένος ένας Κνίτης. Κάντε τον πύραυλο, να εξοριστεί από δω».
Ο θείος του ήταν γραµµατέας τη Ρηγίλλης. Κι όταν τηλεφωνούσε τακτικά στον Προκόπη για να τον βάλει ο Μητσοτάκης στη ∆ΕΗ, απαντούσε: «Όχι!» κι έκλεινε το τηλέφωνο έξαλλος.
Μία µέρα, ο θείος του τον πυροβόλησε λεκτικά: «Για σοβαρέψου! Ο πατέρας σου έχει τρία παιδιά! Πώς θα τα βγάλει πέρα;»
«Μα τι λέει; σκέφτηκε ο Προκόπης. Για φαντάσου, πόσους από το σόι µας έχωσε για ψήφους σε θέσεις, πέρα – πόδε… Συν τις άλλες δύο θέσεις στην Πρεσβεία των ΗΠΑ…» όπου ο Προκόπης πήγαινε πάντα για να διαδηλώσει µε όλα τα κόµµατα της Αριστεράς, εναντίον της, στην επέτειο του Πολυτεχνείου, ουρλιάζοντας: «Έξω οι Βάσεις του θανάτου». «Έξω από το ΝΑΤΟ». «Κουµή, Κανελλοπούλου, τα ΜΑΤ δολοφονούν. Οι ένοχοι ζητάµε να τιµωρηθούν». Και δάκρυζε, ζώντας τώρα πια, σε µιαν άλλη πραγµατικότητα, έξω από τις γιορτές και τα φαγοπότια του βολεµένου σογιού του.
Ένας άλλος του θείος, του είχε πει στην Κρήτη, στα Χανιά: «Με αυτό το σκεπτικό υπέρ της Αριστεράς και µε τις κοµµουνιστικές σου ιδέες, ποτέ δε θα µπορέσεις να βρεις δουλειά».
Στην αρχή, είχε πραγµατοποιήσει σπουδές Πολιτικής Επιστήµης και ∆ηµόσιας ∆ιοίκησης στην Αθήνα, λαµβάνοντας υποτροφία. Τι ήταν αυτό; Τι αινίγµατα, τι αοριστίες και δυσοίωνες φράσεις πολιτικού πολέµου, ενώ είσαι φοιτητής αριστούχος στην Ελλάδα;
Το λάθος έγινε. Ένα µεσηµέρι, που είχε κουραστεί να τρέχει πια πέρα – δώθε κατ’ εντολή του µεγαλοδικηγόρου στη Βουλή, στα δικαστήρια, στην γραφειοκρατία, στο Μαρούσι, ιδρωµένος, απηυδισµένος, στο επόµενο, «χιλιοστό» τηλεφώνηµα του θείου, απάντησε: «Ναι. Εντάξει», λες και είχε πάρει υπνωτικό χάπι.
Πώς έγινε; Έκτοτε, είχε άπειρες ενοχές, τύψεις συνειδήσεως, πνευµατικό και ψυχολογικό πόνο, σε σηµείο ψυχασθένειας, τρέµοντας, όταν πήγαινε στις υπηρεσίες.
Αρχικά, όταν πέρασαν δεκάδες νέους, εκατοντάδες, από γιατρούς, για εξετάσεις γυναικολογικές, του αναπνευστικού, σφυγµού και καρδιάς, ένιωσε σαν πρόβατο έτοιµο για σφαγή. Ξανασκέφθηκε, µε το µυαλό του να γυρίζει σαν τροχός θανάτου: «Γιατί είµαστε εδώ σαν τα ζώα και κακαρίζουν ειρωνικά κάποιοι γιατροί και νοσηλευτές;»
Στην ∆ΕΗ της Γλυφάδας, που υπάγεται στο τµήµα της Καλλιθέας, τον τοποθέτησαν στο τηλεφωνικό κέντρο.
Εκεί, βρισκόταν µόνιµος υπάλληλος ένας νέος, µε κοµµένο το αριστερό του χέρι. Τηλεφωνούσαν διάφοροι. Η Χάρις Αλεξίου, ιδιοκτήτες µεγάλων µουσικών κέντρων… Ένας µάλιστα, µε πολύ τουπέ, απείλησε τη ∆ΕΗ για τον µεγάλο λογαριασµό ηλεκτρικού ρεύµατος.
Ο Προκόπης συνάντησε τον ηθοποιό Γιώργο Φούντα και τον Γιάννη Βόγλη, µε την εξαιρετική τους ευγένεια.
Όταν ο Γραµµατέας ζήτησε από τον Προκόπη να συµπληρώνει κάθε πρωί το απουσιολόγιο, πηγαινοερχόταν, περιµένοντας να έρθουν όλοι οι συνάδελφοι, σε σύνολο περίπου 75-80. Ώσπου, τον µυρίστηκε, σαν κυνηγόσκυλο.
– Γιατί αργείς;
– Περιµένω ένα – δύο λεπτά ακόµα, για τον ερχοµό τους.
Σε µια περίοδο συνδικαλιστικών εκλογών, ο Γραµµατέας παρέδωσε στον Προκόπη ένα ψηφοδέλτιο της ∆εξιάς. Ο Προκόπης πήγε την τουαλέτα και το έκανε κοµµάτια, ρίχνοντάς το στο νερό, τραβώντας το καζανάκι.
Βρήκε το αριστερό ψηφοδέλτιο και το έκλεισε στο φάκελο, ρίχνοντάς το στο κουτί. Άκουσε απέναντι τον Γραµµατέα: «Ο τάδε υπάλληλος είναι αριστερός. Όλοι αυτοί πρέπει να φύγουν από δω µέσα».
Ο Προκόπης έµεινε κόκαλο έξω απ’ την πόρτα. ∆υστυχώς τώρα, «υπηρετούσε» στο γραφείο της Γραµµατείας.
Σε λίγον καιρό όµως, κάποιος άλλος, κάποιος άλλος… Και πιο ήταν το παράξενο; Όλοι λίγο πολύ, σε σύντοµο χρονικό διάστηµα, ως υπάλληλοι της Γραµµατείας, έρχονταν εκεί, µε το δεξί τους χέρι µπανταρισµένο. Και ώσπου, ξεκίνησαν οι διαγραφές των εισερχοµένων νέων µε τη σύµβαση ορισµένου χρόνου, επειδή έγινε εξονυχιστικός έλεγχος και διαπιστώθηκε ότι ανήκαν σε άλλες παρατάξεις, εκτός Ν.∆. Ένας µάλιστα από αυτούς, είχε γίνει πατέρας, πρόσφατα. Τι κρίµα…
«Πού ζεις; γιατί δεν φεύγεις;» σκέφθηκε ο Προκόπης.
«Εσένα, δε θα σε διώξουν εύκολα, γιατί ο θείος σου είναι πολύ έµπιστος και αφοσιωµένος, φανατικός γραµµατέας τη Ρηγίλλης».
Ένα βράδυ, µε το ζόρι για λόγους δηµοσίων σχέσεων; ο Γραµµατέας της ∆ΕΗ πήρε µαζί του µερικούς νέους, µεταξύ των οποίων και τον Προκόπη, για το Κέντρο τραγουδιού του Τόλη Βοσκόπουλου, ο οποίος ήταν τύφλα στο µεθύσι.
Ο Προκόπης δεν έφαγε ούτε ήπιε το παραµικρό. Ήθελε να γυρίσει πίσω στο σπίτι του, στο καλύβι, µε την απλή του ζωή, και ξανά, σε επαφή µε την προσφυγιά των Κούρδων, στα Εξάρχεια. Ο Κούρδος Ιµπραήµ, του είχε πει ξάφνου:
– Όχι λες «Ιµπραήµ»!
Ο Προκόπης σκέφτηκε για λίγο και κατάλαβε τον κίνδυνο της προσφυγιάς.
Ένα πρωί, στο Λογιστήριο πια, ένας υπάλληλος άρχισε να φωνάζει σε βάρος των νέων υπαλλήλων:
– Είστε δούλοι και παράνοµοι ε;
Φώναξε επί τόπου ο Προκόπης:
– Εµείς είµαστε υπέρ της απεργίας. Της διαδήλωσης. Και πού το ξέρεις εσύ ότι είµαστε της ∆εξιάς; Όχι! Εγώ δεν είµαι! Θα σας το αποδείξω!
Ένα άλλο πρωινό, ένας τεχνικός άρχισε να σκούζει, πέρα από την περίπτωση του θανατηφόρου ατυχήµατος ενός συναδέλφου του τεχνικού, σε στύλο της ∆ΕΗ, αφήνοντας πίσω του ορφανά, δύο ανήλικα παιδάκια:
– Συνάδελφοι! Αύριο, θα έρθει εδώ να δουλέψει ένας τραβεστί. Ε, ρε, ξεφτίλα!
Ο Προκόπης τον άκουσε, γιατί κουβάλαγε κάτι έγγραφα, αν και άλλοτε, έκανε υπερωρίες µε εργασία σε ειδικό βιβλίο του Λογιστηρίου. Και κάποτε, σταλµένος στο Αρχείο του υπογείου, έµεινε έκπληκτος. Τροµερή υγρασία, µούχλα, χαλασµένα πρωτόκολλα, έγγραφα, κενά αρίθµησης…
Την εποµένη ήρθε η Π. Ήταν ένα κορίτσι µόλις ενηλικιωµένο, µετά από τις Πανελλήνιες εξετάσεις των Λυκείων. Τι είχε συµβεί; Το κακόµοιρο, είχε γεννηθεί ερµαφρόδιτο και οι γονείς του διάλεξαν την θηλυκή του πλευρά.
Αλλά δυστυχώς, η εµφάνισή του τώρα, ήταν καθαρά αγορίστικη. Είχε όµως σοβαρότητα, πειθαρχία, υποµονή και απόλυτη εργατικότητα.
Ένας συνδικαλιστής της άλλης πλευράς, µιλούσε κάποτε κρυφά στους νέους και ο Προκόπης, µε µεγάλη ντροπή, πηγαίνοντας να καθίσει µακριά, σε µια γωνιά, ολοµόναχος, δάκρυζε και τον ευχαριστούσε, δίνοντάς του το χέρι.
Ακριβώς δίπλα, στο γραφείο, δύο υπαλλήλων µετρήσεως, ο ένας τους πουλούσε µικρές ηλεκτρικές σόµπες. Ο Προκόπης αγόρασε µία.
∆εν άντεξε πολύ. Βάλε, βγάλε, ξαναπάρε, έλεγξε τους νέους υπαλλήλους, για την ώρα προσωρινούς, διώξε, κάνε, δείξε, ήθελε να φύγει. Ναι, αλλά σκεφτόταν τον πατέρα του και τη µητέρα του. Τι θα πουν; Πώς θα αντιδράσουν;
«Κι αν αρρωστήσουν εξαιτίας µου;»
Η άλλη του, εσωτερική πλευρά, πολιτική – πνευµατική, διαµαρτυρήθηκε αµέσως: «Είσαι ή δεν είσαι της Αξιοκρατίας; Είσαι ή δεν είσαι Αριστερός, του Μαρξισµού – Λενινισµού;»
«Είµαι!» τσίριζε το δωµάτιό του τώρα, διαβάζοντας ένα ποίηµα του Τάσου Λειβαδίτη:
«Βόλγα, Βόλγα, Κόκκινο ποτάµι, Βόλγα, Βόλγα, Βόλγα µαγικέ…» άρχισε να τραγουδά επιτόπου, αυθόρµητα τους στίχους του ποιητή.
Σε ελάχιστο χρόνο, µιλώντας στον συνδικαλιστή κρυφά, έλαβε την απόφαση να φύγει.
Έξαλλος, πήγε µε πεζοπορία από το Σύνταγµα στη Ρηγίλλης, µέσα στη ζέστη και στην έντονη κυκλοφορία πεζών και αυτοκινήτων.
Ο χώρος της Ρηγίλλης φαινόταν άδειος. Σίγουρα; Εντελώς;
Τώρα, ο Προκόπης ήταν πολύ θυµωµένος µε τον εαυτό του. Ένιωθε να τον µισεί. Τι γύρευε εδώ; Έτσι, ε; Να δει τον θείο του; Σήκωσε το χέρι του κι έριξε ένα φάσκελο.
∆ύο ήταν τότε οι γραµµατείς εκεί. Ο θείος του Σ.Κ.Α. και Α.Μ. Ο δεύτερος έλειπε. Έξω φρενών ο Προκόπης, εκτός εαυτού, ούρλιαξε:
– Γιατί µας έχετε όλους, σήκω – σήκω, κάτσε – κάτσε;
Λίγο πριν, καθώς ανέβαινε τα σκαλιά, άκουσε να λέει ο θείος του στο τηλέφωνο:
– Εµείς, θα βάζουµε σε θέσεις, σε δουλειές, τα δικά µας παιδιά. Όχι τα δικά σας.
Κι έκλεισε το τηλέφωνο απότοµα.
«∆ηλαδή, εγώ είµαι της ∆εξιάς; Της Αναξιοκρατίας; Τέλος!»
«Θείε! Θείε; Ούτε καν µην το πεις αυτό!» διέταξε τον εαυτό του.
– Μας ανεβοκατεβάζετε, διώχνετε, ξαναπαίρνετε, ελέγχετε, µοιράζετε, διαχωρίζετε, πετάτε φτωχούς µε οικογενειακές υποχρεώσεις κι εξαιρετικούς στον χαρακτήρα τους και στην εργασία…
– Πώς µιλάς έτσι, σαν υστερικό Κου – κου – ε – δάκι;
Ο Προκόπης κοκκίνισε. Πλάνταξε. Η θερµοκρασία του προσώπου του έγινε ηφαιστειακή.
«Τελειώσαµε!»
– Φεύγω! Οριστικά και αµετάκλητα! Φεύγω! Κι από τη Ρηγίλλης και από τη ∆ΕΗ!
– Τώρα θα σου πω εγώ! Θα τηλεφωνήσω στον πατέρα σου για να σε τιµωρήσει! ∆εν θα µας κάνεις εµάς, ρεζίλι…
Καιρό αργότερα, ανέφεραν κατ’ επανάληψη στον Προκόπη, ότι δεν δηµιούργησε µόνον πρόβληµα αξιοπρέπειας και κύρους στους γονείς του, αλλά και στα αδέρφια του, που λόγω της δικής του χαζοµάρας, δεν θα έµπαιναν αυτά τα δύστυχα, για καλύτερη εργασία και ζωή, σε τράπεζα, µεγάλη εταιρεία, στη ∆ηµόσια ∆ιοίκηση…
Χρόνια µετά, στην Κρήτη, στα Χανιά, συγγενείς, του το χτυπούσαν κατ’ επανάληψη.
– Μα καλά, πώς τα κατάφερες και κατάντησες έτσι; Γιατί δεν έκανες καλύτερη τη ζωή σου; Να µορφωθείς περισσότερο, σε Τράπεζα, σε Υπηρεσία, να µην περνάς δύσκολα.
Κι ο Προκόπης τους απαντούσε συνεχώς, χαµογελώντας:
– Εγώ είµαι το µαύρο πρόβατο της οικογένειας. Ζήτω η Αξιοκρατία! Ζήτω η Αριστερά!
Ένα άλλος, χωριανός του, είπε:
– Είσαι µπούφος, Προκόπη! Βρε βλάκα, αν εσύ δε χρησιµοποιήσεις το µέσο, ή το πετάξεις πέρα, θα το πάρει ένας άλλος!
Ο Προκόπης έριξε µια βρισιά.
– Βρε σεις, κι όταν κάποιος είναι φτωχός, ολοµόναχος, µε ικανότητα, ταλέντο, µόρφωση και υποτροφία, γιατί να µη βρει τη δουλειά και τη θέση που του αξίζει; Πού ζούµε; Στον Μεσαίωνα; Γιατί να µην γίνονται διαγωνισµοί και αυτούσιες έγκυρες, δίκαιες τοποθετήσεις; Πόσοι άνθρωποι στην Ελλάδα έχουν µπει σε βαρβάτες θέσεις, µέσω ενός βουλευτή συµφεροντολόγου, πολιτικού γενικά, δίχως µόρφωση, δίχως ειδικότητα, δίχως πανεπιστηµιακές σπουδές, όταν άλλοι έχουν εξαιρετικά προσόντα; Η Ελλάδα πρέπει να είναι χώρα Αξιοκρατίας. Γι’ αυτό δεν πάµε καθόλου καλά. Προ καιρού, ακόµη κι ένας ξένος, Ευρωπαίος, γελούσε µ’ εµάς και µας κορόιδευε, που είµαστε λέει του λαδώµατος, του γλειψίµατος, του ρουσφετιού και της πλαστής πολιτικής, για τους λόγους των περισσότερων ψήφων και νικητήριων αποτελεσµάτων στις εκλογές. Ντροπή! Αίσχος!
Σαν έµεινε µόνος, απευθύνθηκε στον εαυτό του, δικάζοντάς τον:
«Προκόπη, ντροπή σου! Κι αίσχος σου! Ζήτω η Αξιοκρατία! Προδότη!
Στη ∆ΕΗ δεν ξαναπήγε ποτέ. Κι έσκισε όλα τα ένσηµα που του είχαν παραδώσει, κατά τη διάρκεια της υπαλληλίας του.
Σκέφθηκε ότι αν υπήρξε κάτι θετικό, ήταν η προσωπική του εµπειρία, υπό το καθεστώς της Αναξιοκρατίας.
Στη συνέχεια, ο Προκόπης δούλευε µε πολλαπλές δυσκολίες, ταπεινώσεις, κουτσοµπολιά και βρισιές, λόγω της απλής και φτωχικής του ζωής.
Μα το χειρότερο απ’ όλα: η µαύρη αυλαία της συνείδησής, όταν αποδέχτηκε την πρόταση της αναξιοκρατίας. Τουλάχιστον τώρα είναι έµπειρος, ώριµος, έσπασε τον κανόνα, ακολουθώντας τη ζωή ενός µοναχικού, πονεµένου ανθρώπου, µε λιτή ζωή και αγώνα.
Όσο για το ζήτηµα της Αξιοκρατίας, ξαναδιαβάζει το Πολιτικό Ηµερολόγιο Α’ και Β’, του Γιώργου Σεφέρη.


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα