Ο ∆ηµήτρης Αποστολάκης είναι αναµφίβολα µια ιδιαίτερη περίπτωση του ελληνικού πενταγράµµου. Όχι µόνο γιατί µαζί µε τα άλλα µέλη των «Χαΐνηδων» αποτελούν ένα από τα µακροβιότερα µουσικά σχήµατα της ελληνικής τραγουδοποιίας, αλλά και γιατί ο ίδιος θυµίζει περισσότερο ποιητή παρά µουσικό: η µατιά του πάνω στα πράγµατα είναι αντισυµβατική, «λοξή». Οι στίχοι και οι σκέψεις του χαρακτηρίζονται από βαθιά ευαισθησία. Οι ιδέες και οι αντιλήψεις που διατυπώνει σε συνεντεύξεις και κείµενά του, κινούνται έξω από κάθε στερεότυπο. Ο λόγος του πάντα απολαυστικός, συνδυάζει µε γλαφυρό τρόπο στοιχεία από την πλούσια λαϊκή παράδοση της Κρήτης µέχρι τις τελευταίες επιστηµονικές εξελίξεις στο πεδίο της αστροφυσικής. Ένας λόγος βαθιά φιλοσοφηµένος γύρω από τη φύση, τον άνθρωπο, τις σχέσεις, την ύπαρξη και η σοφία που περιέχει συχνά αποκαλύπτεται µέσα από καθηµερινές και φαινοµενικά ασήµαντες στιχοµυθίες.
Μια τέτοια περίπτωση -από τις πολλές που περιλαµβάνει το συγκεκριµένο βιβλίο- είναι κι αυτή που αφηγείται ο ∆. Αποστολάκης στο «Φτου ξελευτερία για όλους!», το οποίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη το 2015:
«Με παίρνει τηλέφωνο ο Κώστας o Αποστολάρας, ο γιατρός, για να βρεθούµε. Εγώ που δεν έχω όρεξη να βγω από το δωµάτιο, πόσο µάλλον µε την ψυχολογία που προανέφερα, αρνούµαι ευγενικά. Αυτός επιµένει και µου ζητά έντονα να µε δει έστω και για πέντε λεπτά. Τον Κώστα τον γνώριζα γιατί έρχονταν από παλιά εκεί που έπαιζαν οι “Χαΐνηδες”. Έχω πάει µια φορά όλη κι όλη σπίτι του, αλλά τον εκτιµώ συνειδητά, γιατί είναι ηθικά άµεµπτος, φιλοµαθής και έξυπνος (…).
Βρεθήκαµε στο Θησείο, σε ένα καφενεδάκι. Στην αρχή µου παραπονέθηκε ότι οι πολιτισµικές πρωτοβουλίες του στην Πεντέλη δεν αποδίδουν καρπούς, αφού οι άνθρωποι δεν αλλάζουν τη ζωή τους. Μετά που είπε ότι ξέρει πως είµαι άνεργος και γι’ αυτό τον λόγο µε παρακάλεσε να δεχθώ ένα άσπρο φάκελο, που έβγαλε συνωµοτικά από την τσέπη του και που προφανώς είχε µέσα χρήµατα. Αφού αρνήθηκα, όπως είχε προβλέψει, µου διηγήθηκε την επόµενη ιστορία: Όταν ήµουν µικρότερος κι έκανα ειδικότητα στο νοσοκοµείο, µαζί µε άλλους, πηγαίναµε κάθε µεσηµέρι και τρώγαµε παρέα µε τους επιµελητές. Αυτοί πλήρωναν κάθε µέρα αδιαλείπτως το φαγητό µας. Κάποια µέρα πήρα έναν επιµελητή παράµερα και του είπα πως πρέπει κάπου κάπου να πληρώνουµε κι εµείς. Αυτός µου απάντησε πως κι εκείνου όταν ήταν ειδικευόµενος, του κερνούσαν το φαγητό οι τότε επιµελητές: “Γι’ αυτό”, µου είπε, “σε κερνάω, όχι για να έχεις, αλλά για να χρωστάς!”.
Έτσι, µου λέει ο Κώστας, θεωρώντας σηµαντική τη µουσική µου προσφορά σε εκείνον, ένιωσε ότι µου χρωστά και µου δίνει αυτόν τον φάκελο, για να χρωστώ κι εγώ. Εγώ αρνήθηκα λέγοντας το συνηθισµένο µου µότο, ότι τα τραγούδια είναι του συλλογικού ασυνείδητου κι όχι δικά µου, κι ότι έχω κάτι τελευταία ψιλά, κι όταν τελειώσουν δεν θα διστάσω να του ζητήσω. Αυτός έκανε αλλεπάλληλες προσπάθειες να πάρω τον φάκελο. Εγώ του απάντησα ότι τον φάκελο τον είχα πάρει, και µάλιστα, πολύ µεγαλύτερο, αφού είχα πάρει όχι την ύλη αλλά το άρωµα της ανιδιοτελούς προσφοράς και τη δυνατότητα να τη ζητήσω στο µέλλον. Επίσης, πρόσθεσα ότι εκείνη τη στιγµή τα χρήµατα δεν τα είχα µεγάλη ανάγκη, κι ό,τι δεν είναι απόλυτα αναγκαίο δεν σου κάνει καλό».


