Στα χωριά του νοµού, ειδικά στα ορεινά προ 50ετίας, οι γιορτές είχαν ένα ιδιαίτερο χρώµα. Στην Κάντανο, το χωριό µου, υπήρχαν οικονοµικές δυσκολίες από την Κατοχή, αλλά περίσσευε η αγάπη και η χαρά των άγιων ηµερών µετά από τόσες αγροτοκτηνοτροφικές δουλειές του φθινοπώρου. Λέγοντας τα κάλαντα, µας έδιναν εκτός από µικροποσά χρηµάτων, και γλυκά, καλοκαιρίδια (κάστανα, καρύδια, σταφίδες, συκοπιταρίδες). Όσοι κρατούσαν δοχεία λαδιού, αν ήθελαν, έπαιρναν λάδι. Οι ευχές ήταν µε πηγαίο τρόπο και θυµάµαι το τελείωµα τους: «Σ’ αυτό το σπίτι που ‘ρθαµε πέτρα να µη ραΐσει κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει». Φτώχεια µα περηφάνια, αγνές καρδιές. Μεγάλο γεγονός των εορτών ήταν το “ποδαρικό” της Πρωτοχρονιάς. Πολλές φορές κοιµόµασταν στον αχυρώνα και µε µια πέτρα και την εικόνα του Χριστού πηγαίναµε στο σπίτι λέγοντας τα κάλαντα, περιµένοντας µε ανυποµονησία τους µελωµένους λουκουµάδες της µακαρίτισσας της µάνας, από το µέλι του παππού φτιαγµένες.
Τότε σφάζαµε και τον χοίρο, που περνούσε ο µισός χειµώνας µε τα προϊόντα του. Κρέας για φαγητό, ξύγκι για λίπος σε φαγητά αντί στακοβούτυρο, οµοτιές και λουκάνικα στον ανηφορά του τζακιού. Μια φορά δεν είχαµε δέσει καλά τον χοίρο και σηκώθηκε µε το µαχαίρι στον λαιµό και έφυγε, οπότε τον κυνηγούσαµε να τον πιάσουµε. Αρχές 10ετίας του ’60, το σχολείο έλεγε τα κάλαντα, πηγαίνοντας σ’ όλες τις γειτονιές, για να πάρει λάδι, λεφτά, καλοκαιρίδια και να επισκευάσει το κατεστραµµένο από την κατοχή σχολείο, ο διευθυντής και αείµνηστος πατέρας µου, που έγινε από τα ωραιότερα του νοµού από τα έπιπλα και τον εξοπλισµό που έδωσαν οι Γερµανοί σαν ένα είδος συγγνώµης για την καταστροφή της κωµόπολης.
Τώρα βλέπουµε κάποιους συνοµηλίκους και τα θυµόµαστε µε νοσταλγία, αναπολώντας τη ζωή µιας περιοχής που είχε 120 κατοίκους και ζωή όλο τον χρόνο. Να ξαναγινόµαστε πάλι πιτσιρίκια, µε κοντοπαντέλονο, µπάλα και ξυλίκι!
*Φωτ. Αρχείο Σταμάτη Αποστολάκη.
Γιάννης Καµηλάκης
συν/χος διδάσκαλος


