Σε φυλάκιση τριών ετών και έξι µηνών µε αναστολή καταδικάστηκε ένας δικηγόρος Ρεθύµνου για µια σειρά περιπτώσεις πλαστογραφίας σε βάρος τράπεζας που πραγµατοποίησε την περίοδο 2012-2019 στο γειτονικό Νοµό.
Οι πλαστογραφήσεις αφορούσαν διαταγές πληρωµών, υπογραφών δικαστών, δικαστικών υπαλλήλων, εφοριακού κα. και για τις οποίες ο δικηγόρος οµολόγησε την ενοχή του.
Ο ίδιος και στην απολογία του αποδέχθηκε τις κατηγορίες, µίλησε για οφειλή που είχε που τον ανάγκασε να κάνει τις πράξεις για τις οποίες έχει µετανιώσει. Σηµείωσε ότι το 2023 έδωσε πίσω στην Τράπεζα 100.000 ευρώ και έχει εγγράψει υποθήκη σε οικόπεδο ιδιοκτησίας του στο Ρέθυµνο αξία άνω των 350.000 ευρώ προκειµένου να αποπληρώσει του τόκους µε τους οποίους έχει χρεωθεί από το πιστωτικό ίδρυµα. Τόνισε πως για τρία χρόνια έµεινε εκτός δικαστικών αιθουσών λόγω της πρωτόδικης καταδίκης του – επανήλθε στην εργασία του ως δικηγόρος από το περασµένο φθινόπωρο – και πως µέχρι τότε ζούσε χάρις στην στήριξη της οικογένειας του.
Στον κατηγορούµενο αναγνωρίσθηκαν τα ελαφρυντικά της µεταµέλειας και της καλής διαγωγής µετά την πράξη.
Οι δικηγόροι του στις αγορεύσεις τους τόνισαν πως ο εντολέας του έχει αναγνωρίσει το λάθος του, έχει τιµωρηθεί αυστηρά, έδωσε πίσω πολλά χρήµατα και έβαλε σε υποθήκη ύψους 350.000 ευρώ ένα οικόπεδο που αξίζει πολύ περισσότερα χρήµατα. Σηµείωσαν επίσης πως η τράπεζα δεν έχασε καθώς είχε σε καθεστώς εµπράγµατης ασφάλειας τα χρήµατα που είχε πάρει παρανόµως ο δικηγόρος.



