Ήταν µια καλή αναγνωστική χρονιά το 2025, διάβασα αρκετή και καλή ελληνική λογοτεχνία, κάποια βιβλία που ξεχώρισα είναι:
1. Η δεξιά ερωµένη – Πάνος Θεοδωρίδης (εκδόσεις Κείµενα). Εκ των υστέρων αντιλήφθηκα πως ο εκλιπών Θεοδωρίδης ήταν ιδιαιτέρως γνωστός, εγώ τον αγνοούσα, τι και αν το βασικό πεδίο έκφρασης ήταν για εκείνον αυτό που κάποτε αποκαλούταν µπλογκόσφαιρα. ∆εν ήξερα τι να περιµένω, είχα εµπιστοσύνη στις εκδόσεις Κείµενα και τις επιλογές τους, το βιβλίο έφτασε στο βιβλιοπωλείο ένα απόγευµα καλοκαιρινό και βροχερό, ύστερα από λίγο άρχισα να το διαβάζω, κάποιες σελίδες µόνο, ήταν αρκετές. Γραµµένο το 1999, όταν πολλά απ’ όσα σήµερα θεωρούµε λογοτεχνικά δεδοµένα και σύγχρονα ήταν ακόµα σε στάδιο κύησης, όταν η αυτοµυθοπλασία δεν είχε ακόµα ονοµατιστεί, µε µια γλώσσα τροµακτικά και ταιριαστά ωστόσο, φυσικά και όχι επιδεικτικά, πλούσια και πλουραλιστική, από την πιο στενή αργκό µέχρι τους βυζαντινούς χρόνους. Μια τεράστια έκπληξη, αναγνωστικά καθοριστική.
2.
Πώς φιλιούνται οι αχινοί – Αλεξάνδρα Κ. (εκδόσεις Πατάκη). Αν είναι µια φορά σηµαντικό (για µένα) να απαντηθεί το ερώτηµα γιατί διάβασα ένα βιβλίο, άλλο τόσο σηµαντικό (για µένα) είναι να απαντηθεί το γιατί δεν διάβασα ένα βιβλίο. Το Πώς φιλιούνται οι αχινοί κυκλοφόρησε το 2017, το είχα πιάσει αρκετές φορές στα χέρια µου για να το βάλω/κατεβάσω στο ράφι, ένα βιβλίο που διαβάστηκε αρκετά, που ακόµα συνεχίζει να διαβάζεται, και όµως ποτέ δεν άνοιξα την πρώτη σελίδα, να διαβάσω την πρώτη αράδα, αυτή την τόσο καθοριστική λίθο πριν από την ανέγερση του ορίζοντα προσδοκιών, του αυθαίρετου ορίζοντα προσδοκιών. Το καλοκαίρι (των εκπλήξεων) ήταν (και) αυτό (το βιβλίο). Είναι εδώ η στιγµή που θα µπορούσα να περιαυτολογήσω, να ανέλθω του βιβλίου και να αραδιάσω φράσεις/ατάκες όπως: έδωσα µια ευκαιρία, επέµεινα, θέλησα να είµαι σωστός και τίµιος κ.τ.λ· ενώ η αλήθεια είναι πως ζεσταινόµουν και είχα βολευτεί και το πιο εύκολο ήταν απλά να πιάσω να διαβάσω το βιβλίο που ήταν πιο κοντά µου και συνέχισα και πιάστηκα και ξέχασα πως ζεσταινόµουν και εκείνο το κεφάλαιο, τελικά, σαν ελατήριο λειτούργησε, σαν βατήρας, έτσι όπως το σύνολο του αµυντικού µηχανισµού χαλάρωσε, και πια οι προσδοκίες είχαν αποχωρήσει, οι ορίζοντες είχαν αποµακρυνθεί και δεν υπόσχονταν εντυπωσιακά αιµατοβαµµένα δειλινά, και έτσι χαλαρό, η συνέχεια µε βρήκε µπόσικο µε πήρε και µε σήκωσε, δεν ήξερα από πού µου έσκασε.
3.
Θα πέσει η νύχτα – Κωνσταντίνος Τζαµιώτης (εκδόσεις Μεταίχµιο). Ακολουθώ το έργο του Τζαµιώτη εδώ και χρόνια, από τα πρώτα του βήµατα στις εκδόσεις Ίνδικτος. Πέρασαν πέντε χρόνια από το τελευταίο του βιβλίο, η αναµονή κορυφωνόταν, κάποιος µου είπε πως ετοίµαζε ένα πολυσέλιδο µυθιστόρηµα, το περίµενα πώς και τι. Κυκλοφόρησε το Θα πέσει η νύχτα και δεν άφησα στιγµή να περάσει, το ίδιο βράδυ άρχισα να το διαβάζω, πέρασα ώρες µαζί του, µια τενοντίτιδα ήταν το εµφανές σωµατικό κατάλοιπο, απόρροια της βύθισης. Η γραφή του Τζαµιώτη, µε το ενδιαφέρον για την ιστορία και την οξυδέρκεια στην παρατήρηση του κόσµου τριγύρω, συνδυάζει δύο χαρακτηριστικά, την αφηγηµατική άνεση και το χτίσιµο στέρεων χαρακτήρων, των οποίων για µένα ηγείται ο Τρίκορφος (βλ. Η πόλη και η σιωπή). Ο Τζαµιώτης υπογράφει µε έµπνευση, τεχνική και οξυδέρκεια ένα σηµαντικό µυθιστόρηµα, σε µια κορυφαία στιγµή της εργογραφίας του, αλλά και της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, πετυχαίνοντας να συγκεράσει λογιών λογιών φαινοµενικά ετερόκλητα χαρακτηριστικά, να καταστήσει λειτουργικές και απαραίτητες ακόµα και τις όποιες αδυναµίες η µεγάλη φόρµα παρουσιάζει στο εξαντλητικής ταχύτητας και ερεθισµάτων σήµερα, δοκιµάζοντας να πάει κόντρα στο ρεύµα της µικρής και αποσπασµατικής φόρµας που δείχνει να επικρατεί. Ωστόσο, η καταβύθιση στις σελίδες ενός καλού µυθιστορήµατος είναι ένα από τα πλέον ασφαλή µπούνκερ καταφυγής και το Θα πέσει η νύχτα, πέρα από τις λοιπές αρετές του, είναι ένα χορταστικό µυθιστόρηµα.
4.
Απάρνηση – Άρης Μαραγκόπουλος (εκδόσεις Τόπος). Στην προκειµένη περίπτωση, δεν περίµενα απλώς και µόνο ένα ακόµα βιβλίο δια χειρός του δηµιουργού, µε το τόσο ευρύ και πολυσχιδές έργο στις αποσκευές του, αλλά και την ολοκλήρωση της τριλογίας «Οι κολυµπητές». Της Απάρνησης προηγήθηκαν το φλλσστ, φλλσστ, φλλλσσστ και το Ω! Τι υπέροχη εκδροµή. Ήθελα να συναντήσω ξανά τα πρόσωπα, να αντικρίσω την καθηµερινότητά τους, ήθελα όµως και να βρεθώ ξανά στη λογοτεχνική επικράτεια του Μαραγκόπουλου, και ήταν ωραία εκεί, ωραία παρά τις απώλειες και τον τριγύρω ζόφο, παρά την ολοένα και εντονότερη διολίσθηση στην αποµάγευση του κόσµου.
5.
Τώρα όµως δεν έχουν συµβεί όλα αυτά – Χρηστίνα Καλλιρρόη Γαρµπή (εκδόσεις Κείµενα). Το πρώτο διήγηµα το διάβασα στη δουλειά. Σκάρτες δύο σελίδες, µιλάει για ένα χταπόδι στα χέρια ενός τουρίστα, το κοπανάει στον βράχο, πλατς, πλατς και πάλι πλατς, προλαβαίνω να υπογραµµίσω: «Άραγε πονάς όταν δεν έχεις κόκαλα; Τι είναι αυτό που συνθλίβεται πρώτο µέσα στο σώµα; Πλατς. Οι τρεις του καρδιές. Πλατς. Η πρώτη. Πλατς. Η δεύτερη. Πλατς. Η τρίτη. Ένας κοµήτης ίσως µετέφερε τα πρώτα αυγά χταποδιού στη Γη. Πολύ θα ήθελα να ισχύει αυτό, κοιτάζω κι άλλο το µικρό αγόρι. Ένας κοµήτης που έπεσε στη γη». Κλείνω το βιβλίο βιαστικά, το αφήνω στην άκρη, ήξερα αρκετά κιόλας, οι αδρές γραµµές του ορίζοντα προσδοκιών είχαν χαραχτεί, αυτού του βιβλίου τού έπρεπε ανάγνωση αδιάσπαστη, όσο το δυνατόν. Εν τέλει, τα διηγήµατα της συλλογής, που κανένα δεν έχει το όνοµα της συλλογής, δεν ξέρω γιατί πάντοτε αυτό µου κάνει εντύπωση, δεν συγκοινωνούν απλώς µεταξύ τους, δεν µοιράζονται την ίδια σκηνή δράσης, προσαρµοσµένη ανάλογα κάθε φορά, τα διηγήµατα της συλλογής διαθέτουν και ένα άλλο χαρακτηριστικό, χωρίς να είναι µπουκωµένα, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί το επίθετο συµπυκνωµένο είναι από µόνο του ένα κοµπλιµέντο, διαθέτουν πριν και µετά, σαν αίσθηση, ο αναγνώστης νιώθει πως τα πρόσωπα κάπου ήταν πριν εµφανιστούν και κάπου πάνε µόλις αποχωρήσουν από τη σκηνή, αναρωτιέµαι αν η ενασχόληση της συγγραφέως µε το σινεµά ευθύνεται γι’ αυτού το είδος το µοντάζ, µικρές αδιόρατες ουρές φιλµ που εξέχουν στις άκρες των στιγµιοτύπων, και κάπως έτσι, εκτός από τη συγκατοίκηση, επιτυγχάνεται και η περαιτέρω παραµονή κάποιων προσώπων στο µυαλό και τη µνήµη του αναγνώστη, ειδικά κάποιων, µε χαρακτηριστικότερο παράδειγµα τη Μ. στο Οι ∆ευτέρες, οι Τετάρτες και οι Παρασκευές, πρόσωπα που γνωρίσαµε και πού και πού σκεφτόµαστε, ακόµα και αν έχουµε καιρό να τα συναντήσουµε στον δρόµο τυχαία.
6.
Η κορυφή του κόσµου – Ηλίας Μπιστολάς (εκδόσεις Τόπος). Το περίµενα το δεύτερο βήµα του Μπιστολά, κάπως απογοητεύτηκα που δεν θα ήταν µυθιστόρηµα αλλά µία συλλογή διηγηµάτων, καθένας µε τις ορέξεις του, όµως. Στη χώρα µας, µε τα τόσα στραβά, από λογοτεχνική παραγωγή, συγγραφή ή µετάφραση, πάµε καλά, ζούµε πολύ πάνω από τις δυνατότητές µας, όσοι γκρινιάζουν το έχουν στη φύση τους. Τι και αν η αναλογία ανάγνωσης είναι συντριπτικά υπέρ της µεταφρασµένης λογοτεχνίας, λογικό και αναµενόµενο το θεωρώ, το αίσθηµα ανάγνωσης χωρίς γλωσσική διαµεσολάβηση είναι κάτι το ιδιαίτερο, ειδικά όταν, προσωπική άποψη, οι χρονικές συντεταγµένες, γραφής και ανάγνωσης, συγκλίνουν, όταν πρόκειται για συγχρονισµένο ντουέτο, τότε και ο τόπος, οι ιδιαιτερότητες, οι αναφορές, οι διασυνδέσεις, τα πρόσωπα, επίσης, εµφανίζονται γνώριµα επί σκηνής. Και αν αναφέρθηκα στη θετική πλευρά µιας τέτοιας αναγνωστικής σχέσης, θα έπρεπε επίσης να αναφέρω και τη δυσκολία να απολαύσεις/εκτιµήσεις κάτι για το οποίο πιστεύεις πως ξέρεις πολλά, όταν η απόσταση δεν είναι πανίσχυρη ώστε να καλύψει τις όποιες λακκούβες πίσω από ένα πέπλο συχνά εξωτικό.
7.
Γλυκέ µου δεινόσαυρε – Γεωργία ∆ιάκου (εκδόσεις Πλήθος). Της ∆ιάκου είχε προηγηθεί η γοητευτικά σκοτεινή νουβέλα Λαβίνια Σουλτς, πρόταση του Θ. πριν κάποιους µήνες, ποιήτρια µε σπουδές στο θέατρο, το Γλυκέ µου δεινόσαυρε ήταν ένα βιβλίο που περίµενα να βγει, χάρηκα όταν βρήκε στέγη στις καλές εκδόσεις Πλήθος, περίµενα να φθινοπωριάσει λίγο, από ένστικτο, πολλά συντελούν στην οικοδόµηση του ορίζοντα προσδοκιών. Με λίγα λόγια, ειδολογικά, η σύνθεση αυτών των κειµένων, µε απεύθυνση στον δεινόσαυρο, θα µπορούσε να ταξινοµηθεί στην ηµερολογιακή γραφή, και ας λείπουν οι συγκεκριµένες µέρες, κάθε αριθµηµένο απόσπασµα, δύο, το πολύ τριών σελίδων, αναφέρεται σε µια καινούργια χρονική στιγµή. Ξεκινώ από την ειδολογική κατάταξη γιατί πιστεύω πως αυτή η αναρώτηση, διαρκώς παρούσα κατά την ανάγνωση, εν τέλει την επηρεάζει καθοριστικά. Την επηρεάζει σε ρυθµό, σίγουρα, πώς διαβάζεται ένα βιβλίο όπως αυτό, από την αρχή ως το τέλος; πού µπαίνουν οι παύσεις, µπαίνουν; είναι ένα ενιαίο σώµα; υπάρχει κάποιος συγκεκριµένος άξονας περιστροφής; η συγγραφή προηγήθηκε της σκέψης να ενταχθούν το ένα µετά το άλλο και να συνθέσουν µια συλλογή; διηγήµατα σίγουρα δεν είναι, µυθιστόρηµα, αν είναι, παραείναι αποσπασµατικό, ποιητική σύνθεση θα µπορούσε να είναι, αλλά και πάλι, µάλλον όχι, επιστρέφω στα λίγα λόγια και αχνογράφω ηµερολογιακή γραφή, αφήνω τον νου κάπως ευχαριστηµένο µε αυτή την κίνηση.
8.
Κασκαντέρ – Ιορδάνης Παπαδόπουλος (εκδόσεις Ίκαρος). Ένα ζήτηµα ειδολογικής κατάταξης προκύπτει, πού ανήκει το Κασκαντέρ, ποιητικό δοκίµιο θα δοκίµαζα να αχνογράψω υπότιτλο στο εξώφυλλο. Η συνοχή της κατασκευής αποτελεί στόχο, µοιάζει να αποτελεί συγγραφική επιδίωξη, ωστόσο το έδαφος επί του οποίου εκτείνεται παραµένει υπόθεση πιο υποκειµενική, εύπλαστη πρώτη ύλη στα χέρια του αναγνώστη, το ποιητικό φαντάζει έτσι υπαρκτό, το δοκιµιακό δοκιµάζεται, αν θεωρήσει κανείς πως η ποίηση ελευθερώνει και το δοκίµιο κατευθύνει, πως το αφηρηµένο συγκρούεται µε το συγκεκριµένο, στη σχάση αυτή επιβιώνει ο κασκαντέρ, δοκιµάζει να επιβιώσει για την ακρίβεια, ούτε ο ίδιος ξέρει αν τα καταφέρνει, για να µην αναφερθούµε στο πώς. Τέτοιες επίφοβες κατασκευές αποκτούν, αν αποκτήσουν, τα θεµέλια τους στην πορεία της ανάγνωσης, αρχικά χάσκουν επικίνδυνα, το έδαφος δεν φαντάζει στέρεο, άλλωστε οι προσδοκίες δεν θα µπορούσαν να επιβεβαιωθούν, ο,τι και αν περίµενες, η ανάγνωση θα το πλήξει, εκτός ίσως από εκείνο το αόριστο συναίσθηµα/επιθυµία να διαβάσεις κάτι αποσπασµατικό, δεκάδες σωµατίδια να περιστρέφονται γύρω από ένα σηµείο ισορροπίας αντιθετικών δυνάµεων, στο οριακό µηδέν έλξης/απώθησης, στην αρχή είναι η γλώσσα εκείνη που σε υποδέχεται, εκείνη οφείλει να κάνει καλή εντύπωση στον σαστισµένο επισκέπτη. Ο κασκαντέρ ξέρει πως κανένας δεν θα τον θυµάται µετά την έξοδο από την αίθουσα, τι και αν εκτέλεσε το πλέον οριακό πλάνο, τι και αν έβαλε τα χέρια του στη φωτιά έναντι της ατσαλάκωτης και απαστράπτουσας φίρµας, πρωτοσέλιδο στον τύπο και αφίσα στα δωµάτια, δεν τον νοιάζει, όσο περνάει ο καιρός όλο και λιγότερο, δεν δέχεται την πρόκληση για τη δόξα, αλλά για την πρόκληση να περάσει από εκεί που οι άλλοι λένε: επικίνδυνο, τρελό. Ο κασκαντέρ είναι ένας ποιητής που σηκώνει το βλέµµα µας από το έδαφος, το πάντα ίδιο, γνώριµα ανώµαλο έδαφος, για λίγο δεν νιώθουµε το βάρος κάτω από τα πόδια µας και αυτό το λίγο είναι πολύ, υπερβολικά πολύ, τον ευχαριστούµε, είναι ένα νήµα ακόµα να πιαστούµε.
9.
Φιλία/Ένα λήµµα σε θραύσµατα – Αλ Τερ (εκδόσεις Periplaneta). Όταν έπιασα στα χέρια µου το λεπτό αυτό βιβλίο διπλής εισόδου, µία στην ελληνική και µία στην αγγλική, στάθηκα λίγο στη λέξη φιλία που υπερίπταται ταπεινότερη του έντονα κεφαλαίου υπότιτλου ΕΝΑ ΛΗΜΜΑ ΣΕ Θ Ρ Α Υ Σ Μ Α Τ Α, λες και αυτό είναι το σηµαντικό, το καθοριστικό, ένα ζήτηµα ταυτότητας προθέσεων, µια ιδιότυπη δέσµευση, µια επιτέλεση κάτι συγκεκριµένου, πριν συνεχίσω µε το όνοµα του δηµιουργού, Αλ Τερ. Από τα δεδοµένα του εξωφύλλου, εκείνο µε το οποίο απασχόλησα τη σκέψη µου κατά την προαναγνωστική περίοδο ήταν το ζήτηµα της ανωνυµίας, της χρήσης ενός ψευδώνυµου, σκέψη που συχνά πυκνά µε απασχολεί και µε ιντριγκάρει, και τα πράγµατα που µας απασχολούν και µας ιντριγκάρουν, όσο και αν κάνουµε πως δεν το καταλαβαίνουµε, είναι πράγµατα που µας απασχολούν προσωπικά, ας πούµε, στην περίπτωσή µας/µου, πώς θα είχε ξετυλιχτεί το κουβάρι των χρόνων, αν µε κάθε κόστος δεν οικοδοµούσα τη γέφυρα ανάµεσα στο όνοµα χρήστη της google και στο όνοµα ληξιαρχικής πράξης, αν δεν ήµουν εγώ αυτός αλλά κάποιο άγνωστο ψηφιακό υποκείµενο γραφής και ανάγνωσης, ύστερα αναπόφευκτα σκέφτηκα τον Πεσσόα στη σηµερινή εποχή, πόσο θα το γλεντούσε, κατέληξα σε τετριµµένες σκέψεις, ύστερα, η ανωνυµία σε µια εποχή όπως η σηµερινή κ.τ.λ. βαρετά και όµοια πάντα. ∆ιάβασα δύο φορές το λήµµα αυτό, όχι δεν τόλµησα την αγγλική εκδοχή του, και η τοµή ανάµεσα στο συναίσθηµα και τη σκέψη υπήρξε µια χαράδρα τροµακτικής οµορφιάς, οριακής επίσης ίσως. Και κάποιες στιγµές ψάχνουµε ή είµαστε έτοιµοι να διαβάσουµε κάτι που θα συµπυκνώνει µε τον δικό του τρόπο κάτι πιο χαοτικά διάχυτο εντός µας. Και εδώ αυτό ήταν η χαράδρα αυτή ανάµεσα στο συναίσθηµα, για το οποίο λίγα (πιστεύουµε πως) µπορούµε να κάνουµε, µια διαδροµή (αµιγώς) βιωµατική, και τη γνώση για την οποία πολλά (πιστεύουµε πως) µπορούµε να κάνουµε, µια διαδροµή (αµιγώς) συνειδητή. Κάθε χαράδρα τείνει στα βάθη της να καταλύει το ενδιάµεσο κενό.
10.
Βάθος πεδίου – Χρήστος Χρυσόπουλος (εκδόσεις Οκτώ). Όταν κάποιος, ο Χρυσόπουλος στην προκειµένη περίπτωση, µετέρχεται την εµπειρία του ως δέκτης για να δηµιουργήσει, για να παράξει λέξεις και φράσεις και σελίδες, για να επιχειρήσει όχι µόνο να απαντήσει αλλά και να ρωτήσει, ίσως κυρίως αυτό, τότε αυτό σηµαίνει µια υποβολή προσφοράς, την εναπόθεση ενός στεφάνου στο µνηµείο της λογοτεχνίας και αυτή η πράξη, ατοµική, προσωπική, υποκειµενική απεγκλωβίζεται του εγωκεντρισµού, δεν αποκολλάται αλλά συγκολλάται στον κόσµο, γίνεται ένα ακόµα κανάλι απόπειρας κατανόησης της ανθρώπινης εµπειρίας. Και τότε πια οι χαρακτηρισµοί επαναπροσδιορίζονται, απολύουν πέπλα και στολίδια και ενδύονται άλλα, τότε µπορεί κανείς ακόµα–ακόµα χωρίς να δαγκώσει τη γλώσσα του να αποκαλέσει αυτό το µυθιστόρηµα εγχειρίδιο αυτοβοήθειας και παρά την όποια παιγνιώδη ή σαρκαστική προδιάθεση, να το εννοεί, να είναι. Και αυτού του είδους η διαµεσολαβηµένη εµπειρία, όταν συµβαίνει µε τον τρόπο που ο Χρυσόπουλος την αποτυπώνει, µετατρέπεται σε αναγνωστική απόλαυση, σε ένα ελάχιστο υποείδος γραφής µε το οποίο νιώθω συγγένεια.
11.
Άγνωστες λέξεις – Σοφία Αυγερινού (εκδόσεις Πόλις). Στις αρχές της χρονιάς κυκλοφόρησε η νουβέλα της Σοφίας Αυγερινού, Άγνωστες λέξεις, από τις εκδόσεις Πόλις. Η αλήθεια είναι πως δεν γνώριζα τη συγγραφική πλευρά της Αυγερινού παρά µόνο τη µεταφραστική· Μπροχ, Ντοστογιέφσκι και Μπέρνχαρντ, µεταξύ άλλων. Σκέφτοµαι πως µετά το πέρας των Χριστουγέννων, της κορύφωσης µιας περιόδου έντονης κινητικότητας στον χώρο του βιβλίου, εκεί, κάπου τον Φλεβάρη, ίσως µια έκδοση να καταφέρει να τραβήξει το βλέµµα, να µην χαθεί στις ντάνες µε τις νέες εκδόσεις, να διαβαστεί και να σχολιαστεί, και ίσως, αν το βιβλίο είναι καλό, σύντοµα να ξεφύγει από το πρώτο δίχτυ υποδοχής και να ανοιχτεί σε πιο µεγάλες θάλασσες. Βέβαια, ταυτόχρονα, µετά από τόσα χρόνια πέριξ των εκδοτικών και αναγνωστικών πραγµάτων, δυσκολεύοµαι να αποτινάξω ορθολογικά από πάνω µου τον µεταφυσικό νόµο στον οποίο η µοίρα κάθε βιβλίου µοιάζει να υπόκειται, καλά βιβλία που δεν γνωρίζουν τους αναγνώστες που τους αξίζουν, µέτρια βιβλία που θριαµβεύουν, κακά βιβλία µε τα οποία αρκετοί ασχολούνται, έστω και για να πουν ακριβώς αυτό, πως πρόκειται για κακά βιβλία. Η Αυγερινού πετυχαίνει να χαρίσει στη νουβέλα της µια αυτονοµία, χωρίς να της στερεί µέσω µιας βιασµένης συσκότισης την απόλαυση καθιστώντας την προβληµατική. Συνδυάζει δύο αρετές, σχετικά σπάνιες στην εγχώρια λογοτεχνία: το πρωτότυπο θέµα, τουλάχιστον ως σηµείο εκκίνησης, αποµακρυσµένο από τις γνώριµες πηγές άντλησης, και τη χρήση της γλώσσας. Και αν η πρωτοτυπία του θέµατος µπορεί να αναζητηθεί χωρίς ιδιαίτερες θυσίες και στη µεταφρασµένη λογοτεχνία, η χρήση της γλώσσας καθιστά τις Άγνωστες λέξεις ένα σηµαντικό ανάγνωσµα, ένα επίτευγµα για τους έχοντες µητρική γλώσσα την ελληνική.
12.
Ρεπεράζ – Μαρίνα Αγαθαγγελίδου (εκδόσεις Πατάκη). Για το βιβλίο, το Ρεπεράζ της Μαρίνας Αγαθαγγελίδου, πρώτος µου µίλησε ο Α., αρκετά πριν από τη µόλις πρόσφατη κυκλοφορία του, είχε διαβάσει το χειρόγραφο, το ψηφιακό χειρόγραφο, για να είµαι ακριβής, ποιος γράφει µε το χέρι πια, και αν το κάνει, ποιος δεν δακτυλογραφεί σε περιβάλλον επεξεργασίας κειµένου, διορθώσεις και προσχέδια, σύναψη και αποστολή, ένα µικρό συνοδευτικό κείµενο, θα χαρώ να µου πεις µια γνώµη, όταν µπορέσεις, µη βιαστείς, να µου πεις την αλήθεια, αν έχεις κάποια παρατήρηση, επίσης να µου πεις. Ο Α. είναι ακριβός στον ενθουσιασµό του, φοβερό µου φάνηκε, µου είπε, δεν χρειαζόταν να πει τις λέξεις, η χροιά της φωνής του αρκούσε. Το περίµενα το βιβλίο αυτό. Το βιβλίο αυτό εξ αρχής µε έπιασε από τον ώµο, δέχτηκα το άγγιγµα, δεν φοβόµουν, και ας µην ήξερα τις προθέσεις του, κάπως, σκέφτοµαι, θεωρούµε πια δεδοµένη την ταύτιση της αναγνωστικής απόλαυσης µε τη συναισθηµατική επέλαση εντός µας, η ισοπέδωση, ο ρεαλισµός, παρότι συχνά ατοµικός και θεωρητικά ξένος, πλησιάζει να συναντήσει να επικαθήσει να επικαλύψει ένα λήµµα από το λεξικό που άλλοτε µε σύνεση χρησιµοποιούσαµε, µας έλεγαν υπερβολικούς, όταν αναφέραµε τη λέξη ζόφος και το προσδιοριστικό παράγωγο ζοφερός, µόνο ο Ντίνκενς θαρρείς είχε το δικαίωµα µέχρι πρότινος στα του οίκου του, ο ρεαλισµός όλο και τον σιµώνει. ∆εν ήξερα και όµως δέχτηκα το άγγιγµα, ένα πλήγµα καθοριστικό στην αδιαφορία, οι κόρες κάπως διεστάλησαν ακόµα λίγο, το µπούνκερ πήρε σχήµα και µέγεθος, οι εργασίες οπτικών ινών έµειναν έξω, να ακούγονται κάπου στο βάθος. Και είχα και τις προσδοκίες που µου είχε φορτώσει ο Α., ένα βαρίδι καθοριστικό στην επαφή µε ένα παράγωγο τέχνης. ∆έχτηκα το άγγιγµα.
13.
Πέρα από τη συναίνεση – Ευάρεστος Πιµπλής (εκδόσεις Πόλις). Το Πέρα από τη συναίνεση είναι ένα µυθιστόρηµα δοκιµιακού χαρακτήρα, η πλοκή µοιάζει να είναι η αφορµή για τη διερεύνηση της ανθρώπινης µυχιότητας, εστιάζοντας στο άτοµο και µέσω αυτού στο κοινωνικό σύνολο, επιτρέποντας στον σύνθετο καµβά των πολλαπλών εκδοχών τού ανθρώπινου να αποκαλυφθεί, κόντρα σε αυτό που για αιώνες αποτέλεσε ένα δυαδικό ζεύγος, άντρας-γυναίκα, ενώ ταυτόχρονα, µε το ενδιάµεσο µέρος, δίνει τον απαραίτητο χώρο να αποτυπωθεί η κοινή γνώµη, µια αντανάκλαση των κοινωνικών ζυµώσεων. Ωστόσο, θα ήταν άστοχο να περιοριστεί σε αυτό το Πέρα από τη συναίνεση. Και περισσότερο από οτιδήποτε άλλο σε αυτό το µυθιστόρηµα εκείνο που µε ενθουσίασε ήταν, όχι το εύκολα εντοπίσιµο εύρος της θεωρητικής σκευής και σκέψης τού συγγραφέα ή οι πρόδηλες λογοτεχνικές του αρετές, αλλά η διάθεσή του να µην εγκλωβιστεί, να συνεχίσει, µέχρι τέλους να συνδιαλέγεται, να στοχάζεται, να αναρωτιέται και να το κάνει αυτό µε όρους καλής λογοτεχνίας, κρύβοντας επιµελώς το συγγραφικό υποκείµενο, επιτρέποντας στη φρεσκάδα της παρατήρησης να παρασύρει συνολικά το µυθιστόρηµα, χωρίς άγονο διδακτισµό και αδιάφορη πρόκληση, χωρίς να διαλαλεί πως κάνει κάτι σπουδαίο, κάτι που δεν έχει γίνει ποτέ ξανά, χωρίς να γυρεύει µια τέτοιου είδους αντιµετώπιση για το βιβλίο του.
Εύχοµαι καλή χρονιά, µε συνθήκες κατάλληλες για διάβασµα.


