10.6 C
Chania
Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου, 2026

Άτλαντας επούλωσης

»  Bάλια Τσιριγώτη (Εκδόσεις 3.1)

Είναι καλοκαίρι, ο Αύγουστος παρότι στέκεται άκρη άκρη θεωρείται το κέντρο του θέρους, ο Αύγουστος είναι µια έννοια από µόνος του, εκείνος που συσσωρεύει το µεγαλύτερο βάρος από την ανθρώπινη προσδοκία τη δοκιµαζόµενη σκληρά από τη ρουτίνα της χρονιάς, πάνω του να αφεθούν: ∆ευτέρα µε Παρασκευή, ξυπνητήρι, λεωφορείο, δουλειά, διάλειµµα για καφέ, δουλειά, δουλειά, υπερωρία απλήρωτη, η δουλειά δεν τελειώνει, λεωφορείο, σούπερ µάρκετ, σπίτι, µαγείρεµα, ύπνος, άσχηµος και αγχώδης, ξυπνητήρι και πάει λέγοντας, µικρές εναποθέσεις προσδοκίας Παρασκευή και Σάββατο βράδυ, κάτι που έχει µε κόπο και πολλή συζήτηση κανονιστεί, κυριακίλα και πάλι από την αρχή και να σου ο Αύγουστος αχνοφαίνεται, υποχρεωτική άδεια τώρα που το γραφείο θα κλείσει, τηλέφωνα για παράκαµψη της πλατφόρµας κράτησης δωµατίου, µια καλύτερη τιµή, χωρίς απόδειξη, µετρητά στο χέρι, υπολογισµός ξανά και ξανά µήπως υπάρχει περιθώριο για ακόµα µια µέρα, δροµολόγια, σιχτίρι στις τιµές, κατάστρωµα τόσες ώρες, όλα ο Αύγουστος τα έχει στην πλάτη του φορτωθεί, πόσα να αντέξει και εκείνος, πόσα να γίνουν σε µέρες που τα δάκτυλα του ενός χεριού ακουµπάνε µετρώντας στα δάκτυλα του άλλου χεριού, πόση επούλωση να επιτευχθεί;

Ήταν καλοκαίρι, στέκει κιόλας µακριά, όλα επανήλθαν µεµιάς στις εργοστασιακές ρυθµίσεις, ήταν καλοκαίρι, λοιπόν, όταν διάβασα αυτό το υβριδικό χρονογράφηµα, την υπόσχεση ενός Άτλαντα επούλωσης, πριν την πρώτη σελίδα έστεκαν δίπλα δίπλα, σπρώχνονταν ώµο ώµο, από τη µια η προσδοκία της ανθρώπινης εµπειρίας, της συγχρονίας, πάνω και κάτω από την Πατησίων, από την άλλη, έτοιµη να εκδηλωθεί, η δυσανεξία απέναντι στην ποιητικότητα, στην εκβιασµένη ποιητικότητα για την ακρίβεια, εκείνη που µε το ζόρι επιβάλλεται ή το επιχειρεί, ένα προνόµιο που καµουφλάρεται ως δυστυχία, ως κοινή ανθρώπινη εµπειρία, ο εκ του µακρόθεν παρατηρητής, η κυρία που από το σπίτι της στα βόρεια προάστια µας µιλάει για το κέντρο, όπως εκείνη το φαντάζεται, όπως εκείνη το βλέπει εξ αποστάσεως αλλά επιµένει να µας πείσει, εµάς που µένουµε εδώ, καθένας µε το προνόµιό του, κανείς στην ίδια ακριβώς µοίρα µε το διπλανό του, να µας πείσει πώς είναι τα πράγµατα, πώς ζούµε, πώς θέλαµε να ζούµε, τι µας φταίει, τι µας λείπει, τι θα έπρεπε να κάνουµε, µην τα ξαναλέµε, θα µας έτριβε τελικά στη µούρη πως δεν υπάρχει δεν µπορώ, υπάρχει µόνο δεν θέλω, και εµείς, θα άφηνε να εννοηθεί, τέρας κακόµορφο, είναι προφανές πως δεν θέλουµε.

Με το όπλο παρά πόδα, το µόνο όπλο, τη ρίψη του βιβλίου από το παράθυρο, το σιχτίρι να ακολουθεί, το σάλιο να διαγράφει τροχιά ξοπίσω του, το σιχτίρι που ο διορθωτής επιµένει να κοκκινίζει, έτσι ξεκίνησα την ανάγνωση, ήταν βράδυ, ακόµα δεν ήθελα να κοιµηθώ, παρότι είχα ξαπλώσει από ώρα, παρότι ήταν ριψοκίνδυνο να καθυστερώ, το πρωί θα πλήρωνα το τίµηµα, κούραση και επιθυµία για παραπάνω ύπνο, ήταν βράδυ και ήθελα ένα καλό ποντάρισµα, ένα φιλόδοξο ποντάρισµα πως κάτι από αυτό το βιβλίο θα δρούσε επουλωτικά, ένα καλά στραγγισµένο υγρό πανάκι, χλιαρό και απαλό, θα περνούσε το ερεθισµένο από τον ιδρώτα σώµα, η ανθρώπινη εµπειρία, έδαφος κοινό και ταυτόχρονα ανοίκειο, έτσι ζούµε, έτσι παρατηρούµε τους άλλους να ζούνε, σε αυτό το διάκενο καταχωνιάζεται η ενσυναίσθηση, η ανάγκη να δούµε πώς οι άλλοι τα καταφέρνουν, Γιάννη, πώς οι άλλοι δείχνουν πως τα καταφέρνουν, πώς κρύβουν το τρέκλισµα, το ψεύδισµα, τα πάσης φύσεως τικ, ένα ηλεκτροφόρο διαρκώς φορτισµένο νευρικό σύστηµα µε απολήξεις κοµµένες βίαια, µέλη φαντάσµατα ενός αρτιµελούς σώµατος, ενός φαινοµενικά αρτιµελούς συνόλου, πόνος βουβός µα βαθύς, αδύνατον να γίνει λέξεις, µια ύπαρξη που καταφεύγει στην ανάγνωση, στην περιγραφή της ανθρώπινης εµπειρίας, ελπίζοντας να αναφωνήσει: ναι, γι’ αυτό µιλώ.

Το υποκείµενο της ανάγνωσης, τώρα που το άθροισµα των λέξεων διέφυγε οριστικά του ελέγχου τού υποκειµένου της γραφής, µε τα δικά του γαµηµένα που αντί να βγουν στο στόµα του σκαλώνουν στον αυχένα, στέκει απέναντι από τις λέξεις, τη µία µετά την άλλη, προτάσεις και περίοδοι, σελίδες επί σελίδων, κεφάλαια και ενότητες, συντεταγµένες χώρου σε ένα παροντικό χρονικό πλαίσιο, το υποκείµενο της ανάγνωσης, στην αρχή διστακτικά, εν συνεχεία ολοένα και περισσότερο, αφήνεται στις φροντίδες επούλωσης του υποκειµένου της καταγραφής του άτλαντα, η Τσιριγώτη, σ’ αυτό το υβριδικό χρονογράφηµα, διευκρίνηση της ίδιας στο εξώφυλλο, πάνω και αριστερά από µια καρδιά στο φούξια εξώφυλλο, περιδιαβαίνει τις γειτονιές, τα πόδια που πάνε και έρχονται, κοντοστέκονται σε τοπόσηµα της πόλης και ανοίγουν το βήµα πριν τη σκοτεινή γωνιά, ξέρουν πως όλα είναι µέσα σε όλα, η ασφάλεια στην ανασφάλεια, η επούλωση στον πόνο, το τραύµα στο χάδι, όλα µαζί και όλα ταυτόχρονα συµβαίνουν σε αυτή την πόλη, αυτή τη στιγµή, σε κάθε πόλη και κάθε στιγµή, προνόµια που κινούνται άλλοτε µε αυτοπεποίθηση, χαρισµένη από µια τυχαιότητα, και άλλοτε µε ενοχή, τύψεις για έναν κόσµο άδικα φτιαγµένο, τις προάλλες έµαθα την έννοια της δυσθεΐας, δεν είναι πανάγαθος και γαµάτος τύπος ο εκεί ψηλά, αλλά γεµάτος από χαιρεκακία, ένας κακός.

Και επειδή όλα συµβαίνουν ταυτόχρονα, όλα µέσα σε όλα, την ίδια στιγµή, η Τσιριγώτη το αποτυπώνει αυτό, δεν ξέρω αν προγραµµατικά ή διαισθητικά, στον χώρο που φύεται η έµπνευση, η αφήγηση και η ποίηση, αλλά καταφέρνει να µη λιγώσει τον καταπιόνα, να µη λυγίσει τα πόδια, να µην πλανέψει το µυαλό, να µην ξεµατώσει την καρδιά, να µην αναχωρήσει από το εδώ και το τώρα µε προορισµό µια υπερβατική ανυπαρξία, αλλά και να µην αποτυπώσει ψίχουλο ψίχουλο τον ζόφο, εκείνο ταυτόχρονα µε το άλλο, εσύ αλλά και οι άλλοι, να µη νιώσει κανείς εκτός, ακόµα και εκείνος µε το µεγαλύτερο φαινοµενικά προνόµιο, ακόµα και εκείνος να νιώσει, το βάρος και το µερίδιο που του αναλογεί, να αναπνεύσει µακριά από εκείνο που του έλεγαν όταν ήταν µικρό παιδί και δεν έτρωγε τις µπάµιες πως τα παιδιά στην Αφρική δεν έχουν να φάνε και ύστερα, όταν ξάπλωνε χορτασµένο εν τέλει από κάποια εναλλακτική, παρά τις απειλές, νηστικός θα µείνεις, χορτασµένο ξάπλωνε και έβλεπε κλείνοντας τα µάτια παιδιά µε την κοιλιά τούµπανο, τα πλευρά µετρήσιµα, τα µάτια ένα λευκό που ολοένα κοκκινίζει, ερυθρώνεται, δεν ξέρω αν υπάρχει αυτό το νόσηµα, αυτός ο θάνατος, ακόµα και εκείνο το προνόµιο, έλεγα, ενσωµατώνεται, το καθένα µας έχει κάποιο προνόµιο, ατέρµονο είναι το µέτρηµα του ποιο το έχει µικρότερο.

Στις λευκές σελίδες, ανάµεσα στα κεφάλαια, στο λευκό κενό πριν από τις νέες συντεταγµένες, µου έλειπαν οι φωτογραφίες, κάποιες τις φαντάστηκα, αρχικά ασπρόµαυρες, στη συνέχεια µε ολοένα και περισσότερο χρώµα, σχεδόν αλµοδοβαρικές, κούκλες ακρωτηριασµένες δίπλα σε σκουπίδια, πάνω σε ξεκοιλιασµένους καναπέδες ενός σαλονιού υπό συνθήκη ανακαίνισης και µεταβολής οικιστικής χρήσης, κάποιος που καθόταν και εκδιώχθηκε για να έρθει κάτι νέο, πιο άνετο και µοντέρνο, ανάπτυξη, θαρρώ, το λένε, οι κούκλες, γυµνές, χωρίς ρούχα, αποκεφαλισµένες, ξεχεριασµένες, ξεποδιασµένες, τα σώµατά τους σφριγηλά παρότι σκονισµένα, ο µυς που κρατά τα µάτια ανοιχτά ξεχαρβαλωµένος πια, κάποιες γλάστρες θύµατα της εγκατάλειψης ενός καυτού καλοκαιριού, θανατηφόρος δίψα, µου έλειπαν, έλεγα, αυτές οι φωτογραφίες, όσο και αν τις φαντάστηκα δεν ήταν το ίδιο, ίσως επειδή είµαστε εδώ και δεκαετίες πια στην εποχή της εικόνας, ίσως γιατί πια νιώθουµε άβολα όταν φανταζόµαστε κάτι, όταν το κάνουµε εικόνα αλλά εκείνη υπάρχει µόνο ως αίσθηση στο µυαλό µας, ίσως η τεχνητή νοηµοσύνη να µπορεί να καλύψει αυτό το κενό, πες µου, να της ζητάµε, πώς το φαντάστηκα αυτό το λευκό κενό ανάµεσα στις συντεταγµένες της Τσιριγώτη, πώς τη φαντάστηκα να βλέπει ένα βράδυ τη Γλάδστωνος, αυτόν τον χαρούµενο βράχο, που όλο το γκλίτερ του κόσµου όλου δεν θα µπορούσε να καλύψει τη φρίκη που συντελέστηκε, στάθηκα κι εγώ ένα βράδυ εκεί, Αύγουστος και µόνο τουρίστες περνούσαν, µοιραζόµασταν το ίδιο βλέµµα, της ασχήµιας, την απορία: τι κάνουµε εδώ;

Τόσα χρόνια κάνω αυτό που κάνω όπως το κάνω και ακόµα, ίσως και ποτέ, δεν ξέρω πώς να µιλήσω για κάποια βιβλία, ακόµα και αν ο παραλήπτης είναι ο εαυτός µου στο µέλλον, αυτό το ψηφιακό υβριδικό χρονογράφηµα ανάγνωσης, εκατοµµύρια λέξεις µετά τις πρώτες δύσθυµες και δυσκοίλιες, δανεισµένες από τον Λειβαδίτη, η ελπίδα, τότε, πως δεν θα ξυπνήσω ένα πρωί και θα τα έχω όλα εκείνα ξεχασµένα, και ακόµα, έλεγα, τόσα χρόνια µετά ακόµα δεν ξέρω πώς να µιλήσω για κάποια βιβλία, εκείνα που περισσότερο, υποψιάζοµαι, µε τάραξαν µε τον τρόπο τους, τροµάζουµε οι άνθρωποι, απόπειρα για κατά Λειβαδίτη απογραφή, τροµάζουµε οι άνθρωποι όταν αντικρίζουµε κάτι δικό µας, κάτι που το κρύβαµε για να προστατευτούµε από τους άλλους, κάτι που το κρύβαµε για να προστατευτούµε από εµάς τους ίδιους, αυτή την ακαθαρσία της κοιλότητας που γίνεται µπαλάκι στις κορυφές του αντίχειρα και του δείκτη, ένα µπαλάκι ολοένα και πιο λείο, ολοένα και πιο στρογγυλό, σιχαµερό ωστόσο, απόρριµµα που, όπως και τα αντίστοιχα οικιακά, απόρροια της εκτεταµένης κατανάλωσης, ελπίζουµε/απαιτούµε/νιώθουµε πως δικαιούµαστε κάποιο άλλο να αναλάβει την αποκοµιδή και τη µεταφορά στις χωµατερές, νόµιµες παράνοµες δεν µας απασχολεί, µακριά από εδώ, µόνο αυτό, έτσι και τα δικά µας, τα υπαρξιακά απορρίµµατα, ο διορθωτής το δέχτηκε, τόσο ατελής ακόµα, τα δικά µας, λοιπόν, θέλουµε οι χειριστές της αφήγησης της ανθρώπινης εµπειρίας να µας τα επιδεικνύουν κοµψευόµενα και µόνο για µια ελάχιστη στιγµή, ίσα να προλάβουµε να πούµε: τι φαντασία!

Η αποφώνηση, για τέτοια βιβλία, πάντα η ίδια: γυρέψτε το.


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα