Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου, 2021

Αρμυροί στίχοι και τόποι

«…Αυτές οι πέτρες που βουλιάζουν μέσα στα χρόνια ώς πού θα με παρασύρουν;/ Τη θάλασσα τη θάλασσα, ποιός θα μπορέσει να την εξαντλήσει; (…)»
[Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, Μυθιστόρημα, Κ΄ [Ανδρομέδα],
σ. 67, Ίκαρος, 1976]

Η ΘΑΛΑΣΣΑ μού ‘δειξε το μεγαλείο, τη σκληρότητα και την τρυφερότητά της, όχι στις ακρογιαλιές της πόλης του Μυροβλήτη, μήτε στης Κυδωνιάς τις παραλίες, παρά μόνον εκεί στον τουρκικό μυχό της αρχαίας Μαρμαρίδας όπου φωλιάζει η γλυκιά μου Σύμη.

ΕΤΥΧΕ, στα πρώτα χρόνια της δασκαλοσύνης μου, όντας στεριανός εγώ σε νησί, να νοικιάζω σπίτι μέσα στη “μικρή πόλη”, τη Σύμη. Και να ζω έτσι, παράξενους κόσμους θαλασσινούς: πρώτα στο Πιτίνι, μετά στην πλευρά του Πετρίδειου ρολογιού, αργότερα σε κατι ξενοίκιαστα με “χαλατά” γύρω. Κάθε χρόνο άλλο σπίτι, μα πάντα ήταν πάνω από τη θάλασσα!

ΜΕΡΟΝΥΧΤΑ, με συντροφιά τη μουσική του συρμού από ένα φορητό πικ-άπ, το διάβασμα ή την παρέα με τους νέους συναδέλφους, αυτό που με συνέπαιρνε περισσότερο ήταν κάτι ποιητικά πρωινά: ο παφλασμός της θάλασσας, άλλοτε μονότονος, άλλοτε βίαιος, δήλωνε την αιώνια παρουσία του υγρού στοιχείου δίπλα μου, που φορές με φόβιζε. Άκουγα και τις “μηχανότρατες” των ψαράδων που βγαίνανε πολύ πρωί για το μεροκάματο. Στο μπαλκόνι ξαγνάντευα εικόνες με την ανατολή του χρυσαφένιου ήλιου στην επιφάνεια του νερού, Ηρεμούσα. Το Πετρίδειο, καλοκουρδισμένο, τόνιζε με τους χτύπους του το αμετάκλητο πέρασμα του χρόνου.

ΠΡΩΙ-ΠΡΩΙ ερχόταν απ’ τη Ρόδο ο “Κατιδενιός”, ένα ξυλάρμενο συμιακό καράβι γεμάτο πραμάτεια, αλληλογραφία και μερικούς ταξιδιώτες. Σφύριζε πριν μπει στο λιμάνι κι όταν έφτανε σε μια κάποια απόσταση, έβαζε δυνατά τα πασίγνωστα τότε τραγούδια της ναυτοσύνης, το “Μέρα μέρωσε…” και το “Τζιβαέρι”. Με συγκλόνιζαν και τα δυο. Ειδικά το “Τζιβαέρι”, είχε σπαρακτικούς στίχους. Μου άρεσε ιδιαίτερα και το σιγοψιθύριζα, γιατί μου θύμιζε την ξενιτιά μου, με την αισθαντική φωνή της τραγουδίστριας.
Έτσι, η μέρα ξεκινούσε με θαλασσινούς στίχους (1).

ΑΝ ο καιρός έβγαζε καταιγίδα, οι σταγόνες των αφροκυμάτων χτύπαγαν μανιασμένες τα τζάμια της μπαλκονόπορτάς μου, ενώ και η μάνητά του αγέρα πάσχιζε να ξεσηκώσει τη στέγη. Ήξερα ότι υγρό και αέρινο στοιχείο που αιώνες έπαιζαν στο νησί το ίδιο παιχνίδι του θανάτου, απλά με απειλούσαν. Τα νεοκλασικά “ωχρά”, με τα υπέροχα αετώματα, σπίτια των Συμιακών στο γιαλό ήταν πάντα αλίχτυπα, μα καλοκτισμένα: οι πέτρινοι χοντροί τοίχοι τους, φτιαγμένοι από σπουδαίους μαστόρους, άντεξαν τους βομβαρδισμούς του πολέμου, πόσο μάλλον τα κύματα…

ΥΠΟΣΥΝΕΙΔΗΤΑ ένιωθα πως τούτος ο τόπος, έστω με τις κρυμμένες ασχήμιες του, με καλούσε να “σταθώ εδώ”. Να πάρω μια άλλη γεύση ζωής που δεν ξαναπήρα από τότε. Γεύση καβάφεια όπως στη “Θάλασσα του Πρωιού”:

“Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ την φύσι λίγο.
Θάλασσας του πρωιού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη· όλα
ωραία και μεγάλα φωτισμένα.
Εδώ ας σταθώ. Κι ας γελασθώ πως βλέπω αυτά
(τα είδ’ αλήθεια μια στιγμή σαν πρωτοστάθηκα)·
κι όχι κ’ εδώ τες φαντασίες μου,
τες αναμνήσεις μου, τα ινδάλματα της ηδονής” (2).

ΣΤΗ ΣΥΜΗ, το νησί των μετέπειτα ασίγαστων ονείρων μου, ανάμεσα στα άλλα βιβλία είχα πάρει μαζί και τους “Προσανατολισμούς” του Οδ. Ελύτη. Τους είχα βέβαια πρωτοδιαβάσει στο στρατό -στην Κύπρο-, μα τώρα ήθελα να τους απολαύσω απερίσπαστα. Πράγματι, ορισμένοι στίχοι-τοπογραφίες, συνταίριαζαν με τα όσα βίωνα:

«…Θαλασσοξυπνημένη, αγέρωχη
Όρθωσες ένα στήθος βράχου
Κατάστιχτου από την έμπνευση της όστριας,
Για να χαράξει εκεί τα σπλάχνα της η οδύνη
Για να χαράξει εκεί τα σπλάχνα της η ελπίδα
Με φωτιά με λάβα με καπνούς
Με λόγια που προσηλυτίζουν το άπειρο
Γέννησες τη φωνή της μέρας…» (3)

ΖΟΥΣΑ ανεπανάληπτες “γεννήσεις” κάθε μέρα. Με φως, με θάλασσα, με χρώματα, με κελαηδιστή ντοπιολαλιά, με ανήσυχη νιότη και ποίηση… Αλλά πιότερο απ’ τους ωραιότερους στίχους των “κλασικών” ποιητών, πιο πολύ κι απ’ τις σπουδαίες περιγραφές των δωδεκανήσιων λογοτεχνών, έχω φυλαχτό βαθιά στην καρδιά μου κάτι αυθόρμητα συμαϊκά λαϊκά τετράστιχα (σαν κρητικές μαντινάδες) χαρισμένα στη Χριστίνη και μένα από την τότε καθαρίστρια του σχολείου μας (“Πανορμίτειον Γυμνάσιον”), την αγαπητή και πάντα χαμογελαστή Αναστασία Αντωνόγλου (1973). Στίχοι για τα ξωκκλήσια της Σύμης (κάθε εκκλησία και μια οικογένεια), για τον Αρχάγγελο Μιχαήλ τον “Παερμιώτη”, για την “άπιστη” θάλασσα και τους ξενιτεμένους, για τον έρωτα και το θάνατο, τον κουκουμά, τη συμαϊκή παράδοση, τα παινέματα της νύφης κ.ά. (4). Έτσι:

-Στον Άγιο Κωνσταντίνο/ νερό τρεχάμενο
Η αγάπη σου με κάνει/ πουλί πετάμενο
-Τον Πανορμίτη βάζω μπρος/ και το Σωτήρη πίσω
Την Παναγιά τη Στρατερή/ πάω να λειτουργήσω
Για τη θάλασσα:
-Θάλασσα που να ξεραθείς/ να λαχταρούν τα ψάρια
Να μη σε ταξιδεύουνε/ τα όμορφα παλληκάρια
-Θάλασσα π΄όλα τα νερά/ και τα ποτάμια πίνεις
κι από τα παλληκάρια μας/ κανένα δεν αφήνεις
Για την ξενιτιά:
-Με τη φωτογραφία σου/ στέκομαι κουβεντιάζω
τα χείλη σου δεν μου μιλούν/ και βαριαναστενάζω
-Η ξενιτιά σε χαίρεται/ κι ο τόπος σου σε κράζει
κι η μάνα που σε γέννησε/ κλαίει κι αναστενάζει (…)

ΣΕ ΜΙΑ διάλεξή του για τη θάλασσα ο Γ. Μπαμπινιώτης, καθηγητής Γλωσσολογίας, είχε επισημάνει και τα εξής: «Λένε πως η γλώσσα τού ανθρώπου ξεκίνησε από τέσσερεις λέξεις, τις λέξεις ουρανός–γη–θάλασσα–αέρας. Αυτές πρωτόπλασε ο άνθρωπος…». Γι’ αυτό το υγρό στοιχείο, οι Έλληνες χρησιµοποίησαν πέντε λέξεις: τις λέξεις θάλασσα, ἅλς (η), πόντος, πέλαγος και ωκεανός. Μέσα απ’ αυτές και γύρω απ’ αυτές πλάστηκαν πλήθος άλλων λέξεων για να δηλώσουν ποικίλες άλλες συναφείς έννοιες, καθώς και σύνθετες και λεπτές διαφοροποιήσεις, χρησιµοποιώντας τους δύο κύριους λεκτικούς µηχανισµούς τής γλώσσας µας: την παραγωγή και τη σύνθεση…».

ΣΤΗ ΣΥΜΗ πρωτόζησα πραγματικά τη θάλασσα, το βράχο και τη δύναμη των θαλασσινών λέξεων στα στόματα των ψαράδων, των σφουγγαράδων και των κατοίκων της. Ένας πακτωλός ξεχύνονταν μπροστά μου από αθησαύριστες λέξεις “υποδαυλίστρες” συναισθημάτων, παθών αλλά και πρόκλησης για έρευνα ενός πολιτισμού, του άγνωστου ακόμη σε μένα δωδεκανησιακού. (2-7-21)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
-(1) “Αχ! Η ξενιτιά το χαίρεται/ Τζιβαέρι μου
Το μοσχολούλουδο μου/ σιγανά και ταπεινά…”
-(2) Κ.Π. Καβάφης, «Θάλασσα του Πρωιού», Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984.1
-(3) Οδ. Ελύτης, “Προσανατολισμοί”, εκδ. Γαλαξία, σ. 95, Αθήναι, 1971
-(4) Εικοσιεννέα (29) χειρόγραφα τετράστιχα του 1973 της κας Αναστασίας Αντωνόγλου, από τα οποία μερικά βλέπουν το φως της δημοσιότητας για πρώτη φορά.

5 Comments

  1. Ένα μεγάλο Ευχαριστώ για την πολύτιμη συνεισφορά του σεβαστού μας δασκάλου και ανθρώπου που καλλιέργησε τον ΝΟΥ και την ΨΥΧΗ μας. Οι αναζητήσεις μας στα πέτρινα, σκοτεινά χρόνια της δεκαετίας του ’70, εύρισκαν ανταπόκριση στις Φιλολογικές Απογευματινές μας συναντήσεις. Εύχομαι καλή συνέχεια . Με συγκίνηση και ευγνωμοσύνη . Αγγελόπουλος Παναγιώτης Μαθητής Α&Β Γυμνασίου στα 1971 & 1972.

  2. Υπέροχο κείμενο δροσοσταλια στην κάψα του καλοκαιριού στο επόμενο να αναφερθείς και στο πιο σημαντικό πρόσωπο που αντάμωσες εκεί στην όμορφη Σύμη!!!

  3. Ευχαριστούμε κ.Καλαιντζογλου πάντα είστε στη σκέψη μας!!!Τα έφερε η τύχη τα παιδιά μας να γνωριστούν και να συνεργαστούν.Ελπιζουμε να σας δούμε στην αγαπημένη Συμη!!!!!!!

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες