ακούω κούφια
τα ντουφέκια
ακούω σµίξιµο σπαθιών
ακούω ξύλα ακούω πελέκια
ακούω τρίξιµο δοντιών
∆. Σολωµός
Ο συγκλονιστικός στίχος, έµπνευση, από το µέγα Κούγκι και το τραγικό Μεσολόγγι, χωρίς να υπερέχουν -σε ρίγος- εκείνης της φλόγας που άστραψε µέσα από τα σπλάχνα του Αρκαδιού! Το θέαµα και το άκουσµα φρίκης και µεγαλείου… «όταν εβάλανε φωτιά στη µπαρουταποθήκη κι ο κόσµος όλος στρώθηκε από νεκρών κοµµάτια»…!
Θέαµα και άκουσµα φρίκης, βαθιά χαραγµένα στο µάρµαρο της ιστορίας και πιο βαθιά στα κρανία ηρώων, την ώρα εκείνη του µεγάλου µακελειού! Κρανία πελεκηµένα -αδάµαντες πολυτελείς- θησαυρισµένοι µε λείψανα, αιώνων, ιερά της παλαίφατης θρυλικής Μονής. Τριακόσιοι και εδώ όσοι κράτησαν ντουφέκι και γιαταγάνι δίπλα στη σηµαία της λευτεριάς, µε τον Ηγούµενο Γαβριήλ στη θέση του Λεωνίδα. Τούτοι οι απλοϊκοί ήρωες της πίστης δεν φαντάστηκαν ότι οι 18 χιλιάδες Τούρκοι, χωρίς να κλονίσουν, χωρίς να κάµψουν το φρόνηµά τους, θα χάριζαν αιώνια δόξα στους ίδιους και στο Μοναστήρι._
Το Αρκάδι ανέκαθεν υπήρξε καταφύγιο και προστασία των κατατρεγµένων, παράλληλα µε την αντιστασιακή αποστολή και τη δράση του. Στις γκρίζες προεπαναστατικές εποχές, µοναχοί αναδείχθηκαν ήρωες πριν από το 1866, συνεχίζοντας, από το 1912 και το έπος του 1940, µέχρι την αντίσταση. Ίσχυσε πάντοτε ο στίχος: «Σαν άστρο νάτο ιδέτε το λάµπει κι εδώ τ’ Αρκάδι και φέγγει µέσα στης σκλαβιάς το φοβερό σκοτάδι». Συγκεκριµένα οι Τούρκοι όσο δε κατάφεραν να το καταστρέψουν, χορηγούσαν προνόµια, όπως το δικαίωµα της κωδωνοκρουσίας – Τσανλί Μοναστίρ – µε δόλο ως συνήθως, ή από φόβο.
Το 1866 το Αρκάδι ορίζεται επαναστατικό κέντρο και έδρα της επιτροπής αγώνα µε επάξιο ηγέτη τον Ηγούµενο Γαβριήλ. Την ελευθερωµένη Ελλάδα εκπροσωπούν ο συνταγµατάρχης Πάνος Κορωναίος και ο ανθυπολοχαγός Ιωάννης ∆ηµακόπουλος φρούραρχος της Μονής. ∆εν έλειψαν όµως οι γενναίοι εθελοντές απ’ όλη τη χώρα, επώνυµοι ή ανώνυµοι που έπεσαν ηρωικά µέσα και έξω από τα τείχη. Ανάµεσά τους 17 τουφεκίσθηκαν µαζί και ο ∆ηµακόπουλος που θαυµάζεται για τη σωφροσύνη και τον ηρωισµό του, αρνούµενος να παραδώσει ζωντανός το ξίφος του.
Αφήνοντας το τραγικότερο επεισόδιο και την αποτρόπαια λήξη του ολοκαυτώµατος ως γνωστά, η σύντοµη αυτή αναφορά περιορίζεται στην άντληση στοιχείων από τα έντυπα εκείνων των ηµερών. Οι πληροφορίες κάνουν λόγο για θρίαµβο του Μουσταφά πασά (Κυριτλή) και δεινή ήττα των Χριστιανών στο Αρκάδι. Τα γεγονότα µολονότι δεν αµφισβητούνται, η προσπάθεια υποτίµησης της θυσίας από την πλευρά των µεγάλων δυνάµεων και της τουρκικής διπλωµατίας είναι καταφανής. Πρόκειται για το φόβο των συνεπειών µιας παγκόσµιας απήχησης, την οποία σαφώς αδυνατούσαν να διαψεύσουν. Αντιθέτως ο απόηχος της δόξας ενδυνάµωσε καίρια το φρόνηµα, τον πόθο και το πάθος για την κατάκτηση της λευτεριάς.
Από την πλευρά των ελληνικών πηγών η αποτίµηση του φοβερού ∆ράµατος έδινε κιόλας τους πρώτους καρπούς. Χάρις στα πρακτικά από τον πρόξενο Ν. Σωκόπουλο στα Χανιά, η Ελλάδα γνώριζε άµεσα τα γεγονότα της Κρητικής Επανάστασης (1866), όπου και οι πληροφορίες σε σχέση µε την αρκαδική τραγωδία. Εδώ ο αριθµός τούρκων και Αιγυπτίων, τουρκαλβανών, τουρκοκρητικών, τακτικών και ρέµπελων που συγκεντρώθηκαν την 7 Νοέµβρη 1866, ανερχόταν σε 14.000 έως 16.000. Απέναντι οι 300 πολεµιστές και οπλαρχηγοί, 600 άµαχοι -γυναίκες, παιδιά και γέροντες- που βρήκαν άσυλο στο φιλόξενο µοναστήρι. Το πρωί της 8ης Νοεµβρίου, ο Μουσταφά Πασάς µε επιστολή προς την επαναστατική επιτροπή, απαιτεί, υπό όρους, άµεση παράδοση. Η απάντηση δίδεται µε τον ίδιο «µαντατοφόρο» τον οποίο και φιλοξένησαν σύµφωνα µε την παράδοση της Μονής. Στο διάστηµα αυτό ο Ηγούµενος, φέρεται, να συγκαλεί επίσης καπετάνιους και αρχηγούς στο κελί του για από κοινού απόφαση η οποία -τόσο λιτά- αναφέρει: «πασά το Αρκάδι δεν παραδίδεται µε το µελάνι, µοναχά µε το αίµα»!
Την απάντηση υπέγραψε η καπετάνισσα ∆ασκαλοχαρίκλεια, καθώς είπαν, «γιατί δεν καταδέχθηκε κανένα παλικάρι»!
Για λόγους οικονοµίας σηµειώνονται προκαταβολικώς:
α) το πρωί – 7 Νοέµβρη – ο Ηγούµενος ετέλεσε θεία λειτουργία και κοινώνησαν πάντες, αφού εκφώνησε θερµότατο πατριωτικό, πύρινο λόγο.
β) κατά τη σύρραξη και το ολοκαύτωµα της εποµένης – 8η Νοεµβρίου-«αναιρέθηκαν» 800 ψυχές χριστιανών και 2000 εισβολείς, αναφέρει η έκθεση του Ν.Σακόπουλου προς τον Επαµεινώνδα ∆εληγιώργη, υπουργό εξωτερικών της Ελλάδος. Στον αριθµό αυτό δεν περιλαµβάνονται ασφαλώς όσοι ξεψύχησαν µαχόµενοι ηρωικά έξω από τα τείχη όπως στα µετερίζια, στο ∆ραγατοκάλυβο και στους στάβλους της Μονής.
γ) ανάµεσα στους νεκρούς ήρωες αναγνωρίστηκαν επίλεκτα µέλη της επιτροπής, γνωστοί οπλαρχηγοί απ’ όλα τα διαµερίσµατα του επαναστατηµένου νησιού. Σηµειώνονται εδώ οι εθελοντές της υπόλοιπης χώρας, επώνυµοι και ηγήτορες οµάδας πολεµιστών. Ορκισµένοι όλοι να πολεµήσουν µέχρι τέλους, πρώτος ο Ηγούµενος Γαβριήλ – που αυτοπυρπολήθηκε, αποφεύγοντας τον βέβαιο διασυρµό εν ζωή – απλά εκπλήρωσαν στο ακέραιο τον όρκο τους. Οι σοφοί πρωταγωνιστές – τέλος – του αρκαδικού φρικτού δράµατος, για πρώτη φορά αντιτάχθηκαν στη «σύνεση» γνωστού κρητικού κανόνα ότι: «η γνώση και η παλικαριά πάντα χέρι µε χέρι πρέπει να συµπερπατούν»! Ο ίδιος ο αρχηγός Πάνος Κορωναίος φερεται να πρότεινε συµβιβασµό, γνωρίζοντας, ωστόσο την αµετάκλητη γνώµη της επαναστατικής επιτροπής.
∆ιάλεξαν την Υπέρβαση, πιστοί στο καθολικό αίτηµα της επαναστατηµένης Κρήτης! Τούτη τη φορά, διασκελίζοντας την απόσταση, από το λογικό και παράλογο στο υπέρλογο, τίµησαν την αξία ενός φρικτού θανάτου χωρίς προοπτική σωτηρίας. Αποτόλµησαν το θάνατο άνευ της ιδέας απονοµής δόξας. Στερεωµένοι µονάχα στην πίστη. Γι αυτό η απόφαση πάρθηκε οµόφωνα υπό τη ρωµαλέα πνοή του Ηγούµενου Γαβριήλ: «Θα µουτζώσω» είπε «µε τα κάρβουνα του 21, από τα µεσοδόκια αυτού του κελιού, όσους θα κατηγορήσουν εµάς και την απόφαση»! Και αποδείχτηκε στο τέλος, πόσο µακρύτερα, πόσο ψηλά οι απόγονοι εκείνοι του Λεωνίδα έδεσαν τον πήχη του άλµατος, πειθόµενοι και πείθοντες για την αξία µιας, ασυµβίβαστα, ελεύθερης πατρίδας!


