Σ’ ένα μικρό ορεινό χωριό της Γαλλίας, πριν χρόνια, τότε που οι καμπάνες χτυπούσαν πιο δυνατά από τη λογική, ζούσε και λειτουργούσε ένας ιερέας που αγαπούσε τον Θεό ή έτσι διακήρυττε τουλάχιστον. Όλα του καλά και άγια, αλλά τα κουτσομπολιά λέγανε πως αγαπούσε λίγο παραπάνω το κουδούνισμα των κερμάτων.

Για κάθε βάφτιση είχε ορίσει τιμή, για κάθε γάμο τη διπλάσια, και για κάθε κηδεία… μια τελευταία, αλλά καθόλου ταπεινή, χρέωση.
Ο τιμοκατάλογός του εξαρτιόταν από την οικονομική κατάσταση εκείνων που είχαν ανάγκη το Θεό και καλούσαν τον επί γης εκπρόσωπό του. Όσο πιο ευκατάστατοι, τόσο πιο ψηλή ταριφα. Στους φτωχούς έκανε ευκολίες πληρωμής, εξόφληση με έντοκες δόσεις τριών μηνών ή πιο συχνά σε είδος ανάλογα με το επάγγελμα του καθενός – στάρι, κρέας και ψάρι, γάλα. Έλεγε, λοιπόν, δεξιά κι αριστερά πως «η σωτηρία είναι δωρεάν», αλλά στην πράξη η διαδικασία… όχι.
Οι χωριανοί, άνθρωποι απλοί αλλά όχι ηλίθιοι, άρχισαν να μετρούν τις ευλογίες σε φράγκα. «Αν ο παράδεισος έχει ταρίφα,» μουρμούριζε ο μυλωνάς, «τότε εμείς θα μπούμε με δόσεις και προσευχή να μην μας κάνουν οι τόκοι να ξεπουλήσουμε και τα κόκαλά μας…»
Ένα βράδυ, στο καπηλειό, η παρέα μαζεύτηκε γύρω από το τραπέζι. «Δεν πάει άλλο» είπε ο Ζωρζ, ο πιο γερός, που είχε φήμη ως πειραχτήρι.
«Να του μιλήσουμε;» ρώτησε ο Λουί, που πάντα ήθελε ειρηνικές λύσεις.
«Μιλήσαμε. Μας έδωσε τιμοκατάλογο,» απάντησε ο σιδεράς.
«Τότε, τι μας απομένει να κάνουμε; Μέχρι και στον επίσκοπο στείλαμε γράμμα, αλλά αυτός – επειδή φαίνεται πως και του λόγου του τα ίδια κάνει – έγραψε στην απάντησή του πως δεν μπορεί να μας κάνει τίποτα, θυμάστε; Και ξαναρωτώ, φίλοι μου, τι θα μπορούσαμε να κάνουμε;», ρωτά ο χασάπης.
Ο Ζωρζ χαμογέλασε. «Πεθαίνω! Αύριο κιόλας!»
«Τι;», ρώτησε ο Φρανσουά.
«Ακούστε με, καλοί μου άνθρωποι! Έχω ένα σχέδιο: Πεθαίνω. Για λίγο. Για χάρη της οικονομίας και της θείας δικαιοσύνης», απαντά με σοβαρό πλέον ύφος ο Ζωρζ και κοιτάζοντας κατάματα όλη την έκπληκτη παρέα.
«Και μετά;», ήταν η σειρά του Λουί να ξαναρωτήσει παγωμένος.
«Μετά… ανασταίνομαι. Στην ώρα μου. Όχι όπως ο Χριστός — πιο γρήγορα!», λέει, αυτή τη φορά με σαρδόνιο χαμόγελο, ο Ζωρζ.
«Μεγαλοφυές! Ναι, έτσι θα τον πιάσουμε επί τω έργω και θα τον πληρώσουμε και για τον … κόπο του!» είπαν όλοι με μια φωνή.
Η παρέα, αυτή τη νύχτα, συμφώνησε με εκείνον τον όρκο εχεμύθειας, κοινής δράσης και αλληλοϋποστήριξης που δίνουν οι άνθρωποι όταν πρόκειται να κάνουν κάτι απολύτως ανόητο αλλά απολύτως αναγκαίο.
Την επόμενη μέρα, ο Ζωρζ αιφνιδιαστικά “πέθανε”. Όλο το χωριό μοιρολογεί. Τον έντυσαν, τον στόλισαν, τον έκλαψαν με τέτοια τέχνη που και ο ίδιος συγκινήθηκε. «Μη με κλάψετε τόσο,» ψιθύρισε. «Θα νομίσω πως με αγαπάτε!»
Η νεκρώσιμη ακολουθία ξεκίνησε με κάθε επισημότητα. Ο ιερέας, με βλέμμα στραμμένο όχι στον ουρανό αλλά στο πουγκί, διάβαζε τις ευχές με την ακρίβεια ανθρώπου που ξέρει πως κάθε λέξη πληρώνεται.
Όταν, λοιπόν, έφτασε στο τέλος όλων όσα είχε να πει και πριν δώσει το σύνθημα να μεταφέρουν οι νεκροθάφτες το φέρετρο για ταφή, άπλωσε το χέρι του με εκείνη τη γλυκιά, χριστιανική κίνηση που σημαίνει «δώσε».
Τότε, ξαφνικά, το φέρετρο έτριξε. Σύγκορμο ρίγος κατέλαβε όλους τους συγχωριανούς. Τι συμβαίνει άραγε;
Ο “νεκρός” σηκώνεται αργά, τινάζει το σάβανο και λέει στον ιερέα:
«Πατέρα, η εξυπηρέτησή σας άργησε λίγο. Σκέφτηκα να ζητήσω αποζημίωση…»
Ο ιερέας, σαστισμένος, άνοιξε το στόμα του —ίσως για να επικαλεστεί θαύμα, ίσως για να ανακοινώσει νέα τιμή— αλλά δεν πρόλαβε. Οι φίλοι του Ζωρζ τον περικύκλωσαν. Δεν ήταν άγγελοι· ήταν απλώς άνθρωποι που είχαν κουραστεί να πληρώνουν για να θάβουν και την αξιοπρέπειά τους.
Το μάθημα δόθηκε χωρίς ψαλμούς, χωρίς λιβάνι, χωρίς περιττές ευλογίες. Ήταν το πρώτο μυστήριο που δεν κόστισε ούτε δεκάρα — και το μόνο που ο ιερέας θυμόταν για καιρό… χωρίς να ανοίξει το στόμα του.
Λένε πως έφυγε την ίδια εβδομάδα. Άλλοι πως πέταξε τα ράσα και έφυγε από τη χώρα. Μερικοί ορκίζονται ότι απλώς πήγε σε άλλο χωριό, όπου ξεκίνησε νέο τιμοκατάλογο, πιο «σεμνό».
Όλοι, όμως, συμφωνούν σε κάτι: Όσες φορές η πίστη ζυγίζεται με ζύγι εμπόρου, κάποιος θα φροντίσει να τη φέρει στα ίσια. Κι αν χρειαστεί, ακόμη και οι νεκροί… ανασταίνονται για να τακτοποιήσουν τον λογαριασμό.
* Το παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα είναι συμπτωματική και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.


