■ Η Μεταµόρφωση της ∆υτικής Θέασης των Βουνών µε Έµφαση στον Ροµαντισµό
Οι περισσότεροι από εµάς, ακόµα και αν καταγόµαστε από ορεινά χωριά βρίσκουµε καταφύγιο το καλοκαίρι σε δροσερές παραλίες. Από το φθινόπωρο όµως τα βλέµµατά µας ξαναγυρνούν στα ορεινά µεγαλεία. Η σύγχρονη άποψή µας για τους ορεινούς όγκους, τα βουνά, ως τόπων απαράµιλλης οµορφιάς, έµπνευσης και πνευµατικής ανάτασης είναι µια σχετικά πρόσφατη προσέγγιση στην ιστορία του δυτικού πολιτισµού. Αν και σήµερα τα βουνά θεωρούνται σύµβολα του µεγαλείου της φύσης και συχνά αναζητούνται για αναψυχή και περισυλλογή, οι αντιλήψεις του παρελθόντος ήταν ριζικά διαφορετικές. Σύνοψη µιας βαθιά ριζωµένης κοσµολογικής και αισθητικής αντίληψης που επικράτησε για αιώνες, αποτελεί η µικρή ακόλουθη παράγραφος: «οι συγγραφείς του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης αποστρέφονταν την τραχιά και ακατάστατη µορφή της Γης και τη µόλυνσή της από τα βουνά, τα οποία την εµπόδιζαν να είναι η τέλεια σφαίρα που σίγουρα ο Θεός είχε σκοπό να δηµιουργήσει» [1]. Κατά τον Μεσαίωνα, η κυρίαρχη κοσµολογική άποψη βασιζόταν στη χριστιανική θεολογία και τη σχολαστική φιλοσοφία. Σύµφωνα µε αυτή την κοσµοθεωρία, το σύµπαν ήταν µια τέλεια και αρµονική δηµιουργία, όπου τα ουράνια σώµατα, ως αµετάβλητα και θεϊκά, κινούνταν σε τέλειες κυκλικές τροχιές [2].
«Αναπαράσταση του γεωκεντρικού µοντέλου από τον Πορτογάλο χαρτογράφο Μπαρτολοµέου Βέλιο, 1568 (Bibliothèque Nationale, Paris)» [2].
Σε αυτό το πλαίσιο, η Γη, αν και το κέντρο του σύµπαντος, ήταν το «κατώτατο» και πιο ατελές στοιχείο, που υπόκειται σε αλλαγές, φθορά και αταξία [3]. Η ιδέα µιας τέλειας, οµαλής και σφαιρικής Γης ήταν σύµφωνη µε τη θεολογική πεποίθηση, ότι η αρχική δηµιουργία του Θεού ήταν άψογη. Οι γεωλογικές ανωµαλίες, όπως τα βουνά, ερµηνεύονταν συχνά ως σηµάδια ατέλειας, είτε ως άµεσο αποτέλεσµα της Πτώσης του Ανθρώπου, είτε ως κατάλοιπο του Κατακλυσµού του Νώε. Όπως συγκεντρωτικά και περιληπτικά παραθέτει ο Ross [4], «οι γεωλογικές ανωµαλίες, όπως τα βουνά, ήταν σηµάδια της διαταραχής και της αποµάκρυνσης από την αρχική, τέλεια κατάσταση της ∆ηµιουργίας».
Από τον ύστερο Μεσαίωνα και κυρίως κατά την Αναγέννηση, η κυρίαρχη αισθητική βασιζόταν στις αρχές της τάξης, της συµµετρίας, της αρµονίας και της ανθρώπινης κυριαρχίας πάνω στη φύση. Η τέχνη και η αρχιτεκτονική της εποχής αντικατόπτριζαν µια προτίµηση για γεωµετρικά σχήµατα, καθαρές γραµµές και ελεγχόµενες φόρµες. Η προσέγγιση αυτή διαµόρφωσε τις αρχές που διέπουν τον σχεδιασµό των κήπων, οι οποίοι σχεδιάζονταν µε τέτοιον τρόπο ώστε να επιδεικνύουν την ικανότητα του ανθρώπου να τιθασεύει το άγριο, να επιβάλλει τη λογική και την τάξη στο φυσικό χάος. Σε αυτό το πλαίσιο, τα βουνά ήταν το απόλυτο αντίθετο του αισθητικά ιδεώδους. Με την ακανόνιστη, χαοτική και απρόβλεπτη µορφή τους, αντιπροσώπευαν το άγριο, το µη ελεγχόµενο και το επικίνδυνο. Όπως σηµειώνει η Nicolson [1], «τα βουνά ήταν σύµβολα άγριας, απειλητικής φύσης, ένα χάος σε αντίθεση µε την τάξη που επιζητούσε ο ανθρώπινος πολιτισµός». Η αποστροφή προς τα βουνά ήταν τόσο βαθιά που συχνά περιγράφονταν µε όρους «άρρωστα» ή «κακοσχηµατισµένα», ως «ελαττώµατα στην επιφάνεια του πλανήτη».
Η ριζική αλλαγή της στάσης απέναντι στα βουνά συνέβη τον 18ο αιώνα, µε την άνοδο του Ροµαντισµού και την ανάπτυξη µιας νέας αισθητικής κατηγορίας: του Μεγαλειώδους, του Υπέρτατου (Sublime), του Υψηλού κατά Κάντ. Αντίθετα µε το Ωραίο (Beautiful), το οποίο χαρακτηρίζεται από την αρµονία, την τάξη και τη γαλήνη, το Μεγαλειώδες προκαλεί αισθήµατα δέους, φόβου, έκπληξης και µεγαλείου. Η κλίµακα, η δύναµη και η απροσδιοριστία των βουνών, που κάποτε τα καθιστούσαν αποκρουστικά, τώρα τα έκαναν τα κατεξοχήν αντικείµενα του Υπέρτατου. Ο Edmund Burke [4], στην πραγµατεία του “A Philosophical Enquiry into the Origin of Our Ideas of the Sublime and Beautiful” (1757), διαχώρισε για πρώτη φορά µε σαφήνεια το Μεγαλειώδες/το Υπέρτατο από το Ωραίο. Σύµφωνα µε τον Burke, το Ωραίο είναι αυτό που είναι καλοσχηµατισµένο και αισθητικά ευχάριστο, ενώ το Μεγαλειώδες είναι αυτό που έχει τη δύναµη να µας καταπλήξει και να µας συγκλονίσει. Ο Burke υποστήριξε ότι το Μεγαλειώδες συνδέεται µε τα συναισθήµατα που προκαλεί η απεραντοσύνη, η δύναµη, το χάος και ο κίνδυνος. Περιέγραψε το συναίσθηµα που αποδίδεται στο Μεγαλειώδες ως delight «τέρψη», και η οποία είναι διακριτή από τη θετική ευχαρίστηση. Όπως σηµειώνει: «Ό,τι είναι κατάλληλο µε οποιονδήποτε τρόπο να διεγείρει τις ιδέες του πόνου και του κινδύνου, δηλαδή ό,τι είναι µε κάποιον τρόπο τροµακτικό… είναι πηγή του Μεγαλειώδους» [5].
Ο Immanuel Kant, στην “Κριτική της Κριτικής ∆ύναµης” (1790) [6], ανέπτυξε περαιτέρω τη θεωρία του Υψηλού, κάνοντας διάκριση µεταξύ του µαθηµατικού και του δυναµικά Υψηλού. Το µαθηµατικό Υψηλό σχετίζεται µε πράγµατα που έχουν µεγάλο µέγεθος από µόνα τους – κάτι «απόλυτα µεγάλο», δηλαδή «µεγάλο πέρα από κάθε σύγκριση». Το δυναµικά Υψηλό αφορά πράγµατα που έχουν µέγεθος δύναµης σε σχέση µε εµάς. Σύµφωνα µε τον Kant, το Υψηλό/το Μεγαλειώδες είναι «η φύση που θεωρείται σε µια αισθητική κρίση ως δύναµη που δεν έχει κυριαρχία πάνω µας», και ένα αντικείµενο που µπορεί να δηµιουργήσει φόβο «χωρίς να φοβόµαστε πραγµατικά». Η αδυναµία µας να συλλάβουµε το µέγεθος ενός Υψηλού γεγονότος αποδεικνύει την ανεπάρκεια της αισθητικότητας και της φαντασίας µας, αλλά ταυτόχρονα η ικανότητά µας να αναγνωρίσουµε αυτό το γεγονός δείχνει την ανωτερότητα της γνωστικής µας ικανότητας.
Οι ποιητές και οι ζωγράφοι της Ροµαντικής περιόδου υιοθέτησαν ενθουσιωδώς την έννοια του Υψηλού και την εφάρµοσαν στην απεικόνιση των βουνών. Ο Caspar David Friedrich, στον εµβληµατικό του πίνακα [6] «Der Wanderer über dem Nebelmeer – Ο Οδοιπόρος επάνω από τη θάλασσα της οµίχλης» (1818), απεικόνισε τη µοναχική φιγούρα του ανθρώπου απέναντι στο απέραντο και µυστηριώδες τοπίο των βουνών.
«Ο πίνακας είναι ελαιογραφία σε καµβά µε διαστάσεις 98,4 cm × 74,8 cm. Παρουσιάζει έναν οδοιπόρο σε οπίσθια άποψη. Έχει φτάσει επάνω σε έναν ανεµοδαρµένο βράχο στην κορυφή µιας οροσειράς. Ο Οδοιπόρος φοράει ένα βαρύ παλτό, στηρίζει το δεξί του χέρι σε ένα µπαστούνι και αναπαύεται µέσα στο τοπίο άγριας φύσης, ατενίζοντας τον ορίζοντα. Ο άνεµος του ανακατεύει τα µαλλιά. Μπροστά στον στιβαρό αυτό βράχο ανοίγεται ένας βαθύς γκρεµός, πληµµυρισµένος από µια θάλασσα πυκνής οµίχλης που καλύπτει όλη τη γη» [7].
Ο William Wordsworth [8], στα ποιήµατά του για τη λίµνη District και τις Άλπεις, ύµνησε τα βουνά ως πηγές πνευµατικής ανάτασης και αυτογνωσίας, γράφοντας: «Τα βουνά αυτά ήταν σχολείο / Στο οποίο η Φύση µε δίδασκε / Με όλη της τη σοβαρότητα και την οµορφιά». Πέρα από τη φύση, επέστησε την προσοχή στους φτωχούς και τους ευάλωτους και τους έδωσε φωνή. Η ποίησή του γράφτηκε στη γλώσσα των απλών ανθρώπων, για να δείξει ότι “οι άνθρωποι που δεν φορούν ωραία ρούχα µπορούν να αισθάνονται βαθιά”. Ως ένα δεύτερο παράδειγµα ο Samuel Taylor Coleridge [9] περιέγραψε το Mont Blanc ως «σιωπηλή θάλασσα από πάγο που προκαλεί δέος και θαυµασµό». Αυτοί οι καλλιτέχνες µετέτρεψαν τα βουνά από σύµβολα χάους και ατέλειας σε τόπους όπου ο άνθρωπος µπορούσε να έρθει αντιµέτωπος µε το άπειρο και το όµορφο. Η ροµαντική αντίληψη για τα βουνά επηρέασε βαθιά τη φιλοσοφική σκέψη. Ο Friedrich Schiller [10], στις “Επιστολές περί Αισθητικής Παιδείας του Ανθρώπου” (1795), ανέπτυξε περαιτέρω την έννοια του Υψηλού, συνδέοντάς την µε την ηθική ελευθερία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Όπως το θέτει ο M.H. Abrams [11], «ο Ροµαντισµός µετέφερε το ενδιαφέρον από τον κήπο στον άγριο λόφο, από το τέλειο στο ατελές, από τη λογική στο συναίσθηµα».
Η νέα προσέγγιση για τα βουνά οδήγησε στη γέννηση του αλπινισµού ως οργανωµένης δραστηριότητας. Το 1857 ιδρύθηκε το Alpine Club στο Λονδίνο, ακολουθούµενο από παρόµοιες οργανώσεις σε όλη την Ευρώπη. Η «Χρυσή Εποχή» του αλπινισµού (1854-1865) «είδε» την πρώτη ανάβαση σε πολλές από τις µεγάλες κορυφές των Άλπεων, συµπεριλαµβανοµένου του Matterhorn το 1865 από τον Edward Whymper. Όπως σηµειώνει ο Peter H. Hansen [12], «ο αλπινισµός του 19ου αιώνα ήταν κάτι περισσότερο από απλή αθλητική δραστηριότητα, ήταν µια πολιτισµική πρακτική που ενσωµάτωνε τις ροµαντικές ιδέες του Υψηλού µε τις σύγχρονες αξίες της προόδου και της κατάκτησης».
Η µετάβαση από την απόρριψη στην εξύµνηση των βουνών δεν ήταν µια απλή αλλαγή γούστου, αλλά µια βαθιά πολιτισµική µεταµόρφωση που αντανακλούσε θεµελιώδεις αλλαγές στη δυτική σκέψη. Από σύµβολα ατέλειας και θεϊκής τιµωρίας, τα βουνά έγιναν σύµβολα της µεγαλειώδους δύναµης της φύσης και του Μεγαλειώδους, του Υψηλού. Η σηµερινή µας εκτίµηση για τα βουνά δεν ήταν αυτονόητη, αλλά το αποτέλεσµα της µακράς και συναρπαστικής ιστορικής εξέλιξης που άλλαξε ριζικά τον τρόπο µε τον οποίο βλέπουµε τον κόσµο γύρω µας. Στον 20ο και 21ο αιώνα, η εκτίµηση για τα βουνά εξελίχθηκε περαιτέρω, ενσωµατώνοντας οικολογικές και περιβαλλοντικές ανησυχίες. Η δηµιουργία εθνικών πάρκων σε ορεινές περιοχές αντανακλά αυτή τη νέα αντίληψη των βουνών ως φυσικών θησαυρών.
Οι σηµερινές αντιλήψεις µας για τα βουνά αντιπροσωπεύουν ένα πολύπλοκο µωσαϊκό ιδεών που συνδυάζει την κληρονοµιά του Ροµαντισµού µε σύγχρονες περιβαλλοντικές, πνευµατικές και οικονοµικές ανησυχίες. Στην εποχή µας, τα βουνά δεν είναι απλώς αντικείµενα αισθητικού θαυµασµού, αλλά έχουν µετατραπεί σε πεδία όπου συγκλίνουν πολλαπλές και συχνά αντικρουόµενες αξίες και χρήσεις. Η µαζική τουριστική ανάπτυξη έχει µετατρέψει πολλά βουνά σε χώρους εντατικής αναψυχής. Εκατοµµύρια άνθρωποι επισκέπτονται ετησίως ορεινούς προορισµούς για σκι, ορειβασία, πεζοπορία και άλλες δραστηριότητες. Ο ορεινός τουρισµός αντιπροσωπεύει ένα ποσοστό που ανέρχεται µεταξύ 9% – 16% όλων των διεθνών τουριστικών αφίξεων [13]. Αυτή η µετατροπή των βουνών σε «προϊόντα» τουριστικής κατανάλωσης δηµιουργεί σηµαντικές οικονοµικές ευκαιρίες για τις τοπικές κοινότητες, αλλά συγχρόνως θέτει σοβαρές προκλήσεις. Έτσι λοιπόν οι σύγχρονες αντιλήψεις µας για τα βουνά είναι βαθιά αµφίσηµες και πολύπλευρες. Από τη µια πλευρά, διατηρούµε τη ροµαντική κληρονοµιά που θέλει τα βουνά χώρους υψηλής αισθητικής αξίας και πνευµατικής ανάτασης. Από την άλλη, αντιµετωπίζουµε τα βουνά ως οικονοµικούς πόρους προς εκµετάλλευση και ως ευάλωτα οικοσυστήµατα που χρειάζονται προστασία. Η πρόκληση του 21ου αιώνα είναι να βρούµε τρόπους να συµφιλιώσουµε αυτές τις αντικρουόµενες αντιλήψεις, αναπτύσσοντας µια πιο βιώσιµη και δίκαιη σχέση µε τα ορεινά τοπία που να σέβεται τόσο την οικολογική τους ακεραιότητα, όσο και τις ανάγκες των ανθρώπινων κοινοτήτων που εξαρτώνται από αυτά.
Μεταφράστηκαν, αντλήθηκαν στοιχεία και αναδιατάχθηκαν τµήµατα κειµένων από:
[1] Nicolson, M.H. (1997). Mountain Gloom and Mountain Glory: The Development of the Aesthetics of the Infinite. Seattle: University of Washington Press.
[2]https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%B5%CF%89%CE%BA%CE%B5%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%BF#/media/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Bartolomeu_Velho_1568.jpg
[3] Kretzmann, N., Kenny, A., & Pinborg, J. (επιµ.) (1982). The Cambridge History of Later Medieval Philosophy. Cambridge: Cambridge University Press.
[4] Ross, S.A. (2017). What God Wrought: The History of the Earth and the Idea of Creation. Oxford: Oxford University Press.
[5]https://archive.org/details/enqphilosophical00burkrich/page/n5/mode/2up
[6] Kant, I. (1790). Kritik der Urteilskraft [Κριτική της Κριτικής ∆ύναµης]. Μετάφραση W.S. Pluhar. Indianapolis: Hackett, 1987.
[7]https://de.wikipedia.org/wiki/Der_Wanderer_%C3%BCber_dem_Nebelmeer#/media/Datei:Ueber-die-sammlung-19-jahrhundert-caspar-david-friedrich-wanderer-ueber-dem-nebelmeer.jpg
[8] Wordsworth, W. (1850). The Prelude, or Growth of a Poet’s Mind. New York: Norton, 1979.
[9] Coleridge, S.T. (1802). Hymn Before Sun-Rise, in the Vale of Chamouni. – The Complete Poems. London: Penguin, 1997.
[10]https://eclass.upatras.gr/modules/document/file.php/PHIL2224/%CE%95%CF%80%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AE%20%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD-%CE%A3%CE%AF%CE%BB%CE%BB%CE%B5%CF%81%20%281%29.pdf
[11] Abrams, M.H. (1953). The Mirror and the Lamp: Romantic Theory and the Critical Tradition. Oxford: Oxford University Press.
[12] Hansen, P.H. (2013). The Summits of Modern Man: Mountaineering after the Enlightenment. Cambridge, MA: Harvard University Press.
[13] FAO, Mountain Partnership & UNWTO (2021). Mountain Tourism – Towards a More Sustainable Path. Rome: FAO.
Καθηγητή και τέως Κοσµήτορα της Σχολής Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης