» Η 96χρονη Βέρα Ταπεινάκη – Μιχαηλάκη ανασύρει µνήµες από την οικογένεια του Μίκη
«Μεγαλώσαµε δίπλα στην πόρτα τους… µια γειτονιά ήµασταν όλοι» θυµάται η 96χρονη σήµερα Βέρα Ταπεινάκη – Μιχαηλάκη, Γαλατιανή γέννηµα – θρέµµα µια από τις γυναίκες που θυµούνται τα παιδικά, εφηβικά, ενήλικα χρόνια του Μίκη και του Γιάννη Θεοδωράκη, τον πατέρα τους Γιώργο και τη µητέρα τους Ασπασία.
Με την κα Βέρα περπατάµε µαζί τον τσιµεντρόστρωτο δρόµο που οδηγεί στον σπίτι των Θεοδωράκηδων. «Τότε ο τοίχος γύρω – γύρω ήταν πετρόκτιστος. Η πόρτα για να µπεις µέσα ήταν από εδώ, στα ανατολικά» µας δείχνει. Το σπίτι σήµερα µε τις µετασκευές που έγιναν και την µετατροπή του σε Μουσείο έχει αλλάξει σηµαντικά. «Εµένα η χαρά µου ήταν να µπω µέσα. ∆εν έβλεπες τοίχο από τις φωτογραφίες, µου άρεσε να βλέπω κάθε µια µε τα διαφορετικά πρόσωπα που απεικονίζονταν. Όµως αυτός που ήταν αλησµόνητος ήταν ο ανθόκηπος που περιποιούνταν η κ. Ασπασία η µάνα του Μίκη και του Γιάννη, είχε µαζέψει όλα τα λουλούδια του κόσµου και ήταν φανταστικός» εξηγεί.
Η ίδια, και οι αδελφές της Άννα και ∆έσποινα µεγάλωσαν στο σπίτι των “Χατζηαγγελήδων” ακριβώς απέναντι. «Το πατρικό µας ήταν στο “Καβούσι” λίγο πιο κάτω, αλλά όλη µέρα ήµασταν στο σπίτι των Χατζηαγγελήδων. Θυµάµαι ακόµα τον αείµνηστο Γιώργο Θεοδωράκη, τον πατέρα του Μίκη και του Γιάννη, ένας εξαιρετικός άνθρωπος. Ο πατέρας µου Μανώλης Ταπεινάκης έφτιαχνε κάθε χρόνο τα µερεµέτια, τις οικοδοµικές εργασίες για το σπίτι των Θεοδωράκηδων. Κοίταζε ο µπαµπάς -όχι να τον επαινέσω γιατί έχουν περάσει 50 χρόνια από τότε που πέθανε- να βγάλει πιο πολύ δουλειά όταν έλειπε ο κ. Γιώργος παρά όταν ήταν µπροστά! ∆εν κάθιζε καθόλου! Η δε κ. Ασπασία ήταν µια εξαίρετη κυρία, συνεσταλµένη, έξυπνη, καλή νοικοκυρά και σύζυγος! Μικρασιάτισσα, ζητούσε µυρωδικά για να κάνει ντολµάδες, ανθούς, κολοκύθια και µοσχοµύριζε ο τόπος από το φαγητό της. Παρόλο που ήµασταν κάθε µέρα µπροστά τους, στα πόδια τους, ποτέ δεν µας είπαν τι να ψηφίσουµε ή να µην ψηφίσουµε ακόµα και όταν ο Μίκης ήταν υποψήφιος» αφηγείται η συνοµιλήτρια µας.
Ήταν 1960 όταν η κ. Βέρα θυµάται να φτάνει στη γειτονιά ο ταχυδρόµος µε ένα γράµµα για τον κ. Γιώργο Θεοδωράκη. «Το πήρα εγώ και το έδωσα στον πατέρα µου που τότε κάτι έφτιαχνε στο σπίτι γιατί ο κ. Γιώργος έλειπε στα Χανιά. Έγραφε το γράµµα από το Γιώργο Θεοδωράκη για το Γιώργο Θεοδωράκη! Ήταν ένα γράµµα που έστελνε ο Μίκης από το Παρίσι καθώς είχε γεννηθεί µόλις ο γιος του Γιώργος στον πατέρα του Γιώργο»
Τον Μίκη και τον Γιάννη τους θυµάται έφηβους, νέους άνδρες προπολεµικά αλλά και µετέπειτα τα καλοκαίρια που έρχονταν και παραθέριζαν στο Γαλατά.
«Ο Μίκης πάντα ήταν µε τη µουσική, πολύ νέος είχε βρει και ένα µαντολίνο και τον θυµάµαι να το γρατζουνάει. Ήταν φίλος µε όλο το χωριό, πολύ αγαπητός! Το ίδιο και ο Γιάννης, χρυσός άνθρωπος, έρχονταν µε τα παιδιά του, πόσες χαρές τους έκανα και πόσο ωραία περνούσαµε. Και οι δύο τους ήταν πολύ καλοί . Τους ζήσαµε και τους αγαπήσαµε τους ανθρώπους αυτούς, όλη την οικογένεια» αναφέρει.
Η κ. Βέρα θυµάται την τελευταία εκδήλωση που είχε γίνει στο Γαλατά για τον Μίκη. «Είχε περάσει σχεδόν όλο το χωριό να τον χαιρετήσει, ήταν πολύ χαρούµενος παρότι δεν µπορούσε να είναι όρθιος πολύ ώρα, έπρεπε να κάθετε σε καρέκλα. Αλλά και πάλι ήταν χαρούµενος που βρίσκονταν στο Γαλατά για αυτό και δεν είναι τυχαίο που ζήτησε να ταφεί εδώ» σηµειώνει.
Το καλοκαίρι που µας πέρασε όταν ο Μίκης συµπλήρωσε τα 100 χρόνια η κα Βέρα έγραψε µια µαντινάδα, την αποτύπωσε σε µια µαρµάρινη πλάκα και την τοποθέτησε στον τάφο του µουσικοσυνθέτη.
“Το πέρασµα απ’ την ζωή
πληµµύρισε από δόξες
και τ’ όνοµα σου αθάνατο
θα µείνει στους αιώνες”
«Ήθελα µε αυτόν τον τρόπο να τιµήσω και εγώ ως συγχωριανή το Μίκη για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του» καταλήγει η κ. Β. Ταπεινάκη – Μιχαηλάκη.



