31.4 C
Chania
Δευτέρα, 13 Ιουλίου, 2026

Ανασύροντας από τη λήθη την Ελισάβετ της Κρήτης – Η συγγραφέας Αγγελική Καραθανάση µιλά για το νέο της βιβλίο

«Όταν αποφασίζεις να γράψεις ένα βιβλίο για κάποιον αντιήρωα,  εισέρχεσαι σε ένα ηµιφωτισµένο ή ολοσκότεινο χώρο, µε ελάχιστα, δυσεύρετα και σκόρπια τεκµήρια». Με αυτά τα λόγια η συγγραφέας Αγγελική Καραθανάση συνοψίζει τις προκλήσεις που αντιµετώπισε όταν αποφάσισε να γράψει τη µυθιστορηµατική βιογραφία της Ελισάβετ Κονταξάκη.

Μιας γυναίκα που υπήρξε µια έντονη, αλλά και αµφιλεγόµενη ιστορική προσωπικότητα, που θαυµάστηκε για την ευφυία της αλλά και απέκτησε ορκισµένους εχθρούς για την πολιτική της στάση. Για αυτή την αντι-ηρωίδα, την ταραγµένη εποχή της, αλλά και το πως το µυθιστόρηµα «φωτίζει» άγνωστες πτυχές της τοπικής ιστορίας των Χανίων, µιλήσαµε µε τη συγγραφέα λίγο πριν την παρουσίαση του βιβλίου στο Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων.

Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε µε την Ελισάβετ; Ποιο ήταν το ερέθισµα;

Ίσως ακουστεί παράξενο, εκείνη ήλθε και µε βρήκε το 2011, µ’ έναν απίθανο τρόπο… Ψάχνοντας τότε για κάποια πληροφορία σε χανιώτικη εφηµερίδα του 1948, αναδύθηκε απρόσµενα µπροστά µου ακµαία και δυναµική η Ελισάβετ, µέσα από το άρθρο του Ν.Β. Τωµαδάκη «Αµερικανικόν σχολείον εις Χανιά προ εκατονταετίας». Το διάβασα από περιέργεια. ∆εν είχα ακούσει τίποτε σχετικό ούτε για το σχολείο ούτε για την «Ελισάβετ Βασιλακοπούλα ή Κονταξάκη», που είχε διαδραµατίσει σπουδαιότατο ρόλο κατά τα γεγονότα του 1858 και 1866. Απουσίαζαν σχολείο και Ελισάβετ από την επίσηµη Ιστορία και από τη µνήµη των σύγχρονων Χανιωτών.

Γιατί άραγε διερωτήθηκα και ξεκίνησα συστηµατική επιστηµονική έρευνα, για να ικανοποιήσω την ακόρεστη περιέργειά µου, όχι για να γράψω βιβλίο. Γρήγορα όµως διαπίστωσα ότι είχα εισέλθει σε έναν λαβύρινθο ατέλειωτων ερωτηµάτων. Μέχρι να βγω είχε περάσει πάνω από µια δωδεκαετία…

Από εκείνη την πολύχρονη πνευµατική κυοφορία των συγκεντρωµένων τεκµηρίων γεννήθηκαν δύο µεγάλα βιβλία: το 2018 η «Αµερικανική Σχολή Κρήτης (18371843). Από το κίνηµα του τσαγιού στον πρώτο πόλεµο του οπίου» και τον Μάρτη του 2026 «Η Ελισάβετ της Κρήτης» −µη φανταστείτε πως πρόκειται για βασίλισσα…

Το βιβλίο σας αυτό ανασυστήνει, µεταξύ άλλων, και µια ολόκληρη εποχή…

Ακριβώς. Τα πολλά διάσπαρτα και ασύνδετα στοιχεία που ανακάλυψα στις αρχειακές πηγές τα συνέδεσα µεταξύ τους, λογικά και φυσικά, µε µυθοπλαστικά «κατασκευασµένες» γέφυρες, στοχεύοντας να αναπαραστήσω µια εποχή δύο αιώνων πριν, όχι σαν άψυχο παρελθόν, αλλά ως ενδιαφέρον ζωντανό  παρόν.

∆εν ήθελα να δηµιουργήσω ένα βιβλίο µε πρόσωπα νεκρά και συµβάντα ξεθωριασµένα, ούτε να κάνω µια στεγνή, βαρετή βιογραφία τής Ελισάβετ ή µια αποκλειστικά ιστορική µελέτη για ειδικούς. Φανταστείτε εµάς που σήµερα ζούµε κι αγωνιούµε για την καθηµερινότητα µε τα ποικίλα προβλήµατα στην Ελλάδα και στον κόσµο, µετά από δύο αιώνες να µας αντιµετωπίζουν κάποιοι µελετητές ψυχρά και θεωρητικά, ως αντικείµενα µελέτης µόνο…

Αντί γι’ αυτήν την ψυχρότητα προτίµησα συνειδητά να απευθυνθώ σ’ ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, χωρίς αλλοίωση της Ιστορίας. Προσεγγίζω τα πρόσωπα του 19ου αιώνα µε το πραγµατικό όνοµά τους, ως ζώσες υπάρξεις, µε σεβασµό στα ποικίλα γεγονότα, όπως τότε καταγράφονταν και σχολιάζονταν σε εφηµερίδες, σε επίσηµες εκθέσεις προξένων, σε επιστολές, σε προσωπικά ηµερολόγια ή σε συζητιούνταν σε συµβούλια και σε παρέες.

Πώς δουλέψατε το βιβλίο;

Όταν πια είχα στη διάθεσή µου όλο το ερευνητικό υλικό, άρχισα να αναπλάθω ως παρόν, στην απόλυτη ησυχία του σπιτιού µου, το πολύβουο ή σιωπηλό παρελθόν, θεατρικά ή κινηµατογραφικά, πότε-πότε και δηµοσιογραφικά. Ήµουν δίπλα στους ανθρώπους σε ειρήνη και πόλεµο, σε γάµους και θανάτους, στο σχολείο και στο παιχνίδι, στους περιπάτους µε τα πόδια ή µε άλογα, στις εκδροµές και στα ταξίδια τους, στο σπίτι και στο γραφείο, σε πολιτικές συναθροίσεις και ποιητικές εκδηλώσεις, σε οικογενειακές και φιλικές συνάξεις. Τους κρυφόβλεπα, τους άκουγα ως αόρατος ωτακουστής να συνοµιλούν ή να ψιθυρίζουν, να κάνουν µυστική αυτοκριτική, να φωνάζουν, να διαλέγονται, να συγκρούονται, να επιχειρηµατολογούν, για να πείσουν, να πετυχαίνουν ή να  αποτυγχάνουν. Εισερχόµουν στην ψυχή και στη σκέψη τους, συνέπασχα µε τις αγωνίες και τις επιθυµίες τους. Το γράψιµο µε συνέπαιρνε.

Μυθιστορηµατική αναπαράσταση χαρακτηρίζω το βιβλίο, ίσως αδόκιµος ο όρος, αλλά αυτός το αντιπροσωπεύει. Ο  αναγνώστης βρίσκεται νοερά δίπλα σ’ όλα τα πρόσωπα, κυρίως δίπλα στην Ελισάβετ και στους τόπους, όπου δρα, πάσχει ή πεθαίνει.

Μελετώντας την προσωπικότητα της Ελισάβετ τι σας έκανε µεγαλύτερη εντύπωση;

Ας περιοριστώ σε δύο σχόλια-διαπιστώσεις, όπως τα εκφράζει η Ελισάβετ:

1.  «Καµιά δόξα δεν είναι µόνιµη ούτε δηµιουργεί απαλλακτικό άλλοθι» για κανέναν, σχολιάζει, αναφερόµενη στον Βελή πασά, πρώην πρεσβευτή στο Παρίσι και τώρα γενικό διοικητή Κρήτης. Το φθινόπωρο του 1855 οι Κρητικοί τον υποδέχτηκαν µε επευφηµίες. Όµως δυόµισι χρόνια αργότερα ξεσπά εναντίον του  ένα κίνηµα έντονης δυσαρέσκειας. Η Υψηλή Πύλη τον ανακαλεί. Φεύγει ταπεινωµένος.

2. «“Πόσο εύκολο και πόσο οδυνηρό είναι να πέσεις ακούσια από ύψος και να µην ασχοληθεί κανείς µε την πτώση σου!” Κι αµέσως ένας  απροσδιόριστος φόβος την κυρίεψε, ότι αυτό µπορεί να έχει γενική ισχύ, να αφορά όλους· και εκείνη».

Το πικρό αυτό σχόλιο της Ελισάβετ προκάλεσε η αδιαφορία των ελληνικών εφηµερίδων για τον θάνατο του Περόγλου, του σπουδαίου πρώτου Έλληνα προξένου στα Χανιά. Καµιά δεν τον ανακοίνωσε.

Ο αναγνώστης, µε την αφηγηµατική τεχνική της προοικονοµίας, θα διαπιστώσει ότι αυτό που φοβόταν η Ελισάβετ της συνέβη. 25  περίπου χρόνια αργότερα η είδηση του θανάτου της  δεν βρήκε θέση σε καµιά εφηµερίδα.

Αναπαριστάνοντας µυθιστορηµατικά τη ζωή και την εποχή της Ελισάβετ, τι θέλατε να αναδειχθεί περισσότερο και να µείνει στον αναγνώστη;

∆εν σκέφτηκα να γράψω, για να διδάξω τον αναγνώστη. Ήθελα µόνο, όπως ήδη ανέφερα, να ζωντανέψω την εποχή στην οποία ζει και δρα η αµφιλεγόµενη Ελισάβετ, µια σπάνια κι εύστροφη γυναίκα που από τα πρώτα νιάτα της θεωρήθηκε «θαύµα, έκπληξη, κόσµηµα του έθνους της» και «εξαίρεση σε οποιαδήποτε χώρα».

Όµως στην ωριµότητά της οι ποικίλες συνθήκες και οι επιλογές της την «επροίκισαν» µε σοβαρές κατηγορίες: «µοχλός εξελίξεως των πολιτικών πραγµάτων της Κρήτης», «η νέα ηγεµονίς της Κρήτης», «παίζει στα πέντε δάχτυλά της τον πασά». Σήµερα αυτά µπορεί να θεωρούνται έπαινοι για εκείνη. Τότε όµως η γυναίκα όφειλε να ασχολείται αποκλειστικά µε τα του οίκου της, γι’ αυτό και στις εφηµερίδες την εστόλιζαν µε χυδαίους χαρακτηρισµούς: «σατανική», «πολυµήχανη γόησσα», «έχιδνα», «πατσαβούρα», «πόρνη»…

Η Ελισάβετ έµεινε στην ιστορία ως ένα πρόσωπο µε αρνητικό πρόσηµο λόγω των πολιτικών της πεποιθήσεων και της αντεπαναστατικής της στάσης…

Ναι. Βέβαια κατά βάθος ήταν πάντα αντεπαναστάτρια. Όµως  στα τριάντα έξι της συνέβη στα Χανιά µια απροσδόκητη και ανεξέλεγκτη ανατροπή: από αντεπαναστάτρια εξελίσσεται σε  τουρκόφιλη και στη συνέχεια κατηγορείται ως  προδότρια.

Προσπαθώ λογικά να αιτιολογήσω αυτή την κατιούσα κλιµάκωση:

Ίσως  δεν γινόταν αντεπαναστάτρια, αν πεντάχρονη δεν είχε βιώσει το 1824 τη σκληρή και απάνθρωπη προσφυγιά.

Ίσως δεν γινόταν τουρκόφιλη, αν παρέµενε στη Σύρο, όπου προσφυγάκι έφτασε µε τη µητέρα και τον αδελφό της.

Ίσως εξελισσόταν διαφορετικά, αν στα δώδεκα δεν µετακινούνταν εκούσια από την Ερµούπολη στην Αθήνα και στο σχολείο των Χιλλ, όπου σπούδασε και δίδαξε πετυχηµένα.   

Ίσως η ζωή της δεν άλλαζε ανεπιστρεπτί, αν τον Μάιο του 1855 δεν επέστρεφε αθέλητα στα Χανιά. ∆εν θα είχε συγχρωτιστεί µε  τον γενικό διοικητή Κρήτης Βελή πασά ούτε µε τους επόµενους ούτε  θα είχε δηµιουργηθεί φιλία µεταξύ τους, τουτέστιν τουρκοφιλία.

Ίσως αν δεν την καλούσε ο Οµέρ πασάς το 1867 να γράψει επιστολές στους καπετάνιους, για να παραδώσουν τα όπλα, µε δέλεαρ  πολλά γρόσια σε εκείνους και στην ίδια, δεν θα θεωρούνταν προδότρια του έθνους…

Όµως κανένα «ίσως» δεν άλλαξε την πορεία της ζωής κανενός ανθρώπου. Ποιος ή τι καθορίζει να µεταβληθεί ένας πατριώτης σε προδότη; Μήπως πρόκειται για µεταβολή που οι άλλοι µόνο νοµίζουν, ενώ ο ίδιος αισθάνεται ακόµη πατριώτης, παρά την κατακραυγή των άλλων για προδοσία; Να είναι αυτή η περίπτωση της Ελισάβετ;

Προσπαθώντας να κατανοήσω τους λόγους που από αντεπαναστάτρια, µεταστράφηκε στην τουρκοφιλία και κατέληξε στην προδοσία, βρίσκω µια πιθανή αιτία µε ψυχολογικό υπόβαθρο: Το ταπεινό κορίτσι της Κρήτης, όπως αυτοπροσδιοριζόταν, από τα δεκατρία της δίπλα στους Χιλλ θαυµάστηκε απεριόριστα και επαινέθηκα υπερβολικά για τις ικανότητες και την ευφυΐα της. Κοντά τους γνώρισε υψηλά ιστάµενους Ευρωπαίους και Αµερικανούς φίλους τους, που την αναφέρουν υµνητικά στα βιβλία τους. Πετυχηµένη δασκάλα προκαλούσε έκπληξη σε Αµερικανούς επιθεωρητές και Έλληνες επισκέπτες που την παρακολουθούσαν να διδάσκει. Στην Παγκόσµια Έκθεση των Παρισίων του 1855 ήταν η µοναδική γυναίκα που έλαβε εύφηµη µνεία για το λεύκωµά της «Κλασική Ανθοδέσµη». Μήπως αυτά της δηµιούργησαν ένα υπερεγώ και τη βεβαιότητα ότι είναι µοναδική και αναντικατάστατη; Μια βεβαιότητα που καταφέρνει να διατηρήσει και στα Χανιά. Ντυµένη ευρωπαϊκά σχετίζεται αµέσως µε προξένους και µε τη Γενική ∆ιοίκηση. Και τι πιο κολακευτικό για εκείνη να την παρακαλεί ο ∆ιοικητής «µη φεύγεις, σε χρειάζοµαι…».

Κάποια ερωτήµατα ή θέµατα που κυριαρχούν από την αρχή στο βιβλίο, ίσως µας απασχολούν ακόµη. 

Θα αναφερθώ µόνο σε δύο ερωτήµατα-θέµατα:

Το πρώτο:  «Το συµφέρον κρύβεται παντού;» είναι ο τίτλος του 2ου κεφαλαίου. Η απάντηση θετική στις περισσότερες περιπτώσεις. (Εξαίρεση φαίνεται να αποτελεί το ζευγάρι Τζον και Φράνσις Χιλλ).  Περιορίζοµαι σε δύο παραδείγµατα:

Το συµφέρον ξένης χώρας: Η Μ. Βρετανία προτιµά τουρκοκρατούµενη την Κρήτη, εφόσον δεν µπορεί η ίδια να την ελέγχει διοικητικά, οικονοµικά, στρατιωτικά.

Το προσωπικό πολιτικό και οικονοµικό συµφέρον:  Οι  πρόξενοι, οι γενικοί διοικητές Κρήτης και, κατά την Ελισάβετ, οι επαναστάτες, ντόπιοι ή «εισαγόµενοι» κρύβουν το συµφέρον τους «κάτω από το ένδυµα του πατριωτισµού».

∆εν µένει εκτός και η ίδια: η Αµερικανίδα ιεραπόστολος Φράνσις Χιλλ, που την αγάπησε σαν θυγατέρα της, το 1867 αποδίδει ανοικτά την τουρκοφιλία της σε «υλικό συµφέρον».

Το δεύτερο: Ειρήνη µε ευηµερία ή ελευθερία κερδισµένη µε πόλεµο και θύµατα;

Τέλη του 1868 η κρητική επανάσταση έληξε άδοξα. Ας  παρακολουθήσουµε έναν συντοµότατο σχετικό διάλογο της  αντεπαναστάτριας Ελισάβετ µε τη φίλη της βαρώνη Ελπίδα Μέλαινα, εκ πεποιθήσεως υπέρ των επαναστάσεων για ελευθερία:

Ελπίς Μέλαινα:  «Υπάρχει σκλαβωµένη ειρήνη;»

Ελισάβετ: «Ε, η σκλαβιά µπορεί να είναι στο µυαλό µας…»

Λίγες µέρες αργότερα, όταν οι Μεγάλες ∆υνάµεις αποφάσισαν να παραµείνει η Κρήτη τουρκοκρατούµενη και ειρηνική, η Ελισάβετ αναφωνεί: «Επί τέλους ειρήνη! Ειρήνη, ειρήνη… Μοναδική ευχή και πατριωτικό χρέος µας!».

Είναι πιο δύσκολο να γράψει κάποιος ένα βιβλίο για µια προσωπικότητα που δεν είναι αγαπητή και δηµοφιλής από το να βιογραφήσει έναν «ήρωα» ευρείας αποδοχής;

Όταν αποφασίζεις να γράψεις ένα βιβλίο για κάποιον αντιήρωα, όντως εισέρχεσαι σε ένα ηµιφωτισµένο ή ολοσκότεινο χώρο, µε ελάχιστα, δυσεύρετα και σκόρπια τεκµήρια. Και ναι, ήταν για µένα µια πολύ δύσκολη και χρονοβόρα διαδικασία. Με υποµονή κι επιµονή κατάφερα να συγκεντρώσω αρκετό υλικό, άγνωστο και πρωτότυπο, που µελέτησα µε επιµέλεια.

Μόνο όταν γνώρισα ικανοποιητικά την Ελισάβετ και το περιβάλλον της, αποφάσισα να συνθέσω ένα βιβλίο. Έθεσα τον κεντρικό άξονα, το ιστορικό πλαίσιο, τακτοποίησα σε χρονολογική σειρά τα γεγονότα. Επέλεξα όµως ν’ αρχίσω το βιβλίο όχι µε γραµµική χρονικά αφήγηση, αλλά in medias res (από τη µέση της υπόθεσης) χρησιµοποιώντας πολλές αφηγηµατικές τεχνικές: αναδροµική αφήγηση, αντιθέσεις, ειρωνεία, εικόνες και ήχους, εσωτερικούς µονολόγους, θεατρικούς διαλόγους, περιγραφές, ανατροπές, προοικονοµία κ.ά.

Τι σας δυσκόλεψε περισσότερο στην έρευνά σας;

Όπως ήδη είπα, η εύρεση αρχείων και πηγών. Επισκέφτηκα Ιστορικά Αρχεία εδώ και στην Αθήνα. Τα εκτός Ελλάδας, σε Η.Π.Α. και Μ. Βρετανία, τα αναζήτησα διαδικτυακά. Χρησιµοποίησα τις ψηφιακές βιβλιοθήκες της Βουλής, της «Ανέµης» του πανεπιστηµίου Κρήτης και ξένων πανεπιστηµίων. Χωρίς το διαδίκτυο αυτό το βιβλίο δεν γραφόταν. Αυτό εξηγεί γιατί µέχρι τώρα δεν υπήρχε  τίποτε για την Ελισάβετ, εκτός από ένα παλιό κείµενο του Παπαµανουσάκη στο περιοδικό του ∆ήµου Χανίων.

Συχνά οι συγγραφείς «δένονται» µε τους ήρωές τους. Η δική σας σχέση µε την Ελισάβετ πως διαµορφώθηκε;

Ναι, έτσι είναι. Πώς θα µπορέσει να γράψει κανείς για άλλους, αν δεν µπει στη θέση τους, αν δεν ταυτιστεί µαζί τους. Μου έρχεται τώρα στον νου ο τίτλος «Η πολυπροσωπία του ενός» που είχε ένα κείµενό µου για βιβλίο του αγαπηµένου συγγραφέα Κιουρτσάκη.   

Ένας είναι αυτός που γράφει, αλλά στη διάρκεια  της γραφής υποδύεται πολλά πρόσωπα… Τα πέντε χρόνια που έγραφα, ζούσα µια διαρκή εσωτερική µεταµόρφωση. Γινόµουν η Ελισάβετ, ο Βελή πασάς, ο Χριστόφορος, ο Τζον Χιλλ, η Φράνσις Χιλλ…. Εµπειρία οδυνηρή, όταν  ως Ελισάβετ διάβαζα στις εφηµερίδες τις χυδαίες ύβρεις εναντίον µου. Ευχάριστη, όταν κέρδιζα ή εντυπωσίαζα τον συνοµιλητή µου και δικαιωνόµουν.

Η παρουσίαση

Το βιβλίο της Αγγελικής Καραθανάση «Η Ελισάβετ της Κρήτης» θα παρουσιαστεί την Τρίτη 23 Ιουνίου 2026 στις 18:00 το απόγευµα στο θέατρο «Μίκης Θεοδωράκης», στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων.

Για το βιβλίο θα συζητήσουν η συγγραφέας Αγγελική Καραθανάση και η Μαρίνα Αρετάκη, καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστηµίου Κρήτης.

Θεατρικό αναλόγιο: Μιχάλης Βιρβιδάκης και Μαρίνα Πανηγυράκη.


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα