22.8 C
Chania
Πέμπτη, 14 Μαΐου, 2026

Ανάσταση

Η νύχτα βουβή, κατάµαυρη, δυο µέρες πρίν την Κυριακή της Αναστάσεως, σερνόταν µες τα σοκάκια ντροπιασµένη κι’ ένοχη, γιατί είχε θάψει Θεό!

∆εν εύρισκε ανάπαψη, κι’ έµενε βυθισµένη στις ίδιες τύψεις µε ‘κείνες του Ιούδα, που έψαχνε σχοινί να κρεµαστεί, για να απαλλαγεί από την µνήµη της προδοσίας. Βροντές και αστραπές τους πήραν στο κατόπι, κι’ έγινε µεµιάς της ένατης ώρας το φώς σκοτάδι, κι’ αυτοί που θάψανε Θεό,  κυνηγηµένοι στα χνάρια του Κάιν,  σηµαδεµένοι για πάντα.

Όµως αυτοί που µετρούσαν µε την πίστη το’ ξεραν και το’ ξεραν καλά, πώς ή Θεός πάσχει, ή το πάν απόλλυται. Περίµεναν αιώνες και αιώνες η υπόσχεση να γίνει σωτηρία. Και ήταν εκείνες τις µέρες αυτοί, που θα ζούσαν το µυστήριο της Θείας εκπλήρωσης.

Οι δρόµοι ήσυχοι αδειανοί, άκρα του τάφου σιωπή. Η φασαρία ολάκερη κι’ ο κρότος, είχαν µεταφερθεί  στου Άδου τα καστέλια, εκεί όπου κηρύττονταν το Ευαγγέλιο. Εκεί όπου ο Άδης είχεν αρχίσει να χάνει τους νεκρούς που ανασταίνονταν από τον Ζωοδότη.

Πέταξε ο άνθρωπος σαν φόρεµα άχρηστο το ρούχο της Αθανασίας και σκέπασε την γύµνια του µε θάνατο. Και τώρα του πρέπει µε σταυρό και θάνατο παθών να Αναστηθεί. Πρώτος στο παράδειγµα ο πλάστης του ο ίδιος, αθώος σαν πρότερος Αδάµ. Σταυρώθηκε και λίγο πρίν να αναληφθεί, άφησε µια χούφτα χώµα αγάπης, να γίνει ο άνθρωπος γεωργός, να σπείρει Αρετές και φρονιµάδες, ίδιες µε του παλιού γνώριµου Παράδεισου τα κάλλη, για να τον δεχτεί ξανά.

Η νύχτα το αφουγκράζονταν, ήτανε λίγα τα ψωµιά της, σε λίγο ξηµέρωνε Ανάσταση. Με το φώς της Αναστάσεως το ήξερε πως δεν είχε ζωή. ∆εν προλάβαινε για άλλες τραγωδίες, σπαραγµούς και συντριβές, κι’ έµενε εκεί ανήµπορη γονατιστή να βογγάει.

Οι Μυροφόρες είχαν πάρει πια τον δρόµο για τον Πανάγιο τάφο. Φιγούρα τραγωδού η Μάνα των ανθρώπων η Παναγιά. Θλιµµένη αλλά και αναθαρρούσα µπρός στο µεγαλείο της πραγµάτωσης της Θείας Υποσχέσεως. Μαυροφορούσες όλες τους, µε τις µαντήλες σκεπασµένες, και µε θάρρος οπλισµένες πού νίκαγε τον φόβο. Προχωρούσαν µε βήµα γοργό σταθερό, τόσο σταθερό που δεν τις σταµατά µηδέ λόγχη λεγεωνάριου, µηδέ πειρασµού ο λογισµός.

Ο Άγγελος αναµένει λαµπρός µαντατοφόρος, µάρτυρας, κι’ Απόστολος.

Τι ζητείται; Ιησούν τον εσταυρωµένον;

ΑΝΕΣΤΗ ΕΚ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ ΟΥΚ ΕΣΤΙΝ Ω∆Ε.

∆είτε τον τάφο, το σύµβολο του θανάτου είναι άδειο, και µαζί του άδειασε κι’ ο θάνατος.  Ο νόµος µε χάρη άλλαξε κι’ η εκδίκηση µ’ αγάπη. Άνοιξε η πύλη για το φώς το αληθινό. Η σκιά έγινε  συγχώρεση και το µίσος κάηκε από την θέρµη της Αγάπης που ζεσταίνει τους ανθρώπους. Ο θάνατος έγινε Ζωή.

Από το στόµα της νύχτας  βγήκε µια τελευταία κραυγή που ακούστηκε ως τα πιο  πέρα µακρινά  έθνη και έτσι τέλειωσε αυτή που έθαψε Θεό.

Με το πρώτο φώς της Κυριακής, ηµέρας της Ανάστασης, γεννήθηκε πάλι η Ζωή και η Αθανασία. Φώτισε τον κόσµο το φώς το αληθινό.


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα