Σάββατο, 28 Νοεμβρίου, 2020

Αλλάξασινε οι καιροί ντίμπις και μονιτάρου

Δε μπορώ ‘γω να λαγάζω ότι να θωρώ πράματα να γίνουνται απού είνιαι ντίμπις απαράδεχτα. Εγώ ‘δα είμαι παλιό κουκί και θυμούμαι πως ήτονε ο κόημος μια βολά και ταράσσομαι εκειά απού θωρώ τα παράξενα και θυμίζομαι και τη μαντινάδα:
«Για κείνο ‘δα ‘μαι εγώ κακός, για κείνο ‘δα μανίζω
γιατί θωρώ παράξενα που δεν τα νταγιαντίζω».
Εμείς, όντεν ήμουνε εγώ κοπελιάρης, εγνώθαμενε πρίχου να ξημερώσει και με το λύχνο ετοιμάζαμε το σακούλι μας, να βάλομενε μια ουλιά ψωμάκι και καμπόσες παστολιές, να βάλομενε το σπόρο στο σποροσάκουλο και να πάρομενε τα βούγια κι ώστε να καλοφέξει, ήμεστανε στο χωράφι.
Οπροχθές, εδιάβασα σε ένα χαρτί πως ένας Γάλλος απού έκανενε τον έξυπνο, έλεγενε πως “Η ζωή είναι ένας αγώνας περί υπάρξεως”. Μα οι σημερινοί κοπελιάρηδες, τση χελιάς οι γιοι, αλλιώς το κατένε. Γίνουνται 20 και 30 χρονώ και είνιαι ξαπλωμένοι στη κοιμητέ ντωνε ως τσι 11.00, τσι 12.00 και περιμένουνε να φέρει ο πατέρας το κάθε πράμα και να το ψήσει η μάνα να φάνε αυτοίνοι. Χαράμι ντωνε είναι να ζιούνε!
Γροικάτε μου να σασε πω ένα περιστατικό του 1942, και ήτονε βέβαια κατοχή, μα και πρίχου έρθει η κατοχή, εγώ θυμούμαι πως ήτονε πείνα και κακομοιριά. Στο σπίτι μας, γιατί που λέτε, δεν είχαμενε βούγια. Αρρώστησενε ο πατέρας μου και για να γιάνει επουλήσαμενε τα βούγια μας γιατί ετοτεσιδά δεν επχιαίναμενε τζάμπα στα νοσοκομεία. Δεν εμπορέσαμενε να ξαναγοράσομενε βούγια και εσπέρναμενε το κριθάρι με τη σκαλίδα μας. Μια βολά όμως έδωκενε το ζευγάρι ντου ένας χωριανός για μια μέρα και ‘θελα σπύρωμενε με το ζευγάρι όσο θελά κάμωμενε σε 8-9 μέρες με τη σκαλίδα.
Εσηκωθήκαμενε, γιατ’ απου λέτε, πάρα πολύ νύχτα και φορτώνομε στο γάιδαρο τα ζυγάλετρα, τα γινόλουρα, το σπόρο μας και το φαγάκι μας και επροπατούσαμενε δυόμισι ώρες ώστε να φτάξομενε στο χωράφι και αρχίνιζενε μπλιο να ξημερώνει. Εκόψαμενε τη σπορέ, εσπύραμενε και τον καρπό, μα πρίχου να αρχινίξομενε να ζευγαρίζομενε αρχίνηξενε μια τρομερή κουκοσαλέ. Μα ίντα να σασε λέω; μεγαλύτερο απου τα κεράσια ήτονε το κάθε κουκοσάλι. Εγώ με το μακαρίτη τον αδερφό μου εβάλαμενε τα ράσα μας. Τα βούγια τα κακορίζικα τα λυπούμουνε γιατί είδα πως εξεματώσανε τα αφχιά ντωνε απού το κουκουσάλι.
Σαν ετελείωσενε η κουκοσαλέ εκαλοσύνεψενε, δεν έπρεπε όμως να ζευγαρίσωμενε γιατί ότι να ‘ναι ντίμπις ογρό το χωράφι, ανε ντο ζευγαρίσεις γίνεται πηλός και μούδε δε φυτρώνει ο καρπός, μα κι ανε φυτρώξει δεν προκόβει. Εφορτώσαμενε το λοιπός πάλι στο γάιδαρο τα ζυγάλετρα, τα γινόλουρα, και το σπόρο κι εγιαείραμενε οπίσω.
Εχάσαμενε την ημέρα μας, εκουραστήκαμενε, εγραθήκαμενε, εχάσαμενε και το σπόρο απου είχαμενε πεταμένο στη σπορέ απου είχαμενε κομμένη. Ετσα ήτονε ετότεσιδα η ζωή. Δεν είχαμενε συγκοινωνίες, δεν είχαμενε τελεοράσεις γη ραδιόφωνα να μασε λένε για τον αυριανό καιρό και δεν ήσανιε τραχτέρια για να ζευγαρίζουνε. Μα όπως τζούστικα επερνούσαμενε στσοι δουλειές μας, ετσά τζούστικα επερνούσαμενε και στο φαητό μας και στο ντύσιμό μας. Δεν εγόζιεντονε ετότες ο κόημος και μούδε απεργίες, μούδε συλλαλητήρια. Ήτονε ‘δα απου ώστε ν’ αρχινήξω να νιώθω έπιασενε η διχτατορία του Μεταξά και στη συνέχεια πόλεμος και κατοχή, μα και ακόμις είναι απου οι γι – αθρώποι ήσανιε καθυστερημένοι και δεν ενιώθανε να γυρέψουσινε το δίκιο ντωνε και εχαντούσανε πως έτσε δα είναι σιασμένος ο κόσμος και δε γίνεται αλλιώς.

ΓΛΩΣΣΑΡΙ
Ντίμπις = Τελείως
Μονιτάρου = Μαζεμένα
Όντεν = Όταν
Κοπελιάρης = Έφηβος
Γνώθω = Ξυπνώ
Γόζιομαι = Γογγύζω
Πρίχου = Προτού
Γιαέρνω = Γυρίζω
Κουκοσάλι = Χαλάζι
Ουλιά = Δόση
Ζυγάλετρα = Ο ζυγός με το αλέτρι
Γινόλουρα = Το γινί που βάζουνε στο αλέτρι για να σκίζει το χώμα και λούρα λένε τους κρίκους που συνδέουνε τον ζυγό με το αλέτρι.
Γιατ’ απού λέτε = Οι τρεις λέξεις αυτές συχνά ελέγονταν σαν συσχετισμός στη συζήτηση, χωρίς να είναι απαραίτητες, μα ήτανε αποδεχτές.
Χαντώ = Νομίζω
Μούδε = Μήτε
Βολά = Φορά
Ώστε = Μέχρι
Κατένε = Ξέρουνε
Γροικώ = Ακούω
Μανίζω = Θυμώνω
Νταγιαντίζω = Αντέχω (και νταγιαντώ)
Λαγάζω =Παύω να μιλώ
Ανε = Εάν
Τζούστικο – Ελλειμματικό
Κοιμητέ = Κρεβάτι
Θέλα πάω = Θα πήγαινα
Νωγώ = Νιώθω
Τση χελιάς ο γιος = Είναι ήπια βρισιά. Χελιά είναι κάποιες φορές η γαϊδάρα. Είναι σαν να πει της γαϊδάρας ο γιος.
Οι γι – αθρώποι = Όταν μια λέξη τελειώνει σε φωνήεν και η επόμενη αρχίζει από φωνήεν, για να αποφευχθεί η χασμωδία, συχνά βάζομε ένα σύμφωνο. Π.χ. η γι -Ελένη, οι γι – Έλληνες, κλπ.

1 Comment

  1. ΑΠΛΑ ΜΙΑ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ . Αλλάξασινε,πάρομενε ,εκουραστήκαμενε, εγραθήκαμενε, εχάσαμενε , ΚΛΠ. Η ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΝΕ ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΗ ΚΡΗΤΗ ΔΕ ΛΕΓΕΤΑΙ .ΑΛΛΑ ΣΕ ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ Π.Χ Η ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΞΗΡΟΣΤΕΡΝΙ !!!!!

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες