Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ν. 5314/2026, ΦΕΚ Α΄ 103) επαναδιατυπώνει, στο άρθρο 110, το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τον ορισμό, τις αρμοδιότητες και τον αριθμό των Αντιδημάρχων, κωδικοποιώντας σε μία ενιαία διάταξη τις μέχρι σήμερα σχετικές ρυθμίσεις, όπως αυτές διαμορφώθηκαν με το άρθρο 59 του ν. 3852/2010 (Α΄ 87) και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις του. Στο παρόν άρθρο παρουσιάζονται συνοπτικά οι βασικές ρυθμίσεις του νέου Κώδικα που αφορούν το θεσμό των Αντιδημάρχων, καθώς και οι σημαντικότερες αλλαγές που επέρχονται σε σχέση με το προηγούμενο θεσμικό πλαίσιο.
Αρχικά, σε μια γενική προσέγγιση, μπορεί να ειπωθεί ότι ο ν. 5314/2026 δεν μεταβάλλει τον πυρήνα του θεσμού. Οι Αντιδήμαρχοι εξακολουθούν να αποτελούν βασικά αιρετά όργανα υποστήριξης του Δημάρχου στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του και ορίζονται αποκλειστικά με απόφαση του.
Ωστόσο, ο νέος Κώδικας επικαιροποιεί αρκετές από τις επιμέρους ρυθμίσεις, αποσαφηνίζει ζητήματα που είχαν ανακύψει μέσα από τις διαδοχικές τροποποιήσεις του ν. 3852/2010 και εισάγει ορισμένες ουσιαστικές διαφοροποιήσεις.
Η πρώτη αλλαγή εντοπίζεται ήδη στην εισαγωγική διατύπωση του άρθρου. Ενώ ο ν. 3852/2010 όριζε ότι «τον Δήμαρχο επικουρούν οι Αντιδήμαρχοι», ο Κώδικας προβλέπει ότι «τον Δήμαρχο δύναται να επικουρούν Αντιδήμαρχοι». Πρόκειται για μια περισσότερο ευέλικτη διατύπωση, η οποία αναδεικνύει ακόμη πιο έντονα τον ρόλο του Δημάρχου ως του βασικού εκτελεστικού οργάνου του Δήμου και αντιμετωπίζει τους Αντιδημάρχους ως αιρετά όργανα στα οποία μπορεί να μεταβιβάζει την άσκηση συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων του.
Παράλληλα, διατηρείται η βασική αρχή ότι Αντιδήμαρχοι μπορούν να ορίζονται μόνο δημοτικοί σύμβουλοι της παράταξης του Δημάρχου. Ο νέος Κώδικας, όμως, προβλέπει πλέον ρητά ότι σε περίπτωση ανεξαρτητοποίησης ή διαγραφής ενός Αντιδημάρχου από τη δημοτική παράταξη του Δημάρχου, αυτός εκπίπτει αυτοδικαίως από το αξίωμά του. Με τον τρόπο αυτό ενισχύεται θεσμικά η σύνδεση του αξιώματος του Αντιδημάρχου με τη δημοτική παράταξη που ασκεί τη διοίκηση του Δήμου.
Αναφορικά με τις αρμοδιότητες, ο Δήμαρχος εξακολουθεί να μπορεί να μεταβιβάζει στους Αντιδημάρχους τόσο καθ’ ύλην όσο και κατά τόπο αρμοδιότητες. Συνεπώς, ο θεσμός των κατά τόπον Αντιδημάρχων διατηρείται και στον νέο Κώδικα. Εκείνο που αλλάζει είναι ότι δεν επαναλαμβάνεται η αναλυτική απαρίθμηση των κατά τόπο αρμοδιοτήτων που περιείχε το άρθρο 59 του ν. 3852/2010. Αντίθετα, παρέχεται μεγαλύτερη ευελιξία στον Δήμαρχο να εξειδικεύει, μέσω της απόφασης ορισμού, το εύρος και το περιεχόμενο των αρμοδιοτήτων κάθε Αντιδημάρχου, ανάλογα με τις ανάγκες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε Δήμου.
Μία ακόμη σημαντική διαφοροποίηση είναι ότι η απόφαση ορισμού των Αντιδημάρχων, από τον Δήμαρχο, αποκτά πλέον ευρύτερο οργανωτικό περιεχόμενο. Εκτός από τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων, ο Κώδικας προβλέπει ότι με την ίδια απόφαση καθορίζονται η διάρκεια της θητείας τους, η σειρά αναπλήρωσης του Δημάρχου σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος, καθώς και ο τρόπος αναπλήρωσης κάθε Αντιδημάρχου όταν ο ίδιος αδυνατεί να ασκήσει τα καθήκοντά του για οποιονδήποτε λόγο (απουσίας ή κωλύματος). Η πρακτική αυτή αν και εφαρμοζόταν ήδη σε αρκετούς δήμους, πλέον αποκτά ρητή νομοθετική κατοχύρωση, γεγονός που ενισχύει την ασφάλεια δικαίου και συμβάλλει στην ομοιόμορφη εφαρμογή της από όλους τους δήμους της χώρας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι ρυθμίσεις που αφορούν τον αριθμό των Αντιδημάρχων. Ο Κώδικας αυξάνει κατά έναν τον ανώτατο αριθμό Αντιδημάρχων σε όλες τις πληθυσμιακές κατηγορίες των δήμων. Βέβαια, η αύξηση αυτή δεν αποτελεί την πρώτη σχετική μεταβολή των τελευταίων ετών. Ήδη με το άρθρο 30 του ν. 5056/2023 (Α΄163) είχε δοθεί η δυνατότητα προσαύξησης του αριθμού των Αντιδημάρχων στους δήμους όπου καταργήθηκαν νομικά πρόσωπα με σημαντικό οικονομικό και διοικητικό αντικείμενο, ως αντιστάθμισμα των πρόσθετων αρμοδιοτήτων που μεταφέρθηκαν στις δημοτικές υπηρεσίες. Ο Κώδικας «εγκαταλείπει» αυτή τη στοχευμένη προσέγγιση και θεσπίζει ένα ενιαίο σύστημα, αυξάνοντας οριζόντια τα ανώτατα όρια ανά πληθυσμιακή κατηγορία.
Ωστόσο, η μεταβολή αυτή δεν εφαρμόζεται άμεσα. Με τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 183 προβλέπεται ότι μέχρι τη λήξη της τρέχουσας αυτοδιοικητικής περιόδου 2024-2028 ο ανώτατος αριθμός των Αντιδημάρχων, συμπεριλαμβανομένων και των άμισθων Αντιδημάρχων, παραμένει αυτός που ισχύει σήμερα. Επομένως, οι νέες πληθυσμιακές κλίμακες θα εφαρμοστούν από την επόμενη δημοτική περίοδο.
Επιπλέον, ο νέος Κώδικας διατηρεί την ειδική μέριμνα για τους νησιωτικούς δήμους, προβλέποντας τη δυνατότητα ορισμού επιπλέον Αντιδημάρχων για δημοτικές ενότητες που πριν από την εφαρμογή του «Καλλικράτη» αποτελούσαν αυτοτελείς οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης. Παράλληλα, απλοποιεί τον τρόπο προσαύξησης του αριθμού των Αντιδημάρχων στους δήμους με πολλές δημοτικές ενότητες, υιοθετώντας ένα περισσότερο ενιαίο και λειτουργικό σύστημα. Ωστόσο, με τη νέα αυτή ρύθμιση καταργείται η πρόσθετη προσαύξηση κατά δύο (2) Αντιδημάρχους που ίσχυε για Δήμους που διέθεταν οκτώ (8) και άνω δημοτικές ενότητες, με αποτέλεσμα για τους συγκεκριμένους δήμους να προβλέπεται – από τη νέα δημοτική περίοδο – μία θέση Αντιδημάρχου λιγότερη σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς.
Τέλος, αναμορφώνεται και το καθεστώς των άμισθων Αντιδημάρχων, διατηρούμενης μεν της δυνατότητας ορισμού τους σε αριθμό που δεν υπερβαίνει το ένα τρίτο (1/3) του αριθμού των προβλεπόμενων έμμισθων Αντιδημάρχων, πλην όμως εισάγοντας, πλέον, σαφείς περιορισμούς ως προς τα πρόσωπα που μπορούν να οριστούν στις συγκεκριμένες θέσεις. Ειδικότερα, πρόσωπα που εμπίπτουν στις διατάξεις περί αναστολής άσκησης δημόσιου λειτουργήματος ή δημόσιων υπαλληλικών καθηκόντων (άρθρο 294 ν. 5314/2026), όπως ενδεικτικά μόνιμοι υπάλληλοι ή υπάλληλοι Ι.Δ.Α.Χ., ιατροί του Ε.Σ.Υ., στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, δεν δύνανται πλέον να ορίζονται ως άμισθοι Αντιδήμαρχοι.
Συνοψίζοντας, ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης επιχειρεί να συστηματοποιήσει και να αποσαφηνίσει το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας του θεσμού των Αντιδημάρχων, εντάσσοντας τις μέχρι σήμερα διάσπαρτες ρυθμίσεις σε ένα περισσότερο συνεκτικό νομοθετικό σχήμα. Παράλληλα, ενσωματώνει τις πολυάριθμες νομοθετικές μεταβολές της τελευταίας δεκαπενταετίας και εισάγει επιμέρους αλλαγές στον τρόπο ορισμού και λειτουργίας του θεσμού. Πλην όμως, ορισμένες νέες ρυθμίσεις, όπως η σύνδεση του αξιώματος του Αντιδημάρχου με την αναστολή άσκησης δημόσιου λειτουργήματος ή υπαλληλικών καθηκόντων και ο περιορισμός των προσώπων που δύνανται να οριστούν ως άμισθοι Αντιδήμαρχοι, αναμένεται να αποτελέσουν αντικείμενο περαιτέρω συζήτησης, ιδίως ως προς τις πρακτικές επιπτώσεις τους στη δυνατότητα αξιοποίησης του συνόλου του διαθέσιμου αιρετού δυναμικού των Δήμων.
*Ο δρ Γαβριήλ Α. Κουρής είναι διοικητικός Επιστήμων, Σύμβουλος Οργάνωσης
& Διοίκησης Ο.Τ.Α., τ. γενικός γραμματέας Ο.Τ.Α.


