Η πολιτεία από εγγυητής του νερού ως περιουσιακό στοιχείο και κοινό αγαθό, έχει βρεθεί στο επίκεντρο των εξελίξεων και η Ν.∆. κατέχει την πρωτοκαθεδρία στην αποδοτικότητα των ζητηµάτων ύδρευσης. Μάχεται για την κλιµατική κρίση, αλλά χωρίς τη βοήθεια όλων των κοµµάτων. ∆εν συµπλέουν οι αρµοδιότητες και απουσιάζουν οι συνεργασίες. Υπάρχουν παθογένειες, που για ν’ αντιµετωπισθούν οφείλει η κυβέρνηση να µην λειτουργεί αποσπασµατικά και να µην αφήνει τον καθένα να σχεδιάζει από µόνος του για το κυκλοφοριακό, την ασφάλεια, την εξωτερική πολιτική, την διαχείριση των απορριµµάτων και τα αντιπληµµυρικά έργα.
∆ηµιουργήθηκε πολιτική διαχείριση του νερού, που άνοιξε διόδους εµπορευµατοποίησης του και µετατροπής του σε κερδοφόρο είδος. Ελλειµµατικές και ξηρές περιόδους, αντιµετώπισε η Αττική από το 1985 έως σήµερα, αποτέλεσµα της ανοµβρίας, παρά του ότι το υδροδοτικό σύστηµα της Αθήνας είναι ανθεκτικό. Οι µέσες εισροές το χρόνο ήταν περισσότερες της κατανάλωσης. Υπάρχει η άρδευση των χωραφιών, αλλά και η υπερκατανάλωση απ’ τους τουρίστες σε όλες τις χρήσεις των υδάτινων πόρων.
Εάν εφαρµόζονταν µέθοδοι οικονοµικότερης άρδευσης µε σύγχρονο τρόπο µεταφοράς και διανοµής, θα εξοικονοµείτο πάνω απ’ το 50% της κατανάλωσης. Στον ανοχύρωτο Θεσσαλικό κάµπο το νερό το διαχειρίζεται ο Ο.∆.Υ.Θ. µε διαδικασίες ιδιωτικής οικονοµίας. Η τιµολογιακή πολιτική έχει περάσει στα χέρια των fands, γίνεται χρήση σε µονοκαλλιέργειες και για την συµβατική γεωργία το νερό έχει περιορισθεί στο ελάχιστο.
Κατά τους αρµοδίους νερό υπάρχει στις υδρολογικές λεκάνες, τα δε µέτρα πρέπει να κινούνται στον άξονα αξιοποίησης των αποθεµάτων και αύξησης της αποδοτικότητας των υδραυλικών έργων.
Ως αναγκαία λύση αποµένει η αφαλάτωση, που απαιτεί 5 kwh ηλεκτρικής ενέργειας για κάθε κυβικό µέτρο νερού. Λέγεται ότι το µέτρο τούτο εξασφαλίζει µεγάλα κέρδη στους παραγωγούς διάθεσης πόσιµου νερού, από 230 περίπου µονάδες αφαλάτωσης, που λειτουργούν κυρίως στις Κυκλάδες, στα Ιόνια νησιά και στη Μάνη. Τα fands και από την δίψα µας κερδίζουν.
Όταν δεν προσφέρεται απ’ αλλού κάλυψη νερού προς πόσιν, αφού δεν έχει εξασφαλισθεί από κάθε άλλη δυνατή συµβατότητα προσφορά ύδατος, αναγκαστικά προσφεύγουµε στην πλέον χρονοβόρα, πολύπλευρη και υψηλού κόστους αφαλάτωση.


