29 C
Chania
Κυριακή, 31 Αυγούστου, 2025

Αφορμή: Αυτό που δεν έχει όνομα

» Piedad Bonnett (µτφρ. Καλυψώ Αγγελοπούλου, εκδόσεις Κυψέλη)

Ήµουν στο µαγαζί όταν έφτασε το βιβλίο της Πιεδάδ Μπονέτ, για την οποία τίποτα δεν γνώριζα, είδα στο σύντοµο βιογραφικό πως είναι Κολοµβιανή, γεννηµένη το 1951, ξεκίνησα να διαβάζω, λίγες σελίδες αργότερα το άφησα, οι συνθήκες δεν ήταν και οι πλέον ιδανικές, αργότερα στο σπίτι ξενύχτησα, την επόµενη µέρα νωρίς το απόγευµα το είχα τελειώσει.
Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, συχνά σε πρώτο πληθυντικό σε µια απόπειρα συµπερίληψης όλης της οικογένειας, ξεκινά από τη στιγµή που η συγγραφέας και ο άντρας της φτάνουν στο διαµέρισµα του γιου τους στη Νέα Υόρκη, το παράθυρο, από το οποίο πήδηξε και προσγειώθηκε νεκρός στο κράσπεδο λίγες µέρες πριν, ήταν ανοιχτό. Ο θάνατος φέρει µαζί του µια σειρά από ψυχρές, απαραίτητες, έντονα γραφειοκρατικές διαδικασίες, το άδειασµα του σπιτιού, τα έγγραφα ταφής, η τελετή, η επικοινωνία του γεγονότος, χαρτιά και άλλα χαρτιά, γνώση ή υπόθεση των επιθυµιών του νεκρού, µια διαδικασία που κρατάει στον αφρό τους πενθούντες και δεν τους αφήνει να βυθιστούν. Αυτό συµβαίνει όταν γυρίσουν πίσω σε εκείνο που λέγεται καθηµερινότητα.
∆ύο βιβλία πριν, διάβασα το Αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα, στη συνέχεια το Περί γάµου και χωρισµού, χωρίς να το έχω υπολογίσει Αυτό που δεν έχει όνοµα ήρθε να συµπληρώσει µια τριάδα πόνου και απώλειας, τριάδα επίσης σε µια δυσδιάκριτη επικράτεια, κάπου στα σύνορα της αυτοµυθοπλασίας µε την αυτοβιογραφία. Το αναγνωστικό µονοπάτι, ενίοτε, χαρακτηρίζεται από παράξενες συµπτώσεις, το ένστικτο ή η τυχαιότητα διαδραµατίζουν σηµαίνοντα ρόλο, φανερώνουν κάτι από το βαροµετρικό της περιόδου εκείνης.
Το πένθος ανέκαθεν αποτελεί καύσιµο της λογοτεχνίας, της δηµιουργίας εν γένει, κρυµµένο λιγότερο ή περισσότερο ανάµεσα στις γραµµές του κειµένου. Η Μπονέτ, συγγραφέας ήδη, µετά την αυτοκτονία του γιου της, δεν ξέρει πώς αλλιώς µπορεί να διαχειριστεί το πένθος τής απώλειας, καταφεύγει σε γνώριµα καταφύγια, σε εκείνα της γραφής και της ανάγνωσης, δεν επιθυµεί να αποσπάσει τη σκέψη, να ξεχάσει, όχι, κάτι τέτοιο θα ήταν φρικτό, να καταλάβει θέλει, να διαβάσει αφηγήσεις αντίστοιχες, να µπορέσει να συµπληρώσει τα κενά της ιστορίας του γιου της, να κατανοήσει. Εκείνος είναι πια νεκρός, και ας ξεχνιέται εκείνη κάποιες στιγµές ανοίγοντας την πόρτα του δωµατίου του και περιµένοντας να τον δει µπροστά της, τι ανοίγεις την πόρτα ρε µάνα, να της πει, µια µελωδία θα ήταν αυτή, η σιωπή και η ακινησία βασιλεύουν πια.
∆εν αγαπώ καθόλου τους ανθρώπους εκείνους που χωρίς να έχουν διαβάσει το ένα ή το άλλο βιβλίο αποφαίνονται πως ο δηµιουργός εκµεταλλεύεται τον πόνο, πως τον βγάζει σε πάγκο στην αγορά να τον πουλήσει στον κάθε περαστικό αναγνώστη. Θα µπορούσαν απλά να µη διαβάσουν το βιβλίο, δεν θα το έκαναν έτσι και αλλιώς, και να σωπάσουν, να ασχοληθούν µε κάτι άλλο, να µας αφήσουν ήσυχους.
Αυτό δεν είναι ένα συναισθηµατικά εύκολο βιβλίο και πώς θα µπορούσε να είναι. Η διάκριση ανάµεσα στη µορφή και το περιεχόµενο είναι εδώ καθοριστική. Αποµονώνοντας το περιεχόµενο, η ιστορία λέει πως ένας νεαρός άντρας που υπέφερε από έντονες ψυχικές διακυµάνσεις αυτοκτόνησε πηδώντας στο κενό από το ανοιχτό παράθυρο. Η ιστορία αυτή, ωστόσο, δεν θα ήταν από µόνη της αρκετή ώστε να πάρει λογοτεχνική µορφή και να µπορέσει να σταθεί και ως τέτοια, πέρα από µια συµπυκνωµένη και οδυνηρή περίληψη του γεγονότος.
Έγραφα και στο αντίστοιχο κείµενο για Το αήττητο καλοκαίρι της Λιλιάνα πως υπάρχει η ενοχή της ανάγνωσης, η απόλαυση που αντλεί ο αναγνώστης σε πλήρη και ευθεία αντίθεση µε την ιστορία που διαβάζει. Το ίδιο συµβαίνει και εδώ. Το γεγονός, η γυναικοκτονία στο ένα και η αυτοκτονία εδώ, είναι γνωστό από την πρώτη σελίδα, κανένα περιθώριο ευτυχούς τέλους δεν υπάρχει, η ανάληψη από το παρελθόν, τα βήµατα που οδήγησαν στον θάνατο απλώς έρχονται να πουν την ιστορία δύο ανθρώπων που πια δεν δύνανται να το κάνουν για τον εαυτό της, ένας ιδιότυπος φόρος τιµής, µια απόπειρα επούλωσης του τραύµατος αλλά και των τύψεων που µένουν να βασανίζουν τους εναποµείναντες στη ζωή, το αν θα µπορούσαν να έχουν κάτι έγκαιρα, όταν όλα ήταν ακόµα δυνατά.
Με τα λόγια της Μπονέτ: «Μετά τον θάνατο του Ντανιέλ, όταν ο συγγραφέας και φίλος µου Αντόνιο Γκαρθία µαθαίνει ότι γράφω αυτό το βιβλίο, µου χαρίζει το Γεγονός, ένα σκληρό και όµορφο βιβλίο της Ανί Ερνό. Σε αυτό διαβάζω το εξής: «Είναι πιθανό µια ιστορία όπως αυτή να προκαλέσει όχληση ή αποστροφή, ή να χαρακτηριστεί κακόγουστη, Το γεγονός πως έχεις ζήσει κάτι, ό,τι κι αν είναι αυτό, σου δίνει το δικαίωµα να γράφεις γι’ αυτό. ∆εν υπάρχει κατώτερη αλήθεια». ∆ίνει το δικαίωµα, πράγµατι. Αλλά αναρωτιέµαι γιατί το κάνω. Ίσως επειδή ένα βιβλίο γράφεται κυρίως για να γεννήσει ερωτήµατα. Επειδή το να αφηγείσαι συνεπάγεται να αποστασιοποιείσαι, να δίνεις προοπτική και νόηµα. Επειδή, λέγοντας την ιστορία µου, ίσως λέω και πολλές άλλες ακόµα. Επειδή, παρ’ όλα αυτά, παρ’ όλη τη σύγχυση και τη µελαγχολία µου, ακόµα έχω πίστη στις λέξεις. Επειδή, παρότι ζηλεύω αυτούς που µπορούν να γράψουν λογοτεχνία µε ξένα δράµατα, εγώ µπορώ να τραφώ µόνο από τα δικά µου σπλάχνα. Αλλά κυρίως επειδή, όπως γράφει ο Μιγιάς, «η συγγραφή ανοίγει και την ίδια στιγµή καυτηριάζει τις πληγές»».
Η ανάγνωση, ο κύριος τρόπος µέσω του οποίου αντλώ από τη δεξαµενή της ανθρώπινης εµπειρίας, δεν είναι πάντοτε ευγενική µαζί µου, ευτυχώς. Παραπάνω από µια φορές σκέφτηκα τους δύο νεκρούς, τη Λιλιάνα και τον Ντανιέλ, τη δολοφονηµένη και τον αυτόχειρα, µε όρους σύγκρισης, εκείνη που δεν το επέλεξε και εκείνος που το επέλεξε, να το πλεονέκτηµα. Με ενόχλησα και µε εκνεύρισα, µε θύµωσα κάνοντας τη σκέψη αυτή, είδα κάτι ποταπό µέσα µου, κάτι το συντηρητικό, κάτι το οποίο µε λύσσα θα αρνιόµουν πως είναι συστατικό µου, όµως τέτοιας ποιότητας άνθρωπος είµαι, ακόµα ένα κρακ πήρε τη θέση του στην ηχητική αίθουσα, παρέα µε άλλα πολλά, της ανάγνωσης τέκνα.
Κατά την ανάγνωση, προσπαθούσα να ελέγχω αν η αφήγηση της Μπονέτ έτεινε στον συναισθηµατικό εκβιασµό, µήπως έλεγε: πώς µπορείς να πεις κάτι σε µια µάνα που πενθεί· χωρίς να το λέει ευθέως. Η απόπειρα βίαιης εξόρυξης συναισθήµατος µε κάνει να στυλώνω τα πόδια. Η Μπονέτ δεν ασχολείται µε τον αναγνώστη αλλά µε την εαυτή της, µε την οικογένειά της και τον νεκρό πια γιο της, αυτοί είναι οι συντελεστές της εξίσωσης εδώ. Και αν σε επίπεδο απόπειρας συναισθηµατικής ίασης κάτι τέτοιο µοιάζει προφανές, σε επίπεδο παραγωγής λογοτεχνίας µοιάζει ύποπτο, πώς γίνεται µια δηµιουργός, µια ποµπός να µην έχει κατά νου τον δέκτη; Σε περιπτώσει όπως αυτή, υποθέτω, πως είναι ακόµα πιο σαφές πως το βιβλίο, όταν ολοκληρωθεί, εγκαταλείπει τον συγγραφέα και περιφέρεται αυτόνοµο στα ράφια των βιβλιοπωλείων, επιτρέποντας σε ξένα και άγνωστα χέρια και µάτια να το διαβάσουν.
Κάτι άλλο που σκέφτοµαι, αυτή τη φορά µετά το τέλος της ανάγνωσης, και κάπως έχει να κάνει µε τη διαπραγµάτευση της απόλαυσης, εµπεριέχεται στο εξής ερώτηµα: το αδηφάγο διάβασµα οφείλεται στις αφηγηµατικές αρετές ή είναι µια επώδυνη συναισθηµατικά διαδικασία που θέλεις να τελειώσει το συντοµότερο δυνατόν; ∆εν ξέρω να πω, θα έλεγα γενικά και τετριµµένα πως κάπου ανάµεσα στα δύο βρίσκεται η απάντηση.
Πέρα από την (ενοχική) απόλαυση της ανάγνωσης, τις διακειµενικές αναφορές που κάποιες υπήρξαν κοινές (ο Όστερ ή ο Μαρίας για παράδειγµα) και άλλες σηµειώθηκαν για περαιτέρω διερεύνηση, το έντονο συναίσθηµα που η βιωµατική γραφή της Μπονέτ µου γέννησε, υπήρξε και κάτι ακόµα που έκανε αυτή την ανάγνωση σηµαντική και έχει να κάνει µε τη διαπραγµάτευση του ζητήµατος της ψυχικής υγείας µε όρους θεραπείας. Ο Ντανιέλ είχε πάντοτε πρόσβαση σε ειδικούς µε ισχυρή σύσταση, ένα προνόµιο οικονοµικό και κοινωνικό το οποίο η πλειοψηφία δεν διαθέτει, επίσης, µε βάση την αφήγηση της Μπονέτ, ο γιος της είχε και την υποστήριξη από τον οικογενειακό πυρήνα, ωστόσο δεν τα κατάφερε να υποτάξει τους δαίµονές του. Η αορατότητα της ψυχικής νόσου, παρά τις όποιες καµπύλες και νέες βιβλιογραφικές καταχωρήσεις, πέρασε κάτω από όλα τα ραντάρ, µεταµορφώθηκε, έδειξε να νικιέται, λούφαξε, αυτό που δεν έχει όνοµα είχε τον τελευταίο λόγο. Το δεν υπάρχουν ασθένειες αλλά ασθενείς έµεινε απλώς ένα ευφυολόγηµα, µια ευχή σε έναν θεό που δεν υπάρχει ή είναι κωφός.
Η αυτοχειρία, η πράξη ή ο ιδεασµός της, ειδικά για τους ορθολογιστές δίχως µεταφυσικές ανησυχίες, υψώνει ακόµα ένα φιλοσοφικό ερώτηµα, δοκιµάζοντας τα όρια της ηθικής/ορθής επιλογής της επιθυµίας για ζωή απέναντι στην επιθυµία για θάνατο, ερώτηµα αντιµέτωπο µε τον µονόλογο των ζωντανών και τη σιωπή των αυτόχειρων.
Βιβλία όπως αυτό, πάντα θα µου φέρνουν στο µυαλό το καλύτερο ίσως της κατηγορίας πένθους, το Η χρονιά της µαγικής σκέψης της Τζόαν Ντίντιον.


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα