Τρίτη, 13 Απριλίου, 2021

“Δεν θέλω να μυρίζουν χαρτίλα τα γραπτά μου”

´Tα βιβλία μου είναι πολύ ρεαλιστικά, αλλά και συνάμα τρυφερά και λυρικά, γιατί αυτή είναι και η ζωή μας. Πότε έτσι, πότε αλλιώς. Ανάλογα από ποια σκοπιά κάθε φορά το βλέπεις και με τον χαρακτήρα που έχεις να κάνεις στο βιβλίο. Αν πρέπει να είναι σκληρός πρέπει να είναι σκληρός, να είναι αυτός που είναι. Δεν μου αρέσει οι χαρακτήρες να είναι αχυρένιοι. Δεν μου αρέσει να μυρίζουν χαρτίλα τα γραπτά μου. Θέλω να είναι ζωντανές οι λέξεις και οι άνθρωποι´.

Το πρώτο γραπτό της Αλκυόνης Παπαδάκη ήταν -όπως λέει- ένα ραβασάκι στον Θεό. Από τότε κύλησε πολύ μελάνι στην πένα της και γνώρισε την πολυτιμότερη καταξίωση που μπορεί να γευτεί ένας λογοτέχνης. Την αγάπη και την αποδοχή του κόσμου. Οι «Διαδρομές» συνάντησαν τη Χανιώτισσα συγγραφέα ένα μεσημεράκι στον γενέθλιο τόπο της το Νιο Χωριό και μίλησαν μαζί της για τα βιβλία της, τους μυθιστορηματικούς ήρωες, το «σοβαρό παιχνίδι» της γραφής και τις λογοτεχνικές διαδρομές από την ωμή πραγματικότητα στη φαντασία…

– Πρόσφατα παρουσιάσατε το βιβλίο το «Νιο Χωριό» που αφορά τον γενέθλιο τόπο σας. Πόσο συχνά βουτάτε τη συγγραφική πένα στα παιδικά σας βιώματα για να «ντύσετε» χαρακτήρες ή για να αφηγηθείτε μια ιστορία;    
Πάρα πολύ συχνά γιατί τα παιδικά βιώματα είναι κάτι που έχουν χαραχτεί στην ψυχή μου και δεν φεύγουν με τίποτα. Λέω πολλές φορές ότι τα παιδικά βιώματα είναι οι αποσκευές που κουβαλάς στο τρένο και αν τις πετάξεις στον πρώτο σταθμό στον επόμενο τις βρίσκεις ξανά μπροστά σου. Τα βιώματα αυτά σε ακολουθούν πάντα. Έστω και αν είναι καμουφλαρισμένα στη φυλάνε στη γωνιά. Εγώ χρησιμοποιώ τα παιδικά μου βιώματα. Με έχουν χαράξει πολύ για να πω ότι θα με παραιτήσουν. Δεν τα ξεφορτώνομαι το πήρα απόφαση…

– Σε μια παλαιότερη κουβέντα μας σας είχα πει ότι τα βιβλία σας είναι «σκληρά» και θυμάμαι μου απαντήσατε ότι «είναι σκληρά, αλλά και αφάνταστα ποιητικά και ονειρικά». Η τέχνη μπορεί να είναι αντιστάθμισμα σε μια δύσκολη ζωή;    
Η τέχνη σώζει. Το πιστεύω αυτό. Τα βιβλία μου είναι πολύ ρεαλιστικά, αλλά και συνάμα τρυφερά και λυρικά, γιατί αυτή είναι και η ζωή μας. Πότε έτσι, πότε αλλιώς. Ανάλογα από ποια σκοπιά κάθε φορά το βλέπεις και με τον χαρακτήρα που έχεις να κάνεις στο βιβλίο. Αν πρέπει να είναι σκληρός, πρέπει να είναι σκληρός, να είναι αυτός που είναι. Δεν μου αρέσει οι χαρακτήρες να είναι αχυρένιοι. Δεν μου αρέσει να μυρίζουν χαρτίλα τα γραπτά μου. Θέλω να είναι ζωντανές οι λέξεις και οι άνθρωποι. Συνήθως δεν περιγράφω τη δική μου ψυχοσύνθεση στους χαρακτήρες. Μου είναι τελείως ξένοι, όμως, τόσο πολύ τους έχω μελετήσει ή έχω ζήσει κάποιους παρόμοιους ανθρώπους που θέλω να είναι αυτοί που είναι, να μιλάνε τη γλώσσα που ξέρουν να μιλήσουν και να μην είναι δοσμένοι πίσω από μια βιτρίνα. Εγώ δεν έκατσα ποτέ σε βιτρίνα, δεν είμαι από τους ανθρώπους που κάθισαν πίσω από ένα γραφείο και άρχισαν να φαντάζονται. Από μικρή ήμουν μέσα στη ζωή, κοντά στους ανθρώπους. Και γι´ αυτό ξέρω πάρα πολλούς χαρακτήρες και έχω ζήσει και πάρα πολλές αντίθετες καταστάσεις. Αυτά βγαίνουν στα βιβλία μου.

– Αν υποθέσουμε ότι οι μυθιστορηματικοί ήρωες είναι παιδιά ενός συγγραφέα ξεχωρίζετε κάποια από αυτά;
Κατ’ αρχήν δεν πιστεύω ότι είναι παιδιά μου. Είναι κομμάτια από την ψυχή μου που τα βγάζω και τα χαρίζω. Ποτέ δεν θα έκανα μια θυσία για ένα βιβλίο, θα έκανα όμως για το παιδί μου. Επομένως είναι τελείως διαφορετική υπόθεση. Από εκεί και πέρα δεν ξεχωρίζω κανένα από τα βιβλία μου. Πάντα είμαι πιο κοντά στο τελευταίο επειδή δεν το έχω ξεπεράσει. Άμα όμως βάλω μπροστά και γράφω κανένα άλλο το προηγούμενο δεν θα μου λέει και πολλά πράγματα, θα έχει φύγει από μπροστά μου. Να σου πω δεν διαβάζω κιόλας καθόλου τα βιβλία μου γιατί φοβάμαι ότι θα δω πράγματα που θα μπορούσα να τα κάνω καλύτερα. Έτσι τα ξεχνώ.    

– Τι νομίζετε ότι χρειάζεται να «εξασκεί» καθημερινά ένας συγγραφέας;   
Να ζει με τους ανθρώπους. Να είναι κοντά στη ζωή και τα γεγονότα. Να είναι μέσα στη ζωή. Από τη στιγμή που θα κλείσεις την πόρτα και θα μπεις μέσα σε ένα γραφείο και θα έχεις απέναντί σου έναν υπολογιστή, είσαι μακριά πια, δεν είσαι αληθινός.

– Αυτό που λέμε έμπνευση υπάρχει;
Δεν την ξέρω την «κυρία»… Δεν πιστεύω στην έμπνευση. Πιστεύω ότι αν στρωθώ και καθίσω -γιατί δεν κάθομαι εύκολα- θα σκεφτώ και θα γράψω αυτό που θέλω. Παίζει πάντα ρόλο και σε ποια κατάσταση θα είσαι. Αν είσαι κουρασμένος, αν είσαι ξενύχτης κ.λπ. Το θέμα είναι να κάτσω στο τραπεζάκι μου γιατί δεν κάθομαι εύκολα. Δεν είμαι από εκείνους που σηκώνονται κάθε πρωί και γράφουν. Το αναβάλω κάθε φορά γιατί το γράψιμο είναι ψυχοφθόρο. Πρέπει να δώσεις όλη σου την ψυχή και συνέχεια λες «άσ´ το τώρα». Όπως τα παιδιά που είναι σε εξεταστική και αναβάλουν συνέχεια το διάβασμα. Όταν αρχίσω όμως να γράφω δεν το αφήνω. Τότε γράφω κάθε μέρα.

– Τι είναι καταξίωση για εσάς;  
Καταξίωση σημαίνει να είσαι στον δρόμο και να σου λέει κάποιος ότι διάβασε το βιβλίο σου και ένιωσε κάτι, βρέθηκε στη συχνότητα που ήθελες. Αυτό είναι καταξίωση. Άλλη καταξίωση δεν ξέρω εγώ. Είμαι μακριά από την εξουσία και τα παιχνίδια του κατεστημένου και την καταξίωση δεν τη βιώνω με άλλους τρόπους όπως το να είμαι συχνά στην τηλεόραση, στις εφημερίδες ή στις κριτικές. Από αυτά είμαι αποστασιοποιημένη. Δεν το κάνω επίτηδες ούτε από σεμνότητα γιατί δεν είμαι σεμνή. Απλά δεν είναι στον χαρακτήρα μου να τρέχω πίσω από κάποιον και να προσπαθώ να κάνω δημόσιες σχέσεις. Η επίσημη ελληνική γραμματεία με έχει λίγο στην άκρη, αλλά εγώ ξέρω πολύ καλά τι κάνω. Ξέρω ότι κάνω λογοτεχνία. Δεν είμαι η καλύτερη, υπάρχουν πολύ καλύτεροι από εμένα, αλλά όμως είμαι διαφορετική.

– Η γνώμη των κριτικών μετράει;
Νομίζω ότι είναι λίγο κατευθυνόμενα τα πράγματα και ως εκ τούτου δεν πιστεύω ότι επηρεάζεται ένα μεγάλο μέρος του κόσμου από τις κριτικές. Αντίθετα επηρεάζεται από τη διαφήμιση. Η διαφήμιση επηρεάζει πάρα πολύ τον κόσμο και συνήθως η διαφήμιση είναι και παγίδα.

– Ο μεγαλύτερος κριτής είναι ο χρόνος;
Είναι ο χρόνος και οι άνθρωποι. Το από στόμα σε στόμα.   

– «Το πρώτο μου γραφτό», λέτε στο βιογραφικό σας, «ήταν ένα ραβασάκι στον Θεό». Αν Του γράφατε ξανά σήμερα τι θα Του λέγατε;
Πάντα κάνω αναφορές στα βιβλία μου στον Θεό. Είναι ένα παιχνίδι που μου αρέσει να παίζω άσχετα με τα πιστεύω μου. Το χρησιμοποιώ σαν παιχνίδι και μου αρέσει να υπάρχει μια κόντρα. Δεν είναι όμως μια κόντρα που κάνω ως άνθρωπος, αλλά ως λογοτέχνης.

– Και η γραφή είναι ένα παιχνίδι;
Είναι ένα παιχνίδι όχι όμως με την έννοια του ότι δεν είναι σοβαρό ή το κάνουμε για να περνάμε τον καιρό μας. Είναι ένα παιχνίδι μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας. Μια διαδρομή από την ωμή πραγματικότητα στη φαντασία και πάλι πίσω. Μέσα σε αυτή τη διαδρομή βρίσκεις απάγκιο, βρίσκεις κάπου να ακουμπήσεις την ψυχή σου. Βρίσκεις στέκια. Στέκια για την ψυχή σου, πότε να την κρύψεις και πότε να την αποκαλύψεις. Η γραφή είναι και μια επικοινωνία με τους ανθρώπους. Αυτή την επικοινωνία τη νιώθω καλά γιατί δεν είμαι πολύ κοινωνική ως άνθρωπος. Κατά βάθος είμαι μοναχικό άτομο, αλλά αυτού του είδους την επικοινωνία μέσω της γραφής τη ζω. Καταλαβαίνω δηλαδή όταν γράφω ότι απευθύνομαι σε ανθρώπους και μάλιστα πολλές φορές φέρνω κάποιον μπροστά μου που τον ξέρω και του λέω «τώρα θα σου πω εγώ…».

– Στο βιογραφικό σας περιγράφετε πάντως τη γραφή και ως μια «διαστροφή», μια «πετριά» θα λέγαμε…
Όντως αυτό είναι. Κάτι γίνεται στον εγκέφαλο που δεν μπορείς να το ελέγξεις. Αυτό είναι το ταλέντο που λέμε, όχι μόνο στη λογοτεχνία, αλλά σε όλες τις τέχνες. Είναι πετριά…

– Η έκθεση μέσω της γραφής σας αγχώνει;
Πρέπει να τολμάς. Αν βάλεις στεγανά μεταξύ εσένα και των άλλων τότε λες ψέματα. Εγώ δεν φοβάμαι να εκτίθεμαι ούτε στο γράψιμο ούτε σε κανενός άλλου είδους επικοινωνία.

– Με τα χρόνια πώς αισθάνεσθε τη σχέση σας με το κοινό; Μεγαλώνει η ευθύνη, κινδυνεύει η ελευθερία έκφρασης;
Υπάρχει ελευθερία έκφρασης. Εγώ θα το γράψω αυτό που θέλω και όπου πάει και όπως πάει. Υπάρχει όμως και μια ευθύνη περίεργη. Αισθάνομαι ότι πρέπει να δώσω το χέρι σε κάποιον. Αισθάνομαι πρόθυμη να βοηθήσω να ακουμπήσει κάποιος την ψυχή του σε εμένα.

– Πολλοί πάντως εγκλωβίζονται στην επιτυχία, την αποδοχή του κόσμου…
Πολλοί εγκλωβίζονται. Σε εμένα ωστόσο συμβαίνει κάτι άλλο που έχει να κάνει με τον χαρακτήρα μου. Μπορεί να γίνει κάτι πολύ ωραίο, μια πολύ ωραία εκδήλωση, όπου θα έρθουν πάρα πολλοί άνθρωποι και οι οποίοι συνήθως λένε υπερβολές. Εκείνη τη στιγμή ως άνθρωπος που κουβαλάς μια ματαιοδοξία αισθάνεσαι καλά και το χαίρεσαι. Όταν τελειώσει όμως αυτή η διαδικασία εγώ δεν ξέρω τίποτα από αυτά. Ξαναγίνομαι ακριβώς αυτό που είμαι. Γυρίζω στον εαυτό μου και δεν με επηρεάζει καθόλου. Θυμάμαι ο πατέρας μου -επειδή ήμουν το «μαύρο πρόβατο» στην οικογένεια- έλεγε ότι «όλα τα περιμένω από τούτο το παιδί. Όλα εκτός από το να καβαλήσει το καλάμι».   

– Αγχος υπάρχει όταν κάθεστε πλέον να γράψετε;
Πάρα πολύ μεγάλο άγχος. Κάθε φορά νομίζω ότι δεν θα τα καταφέρω, ότι αυτό που γράφω είναι το πρώτο μου βιβλίο και ότι δεν υπάρχει καμία επιτυχία πίσω μου. Αρχίζω από την αρχή και θέλω αυτό που κάνω να είναι καλό. Αν δεν μου αρέσει και δεν με ικανοποιεί δεν το αφήνω. Ντάνα τα σβησμένα χειρόγραφα μέχρι να φτάσω εκεί που θέλω και να δώσω τις εικόνες που θέλω. Σκίζω και γράφω συνεχώς.

– Κάθε επιστροφή στον γενέθλιο τόπο τι συνεπάγεται;
Κάθε φορά φεύγω με πολύ φορτισμένη την ψυχή μου, αλλά και με πολλή δύναμη. Αισθάνομαι όταν έρχομαι ότι μπορώ να κάνω πράγματα πολλά στην προσωπική μου ζωή. Αυτό όμως κρατάει μέχρι να φτάσει το καράβι της επιστροφής στον Πειραιά. Τότε χάνονται τα φτερά… Έχει μια ενέργεια η Κρήτη, μια δύναμη και μια υπερβολή που μερικές φορές είναι δύσκολο να τη σηκώσεις. Και η φύση και οι άνθρωποι και τα αισθήματα όλα είναι υπερβολικά…

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες