Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου, 2021

Ο Σεφέρης στην Κρήτη τον Απρίλιο του 1967

Του ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΥ
Σαραντατέσσερα χρόνια πριν, στις 6 Απριλίου 1967, δεκαπέντε μέρες δηλαδή, πριν από την αποφράδα ημέρα της δικτατορίας Παπαδόπουλου και συμμορίας (1), ο Γιώργος Σεφέρης (13/3/1900 -20/9/1971), ανταποκρινόμενος σε πρόσκληση του Λυκείου Ελληνίδων, έρχεται στο Ηράκλειο, όπου ´θα διαβάζει ποιήματά του και θα μιλήσει γι’ αυτά´ καθώς αναφέρεται στην εν λόγω πρόσκληση.
Ο ίδιος ο ποιητής γράφει στο περίφημο «Χειρόγραφο Οκτ. ’68», που εκδόθηκε τον Νοέμβριο του 1986:
«Το συλλογίζομαι, όταν σκέφτομαι την τελευταία (αλογόκριτη κι αυτή) ομιλία, που έκανα στο Ηράκλειο της Κρήτης, χωρίς χειρόγραφο. Λίγες μέρες αργότερα τα τανκ και τα κανόνια της στρατοκρατίας μαράνανε τα πάντα, εκτός από τον χαφιεδισμό· αυτός φούντωνε σε βαθμό ολωσδιόλου ανυποψίαστο. Ξαφνιάζεται κανείς, όταν συλλογιστεί, πως έχουμε τέτοιες ικανότητες για τούτο το επιτήδευμα» (2).
Τον Σεπτέμβριο του 1979, ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης, καθηγητής σήμερα της Κλασικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, επιφανής πεζογράφος, δοκιμιογράφος και σατιρικός συγγραφέας (το βιβλίο του «Ερωτικόν» είναι μια απαράμιλλη δημιουργία), βασιζόμενος σε σχετικά δημοσιεύματα του Τύπου του Ηρακλείου («Μεσόγειος» και «Πρωινή» 8/4/1967), μας παρέχει πληροφορίες για την εκδήλωση, παραθέτοντας συγχρόνως και την ομιλία του ποιητή.
Από το κείμενο Γιατρομανωλάκη, το οποίο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ο Πολίτης» (3), αντλούμε τα στοιχεία τούτου του σημειώματος.
Η σχετική, λοιπόν, πρόσκληση του Λυκείου καλεί το κοινό να παρευρεθεί στην εκδήλωση. Η προσέλευση του κόσμου υπήρξε αθρόα, παρακολούθησε δε με πολύ ενδιαφέρον ´την κατανυκτικήν πραγματικά ομιλία´, όπως έγραφαν οι εφημερίδες.
Σύμφωνα μάλιστα με επιστολογράφο της «Μεσογείου», της 8ης Απριλίου 1967, «ο ποιητής κατώρθωσε να μας μεταδώση, αν όχι πλήρως τα διανοήματά του, τουλάχιστον την ιεράν του συγκίνησιν, τόσον όταν ωμίλει διά τον πεζόν λόγον, παρά τα εμπόδια των ποιητικών του πτερών, όσον και όταν επέτα εις τα ύψη με τα πτερά της ποιήσεως έχων μαζί του και τα εφόδια του πεζού λόγου».
Σε άλλο σημείο του κειμένου του, ο Γ. Γιατρομανωλάκης γράφει:
Φαίνεται, όμως, ότι όσοι κατάφεραν να ακούσουν τη διάλεξη εντυπωσιάστηκαν από το ύφος και τον τρόπο της ομιλίας του Σεφέρη. Ετσι λ.χ. η «Πρωινή» του Ηρακλείου (8-4-1967) σε άρθρο που τιτλοφορεί «Δυο ώρες με τον Γ. Σεφέρη. Η προχθεσινή ομιλία στην πόλη μας του κορυφαίου Ελληνα ποιητή» γράφει πως το ακροατήριο «χάρηκε τον λιτό κι επιγραμματικό λόγο του  κορυφαίου ποιητή, από την πρώτη στιγμή δημιούργησε με την απλότητα και τον αυθορμητισμό του θερμή και οικεία ατμόσφαιρα… Η διάλεξη ήταν σε ρυθμό συνομιλίας ή εκμυστηρεύσεων προσωπικών».
Ο Σεφέρης διάβασε τα ποιήματα:
Την «Μπαλάδα», γραμμένη τον Νοέμβριο του 1931 στο Λονδίνο στη γλώσσα του Ερωτόκριτου (βλ. Μέρες, Β’, 24 Αυγ. 1931 – 12 Φεβρ. 1934, σ. 20). Η «Μπαλάδα» δημοσιεύεται, για πρώτη φορά, λίγες μέρες μετά από την διάλεξη, (12-4-1967), στην εφημερίδα «Μεσόγειο», ύστερα από «ζωηρά επιθυμία του πολυπληθούς κοινού» (πρβλ. Τετράδιο Γυμνασμάτων, Β’, σ. 152 – 3). Στη συνέχεια διαβάζει μεγάλο μέρος από τον Ερωτικό Λόγο, το «Θερινό Ηλιοστάσι» από τα Τρία Κρυφά Ποιήματα και την «Εγκωμη».
Και, σύμφωνα πάντα με τον Γιατρομανωλάκη:
Πριν, όμως, από την ανάγνωση τον ποιημάτων, ο Σεφέρης, για να δείξει τι οφείλει ως ποιητής στον πεζό λόγο, διαβάζει τρία αποσπάσματα από τα πεζά εκείνα κείμενα που τον επηρέασαν περισσότερο στο έργο του. Το πρώτο είναι η Αποκάλυψη του Ιωάννη, πού πρόσφατα (1966) μεταγράφει στα νεοελληνικά. Στο σχετικό σημείο του χειρογράφου ο Σεφέρης αναφέρει με κόκκινο μελάνι τη σελίδα 141 της Αποκάλυψης. Τα άλλα δύο κείμενα είναι η Γυναίκα της Ζάκυνθος του Σολωμού και τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, αλλά τα σχετικά αποσπάσματα δεν σημειώνονται. Σύμφωνα, όμως, με την κυρία Σεφέρη, που ήταν παρούσα στη διάλεξη, είναι πιθανόν να διαβάστηκε το απόσπασμα εκείνο του Μακρυγιάννη που αναφέρεται στο περιστατικό του Μεγάλου Σπηλαίου (Β’ 258) και παρατίθεται στη μελέτη «Ενας Ελληνας – ο Μακρυγιάννης», Δοκιμές Α’, σ. 255 κ. (3η εκδ.). Το απόσπασμα από τη Γυναίκα της Ζάκυνθος ίσως προέρχεται από το 6ο κεφάλαιο «Το μέλλοντα γενόμενο παρόν. Η κακία είναι το τέλος». Για τις πληροφορίες αυτές και για την όλη βοήθεια ευχαριστώ και από εδώ την κυρία Σεφέρη.
Το κείμενο της διάλεξης του ποιητή θα καταχωρισθεί πιο κάτω· κρίναμε, όμως, σκόπιμο να δώσουμε πρώτα τα προλεγόμενα Γιατρομανωλάκη, για την καλύτερη προσέγγιση του λόγου του Γ. Σεφέρη:
Η διάλεξη είναι οργανωμένη σε δύο μέρη. Στο πρώτο, στο θεωρητικό, ο Σεφέρης με ύφος πραγματικά «λιτό και επιγραμματικό» συνδιαλέγεται με το κοινό, το ειδοποιεί και το προετοιμάζει για τα ποιητικά κείμενα που θα ακολουθήσουν. Τα προτασσόμενα πεζά κείμενα έχουν σκοπό και να μυήσουν τους ακροατές στην «ποιητική» του Σεφέρη καθώς ο ίδιος ομολογεί τις οφειλές του, αλλά και να αποτελέσουν το συναισθηματικό βάθρο από όπου θα ακουστούν τα ποιήματα. Παρουσιάζονται σύμφωνα με τη χρονολογική τους τάξη, έχουν σχέση με βασικά βιώματα του κοινού (θρησκεία, πατρίδα), φαίνονται εύληπτα και κατανοητά, αλλά ούτε «λαϊκίζουν» ούτε είναι φτιαχτά λογοτεχνικά κείμενα. Είναι, αντίθετα, τα καλύτερα δείγματα πρωτογενούς λαϊκού λόγου και όπως όλα τα γνήσια αφηγηματικά κείμενα χαρακτηρίζονται από την καίρια και την ποιητικά φορτισμένη λέξη. Τα τέσσερα ποιητικά κείμενα που διαλέγει ο Σεφέρης έχουν κι αυτά κάποιο συγκεκριμένο στόχο. Με την «Μπαλάδα» το κοινό πληροφορείται (με μια πολύ οικεία γλώσσα) τις δυσκολίες και την επίπονη άσκηση του «χειροτέχνη» ποιητή. Από εκεί η πρόσβαση στον Ερωτικό Λόγο (γλωσσικά τουλάχιστο) είναι εύκολη, ενώ με το «Θερινό Ηλιοστάσι» ο ποιητής, που προσφέρει μια μικρή, αλλά ενδιαφέρουσα, «ανάλυση», θέλει να δείξει που κλείνει ο κύκλος του. Η «Εγκωμη», τέλος, είναι το καλύτερο παράδειγμα αφομοιωμένου παραδοσιακού λόγου και η συγκεκριμένη έκφραση της σεφερικής ποιητικής τέχνης.
Εδώ, τα παρατιθέμενα κείμενα είναι απλώς ενδεικτικά. Η στίξη είναι του Σεφέρη και σαφώς συνεργεί στο να ακουστεί ο λόγος.

H διάλεξη
Αισθάνομαι μεγάλη χαρά που, επιτέλους, αξιώθηκα να έχω την αποψινή βραδιά. Το τι με συνδέει με την Κρήτη δεν είναι η περίσταση να ειπωθεί τώρα. Μόνο ένα πράγμα θα έλεγα, που δεν αφορά μόνο το νησί σας. Εμείς που ερχόμαστε από την πρωτεύουσα προς εσάς, δεν ερχόμαστε μόνο για να σας πούμε ό,τι μπορούμε να πούμε, αλλά κυρίως για να μάθουμε από σας: για να πάρουμε αμπάριζα. Για μας τουλάχιστο, η Αθήνα δεν ταυτίζεται με την Ελλάδα, όσο και να τη σπρώχνουν προς τα εκεί διάφορες φαντασίες και διάφορες σύγχρονες μηχανές. Εύχομαι να μην ταυτισθεί ποτέ.
Πρόκειται να περάσω τούτη την ώρα κοντά σας διαβάζοντας ποιήματά μου. Αυτό έχει, για μένα, μια δυσάρεστη πλευρά: δε μ’ αρέσει να ασχολούμαι πολύ με τον εαυτό μου. Αλλά συλλογίζεται κανείς ότι τα ποιήματα ενός ορισμένου προσώπου πάνε να τ’ ακούσουν όσοι έχουν το ενδιαφέρον. Είναι, ίσως, μια απλοϊκή σκέψη, αλλά είναι και μια παρηγοριά.
Την περασμένη εβδομάδα, μιλώντας στους φοιτητές του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, παρατηρούσα ότι στη Λογοτεχνία μας οι ποιητές έχουν τη ροπή να περιφρονούν τα διδάγματα του πεζού λόγου. Είναι φυσικό, θα έλεγε κανείς, να μαθαίνει ο ποιητής από τον ποιητή. Βέβαια στο πρώτο κοίταγμα έτσι πρέπει να είναι. Ωστόσο, πρέπει να μην το ξεχνούμε: ο ποιητής, αν αληθινά είναι ποιητής, προορίζεται να γίνει άρχοντας και κυρίαρχος της γλώσσας του και γι’ αυτό την αισθάνομαι σαν ένα είδος περιορισμού αυτή τη ροπή που φτάνει κάποτε ως το να δυσκολεύεται ο ποιητής να εκφραστεί σε πρόζα. Εχουμε αρκετά παραδείγματα. Τα φτερά τους τούς εμποδίζουν να περπατήσουν, είπε κάποιος κριτικός μας, επαναλαμβάνοντας τον γνωστό στίχο του Baudelaire. Αλλά μ’ ενοχλεί να βλέπω τον ποιητή να παραπατά μπερδεμένος στα φτερά του, η γλώσσα που μας εδόθηκε είναι ενιαία, νομίζω. Αν η ποίησή μας δείχνει την αρμονία της έκφρασής μας, ωστόσο, τις κλείδωσές της, τους αρμούς της, στον πεζό λόγο μπορούμε να τους μελετήσουμε από κοντά. Το πρώτο παράδειγμα που θέλω να σας δώσω είναι από την Αποκάλυψη:
Και οι έμποροι της γης κλαίνε και θλίβουνται γι’ αυτήν, τι κανένας πια δεν αγοράζει τα φορτώματά τους·
φορτώματα χρυσάφι κι ασήμι και λιθάρια, πολύτιμα και μαργαριτάρια και ακριβό λινό και πορφύρα και μεταξωτά και κόκκινα και κάθε ξύλο αρωματικό και κάθε σκεύος φιλντισένιο και κάθε σκεύος από ξύλο πολύτιμο κι από χάλκωμα και σίδερο και μάρμαρο·
φορτώματα κανέλα και αλοιφές και θυμιάματα και μύρο και λιβάνι και κρασί και λάδι και σιμιγδάλι και σιτάρι και κτήνη και πρόβατα και άλογα και αμάξια και κορμιά για πούλημα και ψυχές ανθρώπων.
Και ο ώριμος καρπός που αποθύμησε η ψυχή σου έφυγε μακριά σου· κι όλα τα πλούτη και τα λαμπρά χαθήκανε για σένα κι ούτε που θα ξαναβρεθούν πια.

Μου ήρθε στον νου, γιατί δείχνει πόσο δύσκολο είναι, καμιά φορά, να προσδιορίσει κανείς χωριστικά όρια ανάμεσα στην ποίηση και στην πρόζα. Θα ήθελα τώρα να προσθέσω ότι μαζί με τα ποιητικά κείμενα, που με δίδαξαν, δυο τουλάχιστο πεζά κείμενά μας με βοήθησαν σημαντικά στην ποιητική μου έκφραση. Το ένα είναι η Γυναίκα της Ζάκυνθος του Σολωμού. Μας δόθηκε να το διαβάσουμε εκατό χρόνια μετά το γράψιμό του (1826 – 1827). Τα παράδοξα της πρόσφατης ιστορίας μας, είναι ανεκδιήγητα. Να μια περικοπή του· τη διάλεξα στην τύχη.

3. Αλλά άκουσα να τρέμη η γης από κάτου από τα πόδια μου και πλήθος αστραπές εγιόμοζαν τον αέρα πάντα αυξαίνοντας τη γοργότητα και τη λάμψι. Και εσκιάχθηκα, γιατί η ώρα ήτανε κοντά στ’ άγρια μεσανύχτια.
4. Τόσο που έσπρωξα ομπρός τα χέρια μου καθώς κάνει ο άνθρωπος οπού δεν έχει το φως του.
5. Και ευρέθηκα οπίσω από έναν καθρέφτη, ανάμεσα σ’ αυτόνε και στον τοίχο. Κι ο καθρέφτης είχε τον ψήλο του δώματος.
6. Και μία φωνή δυνατή και ογλήγορη μου εβάρεσε την ακοή λέγοντας:
7. Ω Διονύσιε Ιερομόναχε, το μέλλοντα θε να γίνη τώρα για σε παρόν. Ακαρτέρει και βλέπεις εκδίκησιν Θεού.
8. Και μια άλλη φωνή μου είπε τα ίδια λόγια τραυλίζοντας.
9. Και αυτή η δεύτερη φωνή ήτανε ενού γέρου που απέθανε και είχα γνωρίσει. Και εθαύμαξα γιατί ήταν η πρώτη φορά που άκουσα την ψυχή του ανθρώπου να τραυλίζη. Και άκουσα ένα τρίτο μουρμουρητό που εφαινότουνα μία φυσηματιά μες στον καλαμιώνα, όμως δεν άκουσα λόγια.
10. Και εκοίταξα ανάερα για να ξανοίξω πούθεν εβγαίνανε αυτές οι φωνές και δεν είδα παρά τους δύο χοντρούς και μακρύους πέρονους που εβγαίνανε από τον τοίχο, στους οποίους
 ακουμπούσε ο καθρέφτης δεμένος στη μέση.
11. Και αναστενάζοντας βαθιά καθώς κάνει ο άνθρωπος οπού βρίσκεται γελασμένος, αγροίκησα μυρωδιά από το λείψανο.

Είπα, τη διάλεξα αυτή την περικοπή στην τύχη. Δε μίλησα σωστά. Στη Γυναίκα της Ζάκυνθος δε διαλέγει κανείς, μελετά κάθε πτυχή της. Παντού φαίνεται, πίσω από τις πιο απλές λέξεις, το κυρίαρχο χέρι του μάστορα. Δεν έχουμε τώρα τον καιρό να αναλογιστούμε τι λογής ήταν οι γνωστές την εποχή εκείνη αντίστοιχες ελληνικές εκφράσεις. Ομως ταυτόχρονα, περίπου, από ένα ολωσδιόλου διαφορετικό ελληνικό κοίτασμα βλαστάνει ένα άλλο ελληνικό κείμενο που επρόκειτο να μείνει κι αυτό κρυφό και άγνωστο για παραπάνω από μισό αιώνα: εννοώ τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη. Το έχω πει πολλές φορές: αυτός ο αγράμματος στάθηκε για μένα ένας μεγάλος δάσκαλος. Ιδού:

Ανάμεσα Πάτρα και Γαστούνι είναι ένα χωριό, το Μέγα Σπήλαιγο. Εκαμα κονάκι εκεί. Μου παραπονιόνται οι κάτοικοι από την τυραγνία που δοκιμάζουν από τους καλογέρους: ό,τι παίρνουν το αρπάζουν αυτήνοι. Είχα κονάκι σ’ ενού παπά το σπίτι. Τότε τους λέγω:
– Σαν τραβάτε τόση τυραγνία, δεν τ’ αφήνετε το χωριό σας να φύγετε, να πάτε σ’ άλλο χωριό εθνικό, που ’ναι τόσα;
Μου λέγει η παπαδιά:
– Οταν ήρθαν οι Τούρκοι, εμείς ήμαστε μέσα στο βάλτο στο νερό, τόσες ψυχές, να γλυτώσουμε. Και ήρθαν οι Τούρκοι και μας πιάσανε. Και ήταν το σώμα μας καταματωμένο από τις αβδέλλες -μας φάγαν. Και τα παιδιά πεταμένα, μέσα -γιομάτο το νερό- σα μπακακάκια πλέγαν. Κι άλλα ζωντανά κι άλλα τελείωναν. Και μ’ έπιασαν οι Τούρκοι και με κοιμήθηκαν τριάντα οχτώ. Και μ’ αφάνισαν κι εμένα και τις άλλες. Γιατί τα τραβήξαμε αυτά; Γι’ αυτήνη την πατρίδα. Και τώρα δικαιοσύνη δε βρίσκομεν από κανέναν. Ολο δόλο και άπατη.

Αυτά για τον πεζό λόγο. Ομως αν περιοριζότανε κανείς μόνο στα λογοτεχνικά κείμενα, πάλι θα δούλευε λειψά. Θα ευχόμουνα ο άνθρωπος της ελληνικής έκφρασης να μπορεί ν’ αντλεί ακόμη από τη γλώσσα όλων των κλάδων του επιστητού: την Ιατρική, τη Ναυτική, τη Νομική κ.λπ. για να θρέψει αυτή τη γλώσσα που επεξεργαζόμαστε.
Οπως βλέπετε, αποφεύγω να κάνω τη διάκριση δημοτική – καθαρεύουσα, γιατί, όπως και να το πάρουμε το πράγμα, η γλώσσα είναι μια. Ομως εκείνο που μας συμβαίνει, είναι που έχουμε μια όμορφη γλώσσα με πλατιές εκτάσεις της νεκρές ακόμη. Εχουμε πολλή δουλειά ακόμη για να τη ζωντανέψουμε ολόκληρη. Μου φαίνεται πως βγήκα από το θέμα μου. Σας μίλησα ίσως σαν χειροτέχνης.
Υποψιάζομαι πως μια τέτοια κλίση πρέπει να υπάρχει στο φυσικό μου. Από τα πρώτα ξεκινήματά μου ένιωσα πως ο ποιητής πρέπει βέβαια να ασκήσει και τον στοχασμό του και την ευαισθησία του  -αν καθόλου είναι άξιος για στοχασμό και για ευαισθησία- αλλά ότι συνάμα πρέπει να γυμναστεί και στην τέχνη που διάλεξε: στη γραφή των ποιημάτων, αν η μοίρα του τον θέλει ποιητή. Και σε τούτο δεν είναι καθόλου διαφορετικός από έναν χορευτή ή από έναν λυράρη. Ετσι προσπάθησα να ασκηθώ στα νιάτα μου στους παραδομένους στίχους, όπως και στις ασυνήθιστες δυνατότητες της ρίμας (Στέρνα) -όχι πως δεν ένιωσα την έλξη των πιο ελεύθερων μορφών. Προσπάθησα να γράψω ελεύθερο στίχο πριν από τους γνωστούς 15σύλλαβούς μου, αλλά ο ελεύθερος στίχος ήταν ο πιο δύσκολος. Επρεπε να δουλέψω πολύ για να φτάσω ως εκεί.
Ετσι δεν καταφρόνεσα ούτε τις πολύ αυστηρές ή σταθερές μορφές (σκεφτείτε πως ολόκληρη η Θεία Κωμωδία σε σταθερή μορφή είναι γραμμένη). Ξέρετε ότι αυτές, όπως το σονέτο, από τα ξένα μάς έρχονται. Λ.χ. το Χάι – Κάι είναι γιαπωνέζικο. Το Παντούμ, το χρωστάμε στη Μαλαιζία και την Μπαλάδα στη Γαλλία, όπως τουλάχιστο την έγραψε ο Φραγκίσκος Villon. Αυτή απαρτίζεται από τρεις 10στιχες ή 8στιχες στροφές και από μια 5στιχη ή 4στιχη που ονομάζεται στάλσιμο. Ολόκληρο το ποίημα πρέπει να έχει το ίδιο σχήμα ρίμας. Επέμεινα περισσότερο πάνω σε τούτη την τελευταία μορφή, γιατί, μια που το ’φεραν τούτες οι τεχνικές εξομολογήσεις -τις κάνω όπως βλέπετε με κάθε ταπεινοφροσύνη- θα ήθελα να σας εξομολογηθώ ακόμη και τούτη την αμαρτία μου. Τα χρόνια εκείνα έτυχε να γράψω και μια Μπαλάδα στη γλώσσα του Ερωτόκριτου. Αν θέλετε να συμπαθήσετε την αποκοτιά μου, θα σας τη διαβάσω:

Αθος η αθιβολή η αλλοτινή
κι η σιγανάδα που άπλωνε ωσάν λάδι·
δεν είναι ταχινή ουδέ αργατινή
το κάρβουνό μας βράζει στο σκοτάδι.
Η πρίκα μας σκληρό προσκεφαλάδι
κι η λησμονιά ξαγριεύει την ξενιά,
κι η θύμηση γιαγέρνει μ’ απονιά,
να λέει την κρίση όπου τα πάθη φέρα,
κι απόμεινέ μας μοναχή γιατρειά
να χτίζομε περβόλια στον αγέρα.

Στάλσιμο
Μοίρα που μας επήρες την εξιά,
μη γδικιωθείς, τ’ ακάτεχα κορμιά
το δεν τα μαστόρεψα δεν το ξέρα,
βούηθα κι αλάφρωνέ μας την καρδιά
να χτίζομε περβόλια στον αγέρα.

Είναι μια άσκηση, όπως σας έλεγα, αλλά δείχνει τουλάχιστο πως ήξερα καλά το μεγάλο ποίημά σας. Δείχνει, μου φαίνεται, και τούτο ακόμη, πως η γλώσσα του  Ερωτόκριτου ήταν καλά ριζωμένη μέσα μου από τα παιδικά μου χρόνια -όχι πως είχα ζήσει στην Κρήτη, αλλά το ποίημα ήταν Πανελλήνιο. Τούτο επαληθεύει, από μιαν άλλη πλευρά, τη φράση του Γκαίτε στον Εκερμαν: «Το σπουδαίο είναι να εναρμονίζεται με την ιδιοσυγκρασία μας, εκείνος που γυρεύουμε να μας διδάξει. Αλλιώς δεν θα μας δώσει μήτε καλό μήτε κακό». Τώρα θα σας διαβάσω τον Ερωτικό Λόγο. Χαίρομαι που έχω την ευκαιρία να τον πω σ’ ένα κοινό καλά γυμνασμένο στον 15σύλλαβο. Φοβούμαι πως αυτό το ποίημα είχε ενοχλήσει κάπως το λογοτεχνικό καθεστώς της εποχής, συνηθισμένο όπως ήταν σε μια νοθευμένη γλώσσα. Θυμούμαι ένας λογοτέχνης που βρήκε να μου πει ότι ο στίχος
και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή
ήταν παράδειγμα κατάφωρης επίδρασης του Παύλου Βαλερί και μνημόνευε τον στίχο του Γάλλου
άγια έργα μιας αιώνιας αιτίας.
Φυσικά ο λογοτέχνης αυτός ήξερε καλύτερα τα γαλλικά και το αφορμή το νόμιζε αιτία. Για μένα οι λέξεις αφορμή, αφορμίζω, ήταν πολύ φυσικές, αφού τις έλεγα σπίτι μου.

Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ’ αγκάθι σου έφευγε του δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ’ αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος – ένας απλός παλμός.

Αυτό είναι ένα από τα πρώτα ποιήματά μου.
Τώρα θα κάνουμε ένα μεγάλο πήδημα μιας ολόκληρης ζωής και θέλω να σας διαβάσω το τελευταίο ποίημα που έχω γράψει και που έχω δημοσιέψει, το τελευταίο από τα Τρία Κρυφά Ποιήματα, το «Θερινό Ηλιοστάσι». Αποτελείται από 14 κομμάτια: πρώτα ο βραχνάς, δεύτερο ένα ιντερμέδιο, ας πούμε, και τρίτο το σταμάτημα του ήλιου: το φως. Επειτα να μου ζητήσετε όποιο άλλο ποίημα θέλετε.

Γ’
Κι όμως σ’ αυτό τον ύπνο
τ’ όνειρο ξεπέφτει τόσο εύκολα
στο βραχνά.
Οπως το ψάρι που άστραψε κάτω απ’ το κύμα
και χώθηκε στο βούρκο του βυθού
ή χαμαιλέοντας όταν αλλάζει χρώμα.
Στην πολιτεία που έγινε πορνείο
μαστροποί και πολιτικιές
διαλαλούν σάπια θέλγητρα·
η κυματόφερτη κόρη
φορεί το πετσί της γελάδας
για να την ανεβεί το ταυρόπουλο·
ο ποιητής
χαμίνια του πετούν μαγαρισιές
καθώς βλέπει τ’ αγάλματα να στάζουν αίμα.
Πρέπει να βγεις από τούτο τον ύπνο·
τούτο το μαστιγωμένο δέρμα.

Ζ’
Η λεύκα στο μικρό περιβόλι
η ανάσα της μετρά τις ώρες σου
μέρα και νύχτα·
κλεψύδρα που γεμίζει ο ουρανός.
Στη δύναμη του φεγγαριού τα φύλλα της
σέρνουν μαύρα πατήματα στον άσπρο τοίχο.
Στο σύνορο είναι λιγοστά τα πεύκα
έπειτα μάρμαρα και φωταψίες
κι άνθρωποι καθώς είναι πλασμένοι οι άνθρωποι.
Ο κότσυφας όμως τιτιβίζει
σαν έρχεται να πιει
κι ακούς καμιά φορά φωνή της δεκοχτούρας.

Στο μικρό περιβόλι δέκα δρασκελιές
μπορείς να ιδείς το φως του ήλιου
να πέφτει σε δυο κόκκινα γαρούφαλα
σε μιαν ελιά και λίγο αγιόκλημα.
Δέξου ποιος είσαι.
Το ποίημα
μην το καταποντίζεις στα βαθιά πλατάνια
θρέψε το με το χώμα και το βράχο που έχεις.
Τα περισσότερα
σκάψε στον ίδιο τόπο να τα βρεις.

ΙΔ’
Τώρα,
με το λιωμένο μολύβι του κλήδονα
το λαμπύρισμα του καλοκαιρινού πελάγου,
η γύμνια ολόκληρης της ζωής·
και το πέρασμα και το σταμάτημα και το πλάγιασμα
και το τίναγμα
τα χείλια το χαϊδεμένο δέρας,
όλα γυρεύουν να καούν.

Οπως το πεύκο καταμεσήμερα
κυριεμένο απ’ το ρετσίνι
βιάζεται να γεννήσει φλόγα
και δε βαστά πια την παιδωμή –

φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη
και να τη σπείρουν.
Ο,τι πέρασε, πέρασε σωστά.

Κι εκείνα ακόμη που δεν πέρασαν
πρέπει να καούν
τούτο το μεσημέρι που καρφώθηκε ο ήλιος
στην καρδιά του εκατόφυλλου ρόδου.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες