Η ανατροπή του Μακάριου και η εισβολή
Από πολλές µαρτυρίες στη σχετική Εξεταστική της ελληνικής Βουλής προκύπτει ότι ο Ιωαννίδης είχε τακτική επαφή µε τον σταθµάρχη της CIA στην Αθήνα. Τις διαβεβαιώσεις του Ιωαννίδη επιβεβαιώνει και ο Γκιζίκης, αλλά και αρκετοί άλλοι, µεταξύ των οποίων και ο Ευ. Αβέρωφ σε έκθεση προς τον Κ. Καραµανλή. Ο ίδιος ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα εκείνα τα χρόνια, Χ. Τάσκα, στην κατάθεσή του στη Γερουσία αναφέρει ότι τα µέλη του σταθµού της CIA είχαν προσβάσεις προς τον Ιωαννίδη.
Είναι φανερό ότι η χούντα θεωρούσε τον Μακάριο επικίνδυνο και εθνικά απαράδεκτο, γιατί δεν έπαιρνε µέτρα κατά των κοµµουνιστών, προµηθευόταν όπλα από σοσιαλιστικές χώρες (Τσεχοσλοβακία), διατηρούσε καλές σχέσεις µε τη Σοβιετική Ένωση. Παρόµοιες βέβαια απόψεις είχαν και οι προδικτατορικές κυβερνήσεις στην Ελλάδα. Οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ ήθελαν την Κύπρο ΝΑΤΟικό προγεφύρωµα σε βάρος των λαών της περιοχής.
Τους µήνες πριν από το πραξικόπηµα υπήρξε όξυνση της κρίσης ανάµεσα στη Λευκωσία και την Αθήνα. Στις 2 Ιούλη ο Μακάριος έστειλε επιστολή στον Γκιζίκη στην οποία κατήγγειλε την πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης και ανακοίνωσε µέτρα για τη µείωση της Εθνικής Φρουράς. Την απόφαση για το πραξικόπηµα εκτός από την ηγεσία της χούντας την ήξερε και ο Αβέρωφ, τον οποίο είχε ενηµερώσει ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα, Τάσκα (του έδειξε µάλιστα το τηλεγράφηµα του Κίσινγκερ). Ο Αβέρωφ δεν ενηµέρωσε τον Μακάριο γι’ αυτό το τηλεγράφηµα, γιατί, όπως κατέθεσε στην Εξεταστική, αυτό ήταν απόρρητο έγγραφο των ΗΠΑ.
Το πραξικόπηµα για την ανατροπή του Μακάριου πραγµατοποιήθηκε στις 15 Ιούλη 1974, µε καταστροφικές συνέπειες για την Κύπρο. Η µαχητικότητα των Ενόπλων ∆υνάµεων της Κύπρου εκµηδενίστηκε, ενώ πολλοί αξιωµατικοί αφοπλίστηκαν γιατί θεωρούνταν µακαριακοί. Για την επιτυχία του πραξικοπήµατος χρησιµοποιήθηκαν και µετακινήθηκαν σηµαντικές δυνάµεις από κρίσιµα για την άµυνα του νησιού σηµεία (Πενταδάκτυλος, Κυρήνεια κ.λπ.). Σηµαντικές δυνάµεις διατέθηκαν για να κυνηγήσουν τον Μακάριο, που είχε διαφύγει στην Πάφο. Οι δυνάµεις της Εθνικής Φρουράς, κυρίως στην Κυρήνεια και στην Αµµόχωστο, που ήταν οι πιθανοί χώροι για αποβατική ενέργεια, ήταν ουσιαστικά διαλυµένες από το πραξικόπηµα. Ενώ, από την άλλη, έρχονταν σοβαρές και αξιόπιστες πληροφορίες για προετοιµασία των Τούρκων και επικείµενη εισβολή, ο Ιωαννίδης και γενικότερα η ηγεσία της χούντας φαίνεται ότι υποτιµούσαν όλες αυτές τις πληροφορίες και καθησύχαζαν όσους ανησυχούσαν.
Ακόµη και όταν τη νύχτα 19ης προς 20ή Ιούλη ο τουρκικός στόλος πλησίαζε στις ακτές της Κυρήνειας, το αρχηγείο των Ενόπλων ∆υνάµεων συνιστούσε στην Εθνική Φρουρά «αυτοσυγκράτηση», λέγοντας ότι οι Τούρκοι εκτελούν ναυτική άσκηση κατόπιν άδειας του ΝΑΤΟ, ότι οι Τούρκοι «µπλοφάρουν».
Ενώ υπήρχαν σχέδια από παλιότερα για στρατιωτική βοήθεια στην Κύπρο σε περίπτωση εισβολής, µε αεροπλάνα, πολεµικά πλοία, υποβρύχια κ.λπ., η βοήθεια που εστάλη ήταν ασήµαντη. Μάλιστα, η χούντα υιοθέτησε τις πληροφορίες που διοχέτευαν η CIA και οι µυστικές υπηρεσίες της Μ. Βρετανίας, ότι δήθεν δυνάµεις του Συµφώνου της Βαρσοβίας συγκεντρώνονται στη Βουλγαρία και ετοιµάζονται για επίθεση εναντίον της Ελλάδας. Φυσικά επρόκειτο για χαλκευµένες πληροφορίες, που αποτέλεσαν το πρόσχηµα για την ηγεσία της χούντας να µη στείλει βοήθεια στην Κύπρο τις κρίσιµες πρώτες µέρες της εισβολής.
Κατά τη διάρκεια της εισβολής ο απεσταλµένος του Κίσινγκερ υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Σίσκο, έπαιξε σηµαντικό ρόλο ώστε οι ελληνικές Ένοπλες ∆υνάµεις να µη βοηθήσουν την άµυνα της Κύπρου. Τους ενδιέφερε να µην ξεσπάσει πόλεµος ανάµεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, κάτι που θα δηµιουργούσε σοβαρά προβλήµατα στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Φαίνεται όµως ότι οι ΗΠΑ και η Μ. Βρετανία διευκόλυναν και µε πιο πρακτικούς τρόπους την Τουρκία κατά την απόβαση και κατάληψη του 38% της Κύπρου.
Είναι αποκαλυπτική η έκθεση του στρατηγού Σιαπκαρά («Βουλή των Ελλήνων Φάκελος Κύπρου: Τα Πορίσµατα, τόµ. Β», σελ. 368 – 371, Αθήνα – Λευκωσία, 2018), που έχει ήδη δηµοσιευτεί στον δεύτερο τόµο του Φακέλου.
Σήµερα το Κυπριακό πρόβληµα, που διαχρονικά ήταν αναπόσπαστα δεµένο µε τους σφοδρούς ανταγωνισµούς για τον έλεγχο της κρίσιµης γεωστρατηγικής θέσης στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, εισέρχεται σε µια πολύ κρίσιµη και επικίνδυνη φάση.
Η όξυνση της τουρκικής προκλητικότητας στην κυπριακή ΑΟΖ, οι αντιθέσεις για τον έλεγχο του ορυκτού πλούτου και των ενεργειακών δρόµων δεν µπορούν να αντιµετωπιστούν µε τις παρεµβάσεις του ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ και της ΕΕ, που επιδιώκουν να επιβάλουν διχοτοµικά σχέδια στην Κύπρο και να την προσδέσουν στο ΝΑΤΟικό άρµα.
Η Ιστορία όµως ούτε παραγράφεται ούτε παραχαράσσεται. Αυτοί που ευθύνονται για την τουρκική εισβολή και τη συνεχιζόµενη τουρκική κατοχή δεν µπορούν να αποτελούν παράγοντες ασφάλειας και σταθερότητας. Όπως επίσης η καπιταλιστική εκµετάλλευση και οι ανταγωνισµοί για τον φυσικό πλούτο της Κύπρου δεν αποτελούν παράγοντες επίλυσης του Κυπριακού προβλήµατος, αλλά περαιτέρω εµπλοκής του.
Στις παρούσες συνθήκες πρέπει να αντιστασσόµεθα σε ‘’λύσεις’’ – ανοιχτής ή συγκαλυµµένης – διχοτόµησης, σταθερά αλληλέγγυοι στον αγώνα του κυπριακού λαού, ενάντια στην κατοχή και προβάλλει το δίκαιο αίτηµα για µια Κύπρο ενιαία, ανεξάρτητη, ένα και όχι δύο κράτη, µε µία και µόνη κυριαρχία, µία ιθαγένεια και διεθνή προσωπικότητα, ελεύθερη από ξένες βάσεις και στρατεύµατα, χωρίς ξένους εγγυητές και προστάτες, µε τον κυπριακό λαό πραγµατικά κυρίαρχο στον τόπο του. Αυτός είναι ο δρόµος που απαντά στα σηµερινά επείγοντα προβλήµατα και δίνει προοπτική στην πάλη του κυπριακού λαού, όλων των λαών της περιοχής.
*Ο Σπύρος ∆αράκης είναι πρώην πρόεδρος µαρτυρικής ΜΑΛΑΘΥΡΟΥ πρώην ∆ήµαρχος Μηθύµνης και µέλος του ∆.Σ του ∆ικτύου Μαρτυρικών πόλεων και χωριών της Ελλάδος περιόδου 40΄- 45΄
(ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΑ)


