29 C
Chania
Κυριακή, 31 Αυγούστου, 2025

51 χρόνια μετά: Το Κυπριακό ζήτηµα και πώς άνοιξε ο δρόµος για την εισβολή…

Α’ ΜΕΡΟΣ

Σαν σήµερα (Πέµπτη), στις 15 Ιούλη του 1974, εκδηλώθηκε το πραξικόπηµα για την ανατροπή του Μακάριου και στις 20 Ιούλη τουρκικά στρατεύµατα αποβιβάζονταν στην Κύπρο ανοίγοντας µια νέα σελίδα στο δράµα του κυπριακού λαού, µε το 38% του νησιού να παραµένει υπό στρατιωτική κατοχή έως τις µέρες µας.

Είχε προηγηθεί πραξικόπηµα στην Κύπρο για την ανατροπή του Μακαρίου.
Τα γεγονότα του 1974 ήταν ο πιο δραµατικός και αιµατηρός κρίκος στην αλυσίδα της µόνιµης ιµπεριαλιστικής επιβουλής των ΗΠΑ – Μ. Βρετανίας, του επεκτατισµού της τουρκικής άρχουσας τάξης, καθώς και των ελληνικών αστικών κυβερνήσεων.
Κανένας από τους υπεύθυνους της τραγωδίας δεν δικάστηκε, ευθύνες δεν αποδόθηκαν ποτέ. Έµεινε να αιωρείται ένα γενικό ανάθεµα στη δικτατορία, στη χούντα του Ιωαννίδη ιδιαίτερα, στους πραξικοπηµατίες αξιωµατικούς σε Κύπρο και Ελλάδα.
Έκτοτε κατά καιρούς καλλιεργούνται διάφορες προσδοκίες για δίκαιη και βιώσιµη λύση από την κυπριακή και από την ελληνική κυβέρνηση, προσδοκίες που δεν πηγάζουν από πραγµατικά στοιχεία.
Η προβαλλόµενη στις µέρες µας βασική θέση για δύο συνιστώντα κράτη κινείται στην κατεύθυνση συνοµοσπονδίας, διχοτοµικής λύσης…
Για τις αιτίες που οδήγησαν στη κυπριακή τραγωδία, στον αστικό πολιτικό κόσµο επικρατεί γενική σιωπή. Μία σε βάθος εξέταση θα αποδείκνυε ότι ολόκληρη η ιστορία του Κυπριακού ζητήµατος εδώ και αρκετές δεκαετίες δεν είναι τίποτα άλλο από τις επιδιώξεις των ΗΠΑ, της Μ. Βρετανίας και του ΝΑΤΟ να εντάξουν το νησί στα γενικότερα γεωστρατηγικά τους σχέδια στη Μεσόγειο, στη Μέση και Εγγύς Ανατολή, σε αυτές τις µεγάλης γεωστρατηγικής σηµασίας περιοχές και στους υδρογονάνθρακες. Σ’ αυτήν την υπόθεση ενεργό αρνητικό ρόλο διαδραµάτισαν και διαδραµατίζουν οι αστικές τάξεις της Ελλάδας και της Τουρκίας και οι αστικές κυβερνήσεις, είτε κοινοβουλευτικές είτε ανοιχτά δικτατορικές. Αυτές οι επιδιώξεις αφορούν τόσο τις δεκαετίες που προηγήθηκαν της τουρκικής εισβολής και κατοχής του 38% της Κύπρου όσο και τις πιο πρόσφατες, µε πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις το Σχέδιο Ανάν, που απέρριψε ο κυπριακός λαός, αλλά και τις συζητήσεις των τελευταίων χρόνων.

Ορισµένα ιστορικά δεδοµένα

Το 1878 η Οθωµανική Αυτοκρατορία, σε αντάλλαγµα για τη βρετανική υποστήριξη στον πόλεµο κατά της Ρωσίας, παραχώρησε έναντι ενοικίου την Κύπρο στη Μ. Βρετανία.
Το 1914 η Βρετανία εκµεταλλεύτηκε την είσοδο της Τουρκίας στον Α’ Παγκόσµιο Πόλεµο στο πλευρό της Γερµανίας και προσάρτησε την Κύπρο, ακυρώνοντας τη Συνθήκη του 1878.
Το 1915 η Μ. Βρετανία πρότεινε την παραχώρηση της Κύπρου στην Ελλάδα, µε αντάλλαγµα την είσοδό της στον πόλεµο στο πλευρό της Αντάντ.
Το 1920, µε τη Συνθήκη των Σεβρών, η Τουρκία, ως µία από τις ηττηµένες χώρες του πολέµου, παραιτήθηκε από όλα τα δικαιώµατα και όλους τους τίτλους κυριότητας στην Κύπρο, γεγονός που επικυρώθηκε και από τη Συνθήκη της Λοζάνης (1923). Η Κύπρος υπαγόταν πλέον στην κατοχή και διοίκηση της Μ. Βρετανίας.
Στις 21 Οκτώβρη 1931 έγιναν µεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις µε αίτηµα την ένωση µε την Ελλάδα. Ηγετική δύναµη της εξέγερσης, µε φορέα την Εθναρχία, ήταν η κυπριακή αστική τάξη, που ταυτόχρονα επιδιδόταν σε έναν αχαλίνωτο αντικοµµουνισµό και σε ανηλεείς διώξεις των αγωνιζόµενων εργατών, που διεκδικούσαν αύξηση του µεροκάµατου, οκτάωρο, καλύτερες συνθήκες δουλειάς κ.λπ. Πέντε χρόνια νωρίτερα είχε ιδρυθεί το Κοµµουνιστικό Κόµµα Κύπρου (1926), που πρωτοστατούσε σ’ αυτήν την εργατική και λαϊκή πάλη.
Η εξέγερση κατεστάλη βίαια. Εκατοντάδες άτοµα φυλακίστηκαν, το ΚΚ Κύπρου κηρύχθηκε παράνοµο, η ηγεσία του εξορίστηκε, απαγορεύτηκε η διδασκαλία της ελληνικής Ιστορίας κ.λπ. Ο τότε πρωθυπουργός Ελ. Βενιζέλος έσπευσε να καταδικάσει τη λαϊκή εξέγερση («Έθνος», 23/10/1931).
Την αναζωπύρωση του Κυπριακού στις αρχές της δεκαετίας του 1950 η ελληνική αστική τάξη και τα κόµµατά της την έβλεπαν αρνητικά και ως επικίνδυνη για τις συµµαχίες της. Η στρατηγική της στηριζόταν στη συµµαχία µε τις ΗΠΑ και τη Μ. Βρετανία, που άλλωστε τη βοήθησαν να διατηρήσει την εξουσία της το ∆εκέµβρη του 1944 και στη διάρκεια του ένοπλου ταξικού αγώνα 1946 – 1949.
Στις 15 Γενάρη 1950 έγινε δηµοψήφισµα στην Κύπρο, µε συντριπτικό αποτέλεσµα (95%) υπέρ της ένωσης µε την Ελλάδα. Στο δηµοψήφισµα πήρε µέρος µόνο ο ελληνοκυπριακός πληθυσµός, ενώ ψήφισαν και ελάχιστοι Τουρκοκύπριοι. Η πολιτική ηγεσία της Ελλάδας αντιµετώπισε την εξέλιξη µε χαρακτηριστικές για τη σχέση της µε τον ξένο παράγοντα τοποθετήσεις:
— «Η Ελλάς σήµερον αναπνέει µε δύο πνεύµονας, του µεν αγγλικού, του δε
αµερικανικού, και δι’ αυτό δεν µπορεί λόγω του Κυπριακού να πάθη ασφυξίαν» (δήλωση Γ. Παπανδρέου – Γ. Κατσούλης, «Ιστορία του ΚΚΕ, τόµ. Ζ 1950-1968», σελ. 154, εκδ. «Α. Λιβάνης και Σία», Αθήνα, 1978).
— «Η κυβέρνησις εκφράζει την ελπίδα της ικανοποιήσεως του πανελληνίου πόθου εντός των πλαισίων της αγγλοελληνικής φιλίας, την οποία επιθυµεί αδιατάρακτον» (δήλωση Ν. Πλαστήρα – Γ. Ζωίδης/Τ. Αδάµος, «Η πάλη της Κύπρου για τη λευτεριά», σελ. 110- 111, «Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις», 1960).
Τον Οκτώβρη του 1950 εξελέγη αρχιεπίσκοπος ο Μακάριος, που εξελίχθηκε σε ηγέτη και εθνάρχη των Ελληνοκυπρίων και σηµάδεψε την Ιστορία της Κύπρου κατά τρόπο καθοριστικό για τα επόµενα 30 χρόνια.
Στις 25 Απρίλη 1952, µε πρωτοβουλία του πραγµατοποιήθηκε η Α’ Παγκύπρια Εθνοσυνέλευση, η οποία ενέκρινε ψήφισµα που ζητούσε την ένωση µε την Ελλάδα. Όµως ο Μακάριος απέκλεισε από τη συνέλευση τόσο το ΑΚΕΛ όσο και τις µαζικές οργανώσεις που επηρέαζε. «Η στάση του ήταν ταξικά συνεπής και βεβαίως χαρακτηριζόταν από αντιφάσεις παρόµοιες µε αυτές που εµφανίζονταν σε όλα τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήµατα στα οποία ηγέτης ήταν η αστική τάξη» (∆οκίµιο Ιστορίας του ΚΚΕ, τόµ. Β, 1949-1968, σελ. 307, εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2011).
Το 1954, µε τη σύµφωνη γνώµη και τις πιέσεις του αρχιεπισκόπου Μακάριου, η ελληνική κυβέρνηση του Α. Παπάγου κατέθεσε την πρώτη προσφυγή για το Κυπριακό στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ.
Στα τέλη του 1954 οργανώθηκε από τον στρατηγό Γρίβα, µε τη σύµφωνη γνώµη και του Μακάριου, η µυστική – ένοπλη Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών (ΕΟΚΑ), µε έντονο αντικοµµουνιστικό και εθνικιστικό χαρακτήρα. Η «πρωτοβουλία» της ένοπλης δράσης ενάντια στη βρετανική κατοχή πέρασε σε αστικά, εθνικιστικά και αντικοµµουνιστικά χέρια και αξιοποιήθηκε στην όξυνση των αντιθέσεων ανάµεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Στην ένοπλη δράση της ΕΟΚΑ αντέδρασε αρχικά το ΚΚΕ, χαρακτηρίζοντάς την τυχοδιωκτική. Την ΕΟΚΑ κατήγγειλε και το ΑΚΕΛ, µε αποτέλεσµα η ηγεσία της να επινοήσει την προβοκατόρικη κατηγορία της «προδοσίας» και της συνεργασίας του ΑΚΕΛ µε τον βρετανικό ιµπεριαλισµό.
Το καλοκαίρι του 1955 εµφανίστηκε µια εθνικιστική τροµοκρατική τουρκοκυπριακή οργάνωση µε το όνοµα ΒΟΛΚΑΝ, που καλούσε σε αγώνα κατά των Ελληνοκυπρίων. Το αποτέλεσµα ήταν, αντί για ενότητα Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων ενάντια στην αποικιοκρατική αρχή, να έχουµε διάσπαση, µε αιµατηρά µάλιστα αποτελέσµατα σε βάρος των πιο προοδευτικών Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων και ιδιαίτερα σε βάρος των κοµµουνιστών και από τις δύο κοινότητες.
Στο τέλος του 1955 το ΑΚΕΛ τέθηκε από τις κατοχικές αρχές εκτός νόµου, έκλεισε η εφηµερίδα του, δεκάδες στελέχη του συνελήφθησαν, απαγορεύτηκε η δράση µαζικών οργανώσεων που επηρέαζε. Το Μάρτη του 1956 ο Μακάριος συνελήφθη και στάλθηκε εξορία στις Σεϋχέλλες. Την ίδια περίοδο η Βρετανία ασκούσε µεγάλη τροµοκρατία, καταδίκασε και εκτέλεσε µε απαγχονισµό Κύπριους αγωνιστές.

Η εµπλοκή των ΗΠΑ

Από το Μάρτη του 1957 επισηµοποιείται και η εµπλοκή των ΗΠΑ στο Κυπριακό. Σε αµερικανοβρετανικές συνοµιλίες συµφωνήθηκε το Κυπριακό να αντιµετωπίζεται στο εξής στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. Επιδίωκαν να υπάρξει απευθείας συµφωνία ανάµεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία, να πάψει δηλαδή το Κυπριακό να είναι διεθνές ζήτηµα.
Το 1958 το ΝΑΤΟ συνέστησε στην ελληνική κυβέρνηση να αποδεχτεί το βρετανικό Σχέδιο Μακµίλαν (Βρετανός πρωθυπουργός), το οποίο ουσιαστικά προωθούσε τη διχοτόµηση της Κύπρου αναγνωρίζοντας την Τουρκία ως ενδιαφερόµενο µέρος.
Στις 5 Φλεβάρη 1959 άρχισαν στη Ζυρίχη συνοµιλίες ανάµεσα στους πρωθυπουργούς Ελλάδας και Τουρκίας, Κωνσταντίνο Καραµανλή και Αντνάν Μεντερές. Στις 11 Φλεβάρη ανακοινώθηκε η υπογραφή συµφωνίας για την ίδρυση του κυπριακού κράτους. Οι συζητήσεις συνεχίστηκαν στο Λονδίνο και µετά από τις συµφωνίες της Ζυρίχης. Κατοχυρώθηκε στη Βρετανία το απεριόριστο δικαίωµα να διατηρεί πολεµικά αεροπλάνα που θα µπορούσαν να πετούν στον εναέριο χώρο της Κύπρου, καθώς και το δικαίωµα να θέτει τις βάσεις της στη διάθεση του ΝΑΤΟ. Προέβλεπαν ως εγγυήτριες δυνάµεις τις Μ. Βρετανία, Ελλάδα και Τουρκία, που θα είχαν στρατιωτικές δυνάµεις στο νησί. Παραχωρούνταν δύο µεγάλες περιοχές της Κύπρου στη Μ. Βρετανία για τη µόνιµη εγκατάσταση βρετανικών – δηλαδή ΝΑΤΟικών – βάσεων. Καραµανλής και Μεντερές υπέγραψαν µυστικό πρωτόκολλο µε το οποίο συµφωνούσαν να υποστηρίξουν την είσοδο της Κύπρου στο ΝΑΤΟ και την εγκατάσταση σ’ αυτήν ΝΑΤΟικών βάσεων.
Συµφώνησαν ακόµα να πιέσουν τον Πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο της Κύπρου να παραµείνει εκτός νόµου το ΑΚΕΛ. Το πρωτόκολλο αποκαλύφθηκε πολλά χρόνια αργότερα, το 1979 – 1980.
Το ΚΚΕ, µε ανακοίνωση της ΚΕ, κατάγγειλε τις συµφωνίες. Η πλειοψηφία της Εξεταστικής Επιτροπής για το Κυπριακό, που συγκροτήθηκε το 1986, τοποθετήθηκε µε θετικό τρόπο γι’ αυτές.
Ο Μακάριος, αν και είχε υπογράψει τις συµφωνίες, στη συνέχεια κινήθηκε στη γραµµή της ανεξαρτησίας. Το Νοέµβρη του 1963 υπέβαλε στους Τουρκοκύπριους πρόταση για αλλαγή 13 άρθρων του Συντάγµατος. Τις προτάσσεις απέρριψαν η Τουρκία και η ηγεσία των Τουρκοκυπρίων. Ακολούθησαν ένοπλες συγκρούσεις και η αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων υπουργών από την κυβέρνηση. Οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι του νησιού µετακινήθηκαν και συγκεντρώθηκαν σε συγκεκριµένες περιοχές, όπου σχηµατίστηκαν αµιγείς θύλακες στους οποίους δεν επιτρέπονταν η είσοδος Ελληνοκυπρίων και η άσκηση ελέγχου από την κυπριακή κυβέρνηση. Η Μ. Βρετανία, ως εγγυήτρια δύναµη και αξιοποιώντας τα παραπάνω γεγονότα, χάραξε στη Λευκωσία την «πράσινη γραµµή» που διαχώριζε τις δύο κοινότητες.

Η ΝΑΤΟποίηση του Κυπριακού

Οι επεµβάσεις των ΗΠΑ µε τα δύο Σχέδια Ατσεσον προέβλεπαν την ένωση µε την Ελλάδα, διατήρηση των βρετανικών βάσεων και δηµιουργία τουρκικών. Καµία ελληνική κυβέρνηση δεν υποστήριξε την ανεξαρτησία της Κύπρου.
Ο Γ. Παπανδρέου σε µνηµόνιο προς τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Λίντον Τζόνσον, στις 15 Ιούνη 1964, σηµείωνε: «Το δίληµµα είναι ΝΑΤΟποίηση ή Κούβα; ΝΑΤΟποίηση µπορεί να επιτευχθεί µόνο διά της ένωσης µε την Ελλάδα. Ως αποτέλεσµα της ένωσης, ολόκληρο το νησί, όντας τµήµα της Ελλάδας, θα µπορούσε να είναι ΝΑΤΟική βάση όπως η Κρήτη. Ο εσωτερικός κοµµουνισµός θα µειωθεί σηµαντικά, όπως και στην Ελλάδα, που ελαττώθηκε στο 12%. Έτσι, η ασφάλεια της Τουρκίας και ολόκληρης της Μέσης Ανατολής θα περιφρουρηθεί πλήρως…».
Η ΝΑΤΟποίηση του Κυπριακού είχε ήδη µπει στις ράγες. Στην Κύπρο εστάλη µια ενισχυµένη ελληνική µεραρχία για την αντιµετώπιση του κινδύνου επέµβασης της Τουρκίας, αλλά και την αποτροπή της λεγόµενης «κουβανοποίησης» της Κύπρου. Οι κυριότερες δυνάµεις της µεραρχίας συγκεντρώθηκαν στη Λευκωσία, χωρίς ικανοποιητική διασπορά. Έτσι, µετά από χρόνια, ο µετέπειτα Πρόεδρος της Κύπρου Γλαύκος Κληρίδης σηµείωσε: «Όση λύπη πήρε ο Μακάριος όταν ήρθε η ‘’Μεραρχία’’, άλλη τόση χαρά πήρε όταν έφυγε» (εφηµερίδα «Μάχη», 24/11/2013).
Στο σχετικό πόρισµα της κυπριακής Βουλής διατυπώνονται µια σειρά υπόνοιες για το σκοπό της αποστολής της µεραρχίας, µε αναφορά στο «απόρρητο τηλεγράφηµα (477)» το οποίο απέστειλε ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Τζ. Μπολ στις 22 Αυγούστου 1964 στον Ντιν Ατσεσον… «Το αρχηγείο της CAS µάς ενηµέρωσε ότι ο ελληνικός στρατός διαθέτει την ισχύ στο νησί για να κανονίσει τον Μακάριο, αν δοθεί η εντολή…» (πόρισµα της κυπριακής Βουλής – «Βουλή των Ελλήνων, Φάκελος Κύπρου: Τα Πορίσµατα, τόµ. Α», σελ. 281, Αθήνα – Λευκωσία, 2018).
Αποκαλυπτική για την ίδια περίοδο είναι η έκθεση του Ι. Τσουδερού, βουλευτή της Ένωσης Κέντρου, που ουσιαστικά το 1964 πρότεινε την ανατροπή του Μακάριου, µετά από ανάλυση που έκανε για την κατάσταση που επικρατεί στο νησί. Έγραφε: «…Για να επιβάλει η Ελλάς τη λύση µε τουρκική βάση, οιασδήποτε µορφής, πρέπει να ανατρέψει προηγουµένως το σηµερινό καθεστώς» («Βουλή των Ελλήνων, Φάκελος Κύπρου: Τα Πορίσµατα, τόµ. Β», σελ. 342 – 350, Αθήνα – Λευκωσία, 2018).
Η τοποθέτηση αυτή υποδήλωνε σε ποιο σηµείο όξυνσης είχαν φτάσει οι σχέσεις της αστικής τάξης της Ελλάδας και της κυπριακής αστικής τάξης.
Στις 9 και 10 Σεπτέµβρη 1967 πραγµατοποιήθηκε στον Εβρο (Κεσάνη – Αλεξανδρούπολη) συνάντηση της ελληνικής χουντικής κυβέρνησης (Κόλλιας, Σπαντιδάκης, Παπαδόπουλος, Οικονόµου – Γκούρας) µε την αντίστοιχη της Τουρκίας (Σουλεϊµάν Ντεµιρέλ, Ι. Τσαγλαγιαγκίλ κ.λπ.), µε αντικείµενο το Κυπριακό. Ο Παπαδόπουλος έχει πει ότι υπήρχε προετοιµασία από την κυβέρνηση Στεφανόπουλου.
Ανέφερε συνάντηση Τούµπα – Τσαγλαγιαγκίλ το ∆εκέµβρη του 1966, όπου «… η Τουρκία εφέρετο αποδεχόµενη την Ένωση µε αντιπαροχή τη βάση της ∆εκέλειας που θα παραχωρούσαν οι Άγγλοι». Ανέφερε ακόµα ότι το Συµβούλιο του Στέµµατος στις 6 Φλεβάρη 1967 αποφάσισε να συνεχιστεί ο διάλογος και ότι στην Κεσάνη η Τουρκία υπαναχώρησε.
Ο Τσαγλαγιαγκίλ αποκάλυψε ότι ο υπουργός Εξωτερικών Ιωάννης Τούµπας είχε αναφέρει πως η Ελλάδα είχε τη δύναµη να επιβληθεί του Μακάριου σε περίπτωση άρνησής του. Στην Κεσάνη οι Τούρκοι αντιπρότειναν διχοτόµηση ή καντόνια και η συνάντηση απέτυχε. Όλα τα χρόνια πριν και µετά από την 21η Απρίλη 1967 – µε κάποιες αυξοµειώσεις – υπήρχε ένταση στις σχέσεις µεταξύ Ελλάδας και Κύπρου µε σχέδια πραξικοπηµατικής ανατροπής και απόπειρες κατά της ζωής του Μακάριου από τη χούντα.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα