Σάββατο, 16 Οκτωβρίου, 2021

2ος Σταθμός: Στη λογοτεχνία της Βενετοκρατούμενης Κρήτης Μέρος Γ’

Στην Κρήτη από το 1571 ως και την κατάληψή της από τους Τούρκους το 1669, η λογοτεχνική παραγωγή θα φτάσει σε μια τόσο θαυμαστή κορύφωση, ώστε το διάστημα αυτό θα χαρακτηριστεί και ως “χρυσή περίοδος” για την ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Η ακμή αυτή σχετίζεται άμεσα με την κοινωνική, οικονομική και πνευματική άνθιση του νησιού αλλά τον πιο καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσει η στενή επαφή της Κρήτης με τις πολιτισμικές εξελίξεις στη μητρόπολη Βενετία. Ήδη από τον 15οαι. ξεκινά η Αναγέννηση στην Ευρώπη στα πλαίσια της οποίας αναπτύσσεται και το ενδιαφέρον για τους αρχαίους κλασσικούς συγγραφείς. Ειδικότερα στην Ιταλία από τις αρχές του 16ου αι, έχουν αρχίσει να γράφονται θεατρικά έργα στην ιταλική γλώσσα κατά απομίμηση των αρχαίων λατινικών έργων του Σενέκα, του Πλαύτου και του Τερεντίου. Έπειτα, αναγεννησιακοί λόγιοι γράφουν σχολιασμούς της «Ποιητικής» του Αριστοτέλη και της «Ποιητικής Τέχνης» του Ορατίου διαμορφώνοντας έτσι τη θεωρία του δράματος και του επικού ποιήματος, γεγονός που θα καθορίσει τις λογοτεχνικές εξελίξεις κατά την περίοδο αυτή (Μαρκομιχελάκη 2004, σ.281).

Η Βενετοκρατούμενη Κρήτη άμεσα επηρεασμένη από αυτές τις νέες τάσεις θα αναπτύξει νέους καλλιτεχνικούς ορίζοντες. Όσον αφορά στη λογοτεχνία, θα σημειωθεί μια αξιόλογη ανάπτυξη του δράματος που θα φτάσει στην κορύφωσή του τον 17ο αι. Τα είδη που καλλιεργούνται συστηματικά είναι η κωμωδία, η τραγωδία, το θρησκευτικό και το ποιμενικό δράμα και τα ιντερμέδια που ήταν σύντομα δράματα με μουσικό θεαματικό χαρακτήρα ενταγμένα στις 5 πράξεις των κυρίως έργων. Ως προς τη μορφή, όλα τα έργα είναι γραμμένα σε έναν 15σύλλαβο ομοιοκατάληκτο στίχο αλλά αυτό που κυρίως εντυπωσιάζει είναι η τελειοποίηση του κρητικού διστίχου και η χρήση της διαλέκτου ως μιας άρτιας λογοτεχνικής γλώσσας (Πολίτης 1991, σ.65-82).

Μια από τις μεγαλύτερες μορφές της Κρητικής λογοτεχνίας είναι ο Γεώργιος Χορτάτζης από το Ρέθυμνο, του οποίου η συγγραφική ακμή τοποθετείται κυρίως στην τελευταία δεκαετία του 16ου αιώνα. Λαμβάνοντας υπόψη τα έως σήμερα γνωστά στοιχεία, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Χορτάτζης είναι ο «πατέρας του νεοελληνικού θεάτρου», γιατί τα έργα του είναι τα παλαιότερα σωζόμενα θεατρικά κείμενα στα νέα ελληνικά. Σήμερα μας σώζονται τρία έργα του αντιπροσωπευτικά των τριών κυρίαρχων ειδών της Κρητικής λογοτεχνίας. Ένα από αυτά είναι η κωμωδία «Κατσούρμπος». Η πλοκή του έργου αυτού είναι η κλασσική του είδους του και αφορά σε ένα ερωτευμένο ζευγάρι που αντιμετωπίζει το εμπόδιο ενός γέρου που θέλει να απολαύσει ερωτικά την κοπέλα. Στο τέλος, ο γέρος αφού αποδειχθεί πατέρας της κοπέλας, δίνει τη συγκατάθεση του για τον γάμο των δύο νέων και έτσι το έργο τελειώνει μέσα σε γενική χαρά. Η τραγωδία «Ερωφίλη», που γράφεται την ίδια εποχή θεωρείται το αριστούργημά του Χορτάτζη και συνοδεύεται από τέσσερα ιντερμέδια που, αν παιχτούν στη σειρά, συνθέτουν ένα ξεχωριστό θεατρικό έργο στο οποίο οι σύγχρονοι εκδότες δίδουν τον τίτλο «Ελευθερωμένη Ιερουσαλήμ». Τέλος, μας σώζεται και το ποιμενικό δράμα «Πανώρια», η υπόθεση του οποίου στρέφεται γύρω από τον έρωτα δύο νέων βοσκών, του Γύπαρη και του Αλέξη, για τις βοσκοπούλες Πανώρια και Αθούσα αντίστοιχα. Οι βοσκοπούλες αυτές αρνούνται τον γάμο και μόνο η παρέμβαση της θεάς Αφροδίτης και του γιου της Έρωτα θα μεταστρέψει τα αισθήματά τους, ώστε να επέλθει η χαρά των επικείμενων διπλών γάμων. Για την Ερωφίλη ο Χορτάρζης φαίνεται να ακολουθεί ένα συγκεκριμένο ιταλικό πρότυπο, το ιταλικό έργο «Orbecche» του G. Battista Giraldi από το οποίο βέβαια διαφοροποιείται αισθητά, ενώ για τα άλλα δύο έργα φαίνεται να λαμβάνει υπόψη του ένα ευρύτερο σύνολο παρόμοιων ιταλικών έργων. Η επίδραση που άσκησε ο Χορτάτζης στο διάβα των αιώνων ήταν τεράστια και ξεπερνά ακόμα και τα σύνορα της Κρήτης.

Μια άλλη εξίσου σημαντική προσωπικότητα της περιόδου αυτής είναι ο Βιτσέντζος Κορνάρος που είναι κυρίως γνωστός για το δημοφιλέστερο αριστούργημά του τον «Ερωτόκριτο», ένα έργο ορόσημο για την ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Πρόκειται για μια ερωτική μυθιστορία των αρχών του 17ου αιώνα, η οποία από τον ίδιο τον συγγραφέα χωρίζεται σε πέντε μέρη κατά αναλογία της πεντάπρακτης δομής του αναγεννησιακού δράματος. Όσον αφορά στην πλοκή του έργου, αυτή εξιστορεί έναν δυνατό μα κοινωνικά ανάρμοστο έρωτα που αναπτύσσεται ανάμεσα στη βασιλοπούλα Αρετούσα και τον γιο ενός συμβούλου του πατέρα της, τον Ερωτόκριτο. Οι δύο ερωτευμένοι αρνούμενοι να προσαρμοστούν στις κοινωνικές συμβάσεις, υπέμειναν με πείσμα ακόμα και τις τιμωρίες του βασιλιά μέχρι που στο τέλος, ο βασιλιάς θα δώσει την ευχή του για το γάμο των νεαρών, γοητευμένος από την αξιοθαύμαστη και νικηφόρα επέμβαση του μεταμφιεσμένου Ερωτόκριτου στον πόλεμο με τους Βλάχους (Μαρκομιχελάκη 2004, 289-292).Το έργο γνώρισε αλλεπάλληλες επανεκδόσεις και έγινε γρήγορα βιβλίο λαϊκό. Ειδικότερα στην Κρήτη, ο λαός αποστήθιζε κομμάτια ολόκληρα του έργου και τα βράδια μαζεύονταν συντροφιές και απήγγειλαν ή τραγουδούσαν στίχους του, κάτι που συμβαίνει ακόμα και σήμερα. (Πολίτης 1991, 82).
Εκτός από αυτή την επώνυμη ποίηση μας σώζονται και έργα ανώνυμα από εκείνη την περίοδο(περ. 1580-1669). Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελεί η «Βοσκοπούλα» ένα εξαιρετικό δείγμα ποιμενικής ποίησης με ευρύτερη διάδοση στον ελληνικό χώρο, που αφηγείται τον έρωτα ενός βοσκού και μιας βοσκοπούλας. Σε αντίθεση με τα παραπάνω έργα, ο έρωτας εδώ δεν θα έχει αίσιο τέλος καθώς η βοσκοπούλα αρρωσταίνει και πεθαίνει από τη στενοχώρια της που ο αγαπημένος της δήθεν την ξέχασε.

Στο τέλος έχουμε τον θρήνο του νεαρού βοσκού που αν και δεν μπόρεσε να εκπληρώσει εγκαίρως την υπόσχεσή του προς την αγαπημένη του, ωστόσο ποτέ δεν την λησμόνησε. Εξίσου ευρύτερη διάδοση γνώρισε και το θρησκευτικό δράμα «η θυσία του Αβραάμ», ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά έργα του κρητικού θεάτρου που κάποιοι μελετητές το αποδίδουν στον Βιτσέντζο Κορνάρο εξαιτίας των κοινών ιδιοτήτων του με τον «Ερωτόκριτο».

Εν κατακλείδι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα παραπάνω αριστουργήματα της Κρητικής Αναγέννησης συνέχισαν και κατά τους επόμενους αιώνες να διαβάζονται, να εμπνέουν και να ψυχαγωγούν ολόκληρο τον ελληνόφωνο κόσμο. Μέχρι την κατάληψη από τους Τούρκους το 1669 γράφονται και άλλα αξιόλογα έργα τα οποία όμως δεν χαρακτηρίζονται από την ίδια δεξιότητα και πρωτοτυπία αλλά μάλλον στηρίζονται στη μίμηση των προκατόχων τους.

Βιβλιογραφία

Λίνος Πολίτης. Ιστορία της Νεοελληνικής λογοτεχνίας. Μορφωτικό ίδρυμα εθνικής τρσπέζης, Αθήνα 1991.
Α.Μ. Μαρκομιχελάκη, οι ποιητές του Χάνδακα (14ος -18ος αι.), Το Ηράκλειο και η περιοχή του. Διαδρομή στο χρόνο.,επιμ. Νίκος Γιγουρτάκης, 269-311. Ηράκλειο: Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας και Γενική Γραμματεία Ολυμπιακών Αγώνων., 2004.
Δημώδης Γραμματεία Από τον Διγενή Ακρίτη έως την πτώση της Κρήτης. Κέντρο ελληνικής γλώσσας, Ανακτήθηκε από

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες