Οι Αποστολικοί Πατέρες έδειξαν µεγάλο ενδιαφέρον για την ακριβή διακήρυξη του Eυαγγελίου, όπως ακριβώς έκαναν οι ίδιοι οι απόστολοι.
Ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, ο σπουδαιότερος των Αποστολικών Πατέρων, τόνισε ότι οι πιστοί πρέπει να συναθροίζονται γύρω από τον Επίσκοπο, τους ιερείς και τους διακόνους, όσο πιο συχνά µπορούν -ιδίως την Κυριακή, που είναι η «Ηµέρα του Κυρίου» (Sunday)- για να τελέσουν µαζί τη θεία Ευχαριστία (Επιστολή προς Εφεσίους, 20:2). Όπου Eπίσκοπος, έλεγε ο άγιος Ιγνάτιος, εκεί ο Χριστός, εκεί η Μία και Καθολική Εκκλησία, εκεί η ακατάλυτη διαβεβαίωση της αιωνίου ζωής, ο άφραστος αρραβώνας της κοινωνίας µετά του Θεού. Για τον λόγο αυτό, µία µόνο νόµιµη και κανονική ευχαριστιακή σύναξη υπάρχει: εκείνη της Εκκλησίας, µέσα σε µια ενότητα Πίστεως γύρω από τον Επίσκοπο (Επιστολή προς Σµυρναίοις, 8:2). Εξίσου σηµαντικό είναι και το γεγονός ότι οι πιστοί και εκτός των ιερών συνάξεων, οφείλουν να δείχνουν στον βίο, στην πολιτεία τους, µεταξύ τους και προς τον έξω κόσµο, στα αισθήµατα και στις σκέψεις τους, την ίδια αρµονική συµφωνία όπως ακριβώς οι χορδές µιας καλοκουρδισµένης «κρητικής» λύρας! Νουθετεί µάλιστα τους Εφεσίους να παραµένουν πιστοί και ενωµένοι µε τον Επίσκοπο «όπως ακριβώς η Εκκλησία προς τον Ιησού Χριστό και όπως ακριβώς ο Ιησούς Χριστός προς τον Πατέρα Του, ώστε τα πάντα να βρίσκονται σε πνευµατική συµφωνία µέσα στην εκκλησιαστική ενότητα» (Επιστολή προς Εφεσίους, 5:1).
Αυτό το «κοινωνικοπολιτικό µοντέλο» αποτελούσε πάντοτε, άλλοτε µε υπερβολές και άλλοτε µε ταπεινώσεις, την πυξίδα πλεύσης τόσο της Εκκλησίας, όσο και της κοινωνίας ως Εκκλησία του ∆ήµου! Και ο νεοεκλεγείς Μητροπολίτης Κισάµου και Σελίνου Αµφιλόχιος, πριν από είκοσι χρόνια, συµπορεύτηκε µέχρι σήµερα µε τις παραπάνω πατερικές αρχές και διένυσε ένα σηµαντικό χρονικό διάστηµα ικανό, για να ξεδιπλωθεί ενώπιόν µας κάθε πτυχή της χαρισµατικής προσωπικότητάς του.
Ευλογία η Αρχιεροσύνη, αλλά και βάρος δυσβάστακτο, χάρη αλλά και ευθύνη τεράστια! Το κάλεσµα υψηλό και η αποστολή υψηλότερη. Η πορεία δύσκολη και η συµπόρευση δυσκολότερη. Ο Θεός τού εµπιστεύθηκε την παρακαταθήκη του µακαριστού Μητροπολίτου Κισάµου και Σελίνου κυρού Ειρηναίου και του ευαγγελισµού των ανθρώπων.
∆ιακονεί το ιερό θυσιαστήριο, ανελλιπώς. Κηρύττει, νουθετεί, ευλογεί. Καλεί όλους να συσπειρωθούν στην ενορία, την ευλογηµένη οικογένεια του Θεού, και να ακολουθήσουν στη ζωή τους τον Σωτήρα Χριστό, ο Οποίος χαρίζει ειρήνη και παρηγοριά, προοπτική και ελπίδα.
Έχει έµφυτη την ευγένεια, χαρακτηριστική και η υποµονή του. Ξέρει να συναντά τον ίδιο τον Χριστό στο πρόσωπο του πλησίον. ∆ίπλα του ταπεινώνεται, υποµένει, κενώνεται. Μαζί του µοιράζεται την πίστη, τη ζωή, τη χάρη, κοινά σηµεία που διευκολύνουν τη συµπόρευση.
Σε µια χριστιανική κοινωνία είναι απαράδεκτο να στερούνται οι άνθρωποι απλών αγαθών. Σεµνύνεται ο ίδιος, καθώς στον τόπο µας, παρά τις δυσκολίες των καιρών, καλύπτεται αυτή η ανάγκη, µε το Αννουσάκειο Θεραπευτήριο Κισάµου Κλειστής Νοσηλείας «Άγιος Σπυρίδων» και τους εκλεκτούς φίλους που το στηρίζουν, δηµιουργώντας ένα Ίδρυµα µε ανθρώπινο πρόσωπο. Το δίκτυο της διακονίας οργανώθηκε και διευρύνθηκε µε τους Γυναικείους Συλλόγους και τη διακονία της νέας γενιάς, η χρυσή ελπίδα του τόπου, µε το Τσατσαρωνάκειο Πολιτιστικό Πολύκεντρο, το Ωδείο της Μητροπόλεως και άλλες παράλληλες νεανικές δραστηριότητες. Οµοίως, µε τη διακονία της διανόησης που προσφέρει η Ορθόδοξος Ακαδηµία Κρήτης, µέσα από την «έρευνα των οικονοµικών, κοινωνικών και πνευµατικών εν γένει προβληµάτων» προσέφερε µία νέα πνοή στα θεολογικά γράµµατα, ανανέωσε τη φωνή της Παράδοσης, εξέφρασε µε τον καλύτερο τρόπο τη φωνή των Πατέρων, αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί τη φωνή της Ορθοδοξίας µε τη διοργάνωση του σηµαντικότερου εκκλησιαστικού γεγονότος στον 21ο αιώνα, τη φιλοξενία της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Εξίσου, όµως, µεγάλο και πολυσήµαντο είναι και το έργο της στήριξης των Ιερών Μονών και του προσκυνήµατος του Οσίου Νικηφόρου του Λεπρού. Μονές ανακαινίζονται και υποδέχονται τους προσκυνητές. ∆ηµιουργούνται πνευµατικές οάσεις µέσα στην πολυπραγµοσύνη και το µόχθο της καθηµερινότητας. Ο άνθρωπος σιωπά, προσεύχεται, µυσταγωγείται.
Ο Σεβασµιώτατος Κισάµου και Σελίνου κ. Αµφιλόχιος αγαπά και επιδιώκει τον διάλογο, που αποτελεί την πιο χαρακτηριστική έκφραση του αγαπητικού ήθους, την ίδια τη µαρτυρία του πνεύµατος της χριστιανικής αγάπης και καταλλαγής στο σύγχρονο κόσµο. Ερωτήµατα όπως «Τίνες ήµεν, τί γεγόναµεν; πού ήµεν, πού ενεβλήθηµεν; πού σπεύδοµεν, πόθεν λυτρούµεθα; τί γέννησις, τί αναγέννησις;» (Επιτοµαί Θεοδότου §78,2 PG 9:696), αποτελούν το γραπτό και προφορικό προβληµατισµό του για το µέλλον του κόσµου.
Αγαπά τον τόπο και χαίρεται να τον προβάλλει. Συνεργάζεται µε τους φορείς και τους θεσµούς της τοπικής κοινωνίας για την ανάπτυξή του. Αγωνίζεται µε όλες του τις δυνάµεις για την διαφύλαξη της πολιτιστικής του παράδοσης και την παράδοσή της στις επόµενες γενεές.
Θα µπορούσαµε να αναφέρουµε κι άλλα γεγονότα που σκιαγραφούν την προσωπικότητα του παραπάνω εκκλησιαστικού ηγέτη. Όποιος εργάζεται όµως στον αµπελώνα της Εκκλησίας, δεν περιµένει από κάποιον άλλο, έπαινο ή ευχαριστία ή δόξα ή µισθό. Κάνει συνειδητά τη δουλειά του, και ξέρει τι κάνει, και ξέρει τι προσδοκά.
Αφήνει όµως µια σειρά ωφέλιµων µηνυµάτων για το σήµερα και το αύριο της Εκκλησίας και της Κρήτης, από την εµπειρία του των είκοσι ετών.
Την ενότητα.
Θέτει την ενότητα ως κορωνίδα της ποιµαντικής του διακονίας. Σε καιρούς πολυδιάσπασης και κατακερµατισµού, συγχρόνως όµως µοναξιάς και αποµόνωσης, λειτουργεί ως παράγοντας και εγγυητής της ενότητας. ∆εν υποτιµά τον προσωπικό αγώνα των πιστών. Επισηµαίνει όµως ότι το εκκλησιαστικό γεγονός της σωτηρίας µας είναι υπόθεση του σώµατος των πιστών, και όχι ιδιωτική υπόθεση του καθενός µας ή ατοµική επιλογή. Η Εκκλησία πορεύεται ενωµένη ως σώµα στους αιώνες. Και µε αµείωτο ζήλο αγωνίζεται για την ευχαριστιακή συγκρότηση της Εκκλησίας ως κοινωνίας προσώπων, άρα για την ενότητα µέσα από τον δίαυλο της αγάπης. Απλώνει µε προσήνεια γέφυρες επικοινωνίας µε τους άρχοντες του τόπου, τους πολιτικούς και τους στρατιωτικούς. Κι αυτές λειτουργούν ευεργετικά σε δύσκολες ώρες και έκτακτες ανάγκες. Όταν η διαίρεση και η διχόνοια επικρατεί, ο εκκλησιαστικός ηγέτης, διακριτικά και καθοριστικά, συσπειρώνει τους ανθρώπους σε κλίµα καταλλαγής και συνεργασίας.
Τη συµπόρευση.
Συµπόρευση και ελπίδα σε µια εποχή µεγάλων προκλήσεων. ∆ύσκολο, ανθρώπινο αίτηµα, αλλά όχι ακατόρθωτο. Το µήνυµα του Σεβασµιωτάτου η Κρήτη «χωρίς φόβο, ενωµένοι, χέρι – χέρι µε τον Θεό και µεταξύ µας, να προχωρήσουµε µπροστά, να πάµε λίγο ψηλότερα»! Αυτό αποτελεί πρωτεύον χαρακτηριστικό µιας υγιούς Εκκλησίας, όπου κλήρος και λαός, ενωµένοι αντιµετωπίζουν τα δύσκολα προβλήµατα. Ο κάθε εκκλησιαστικός ηγέτης καλείται να αφουγκρασθεί τα προβλήµατα του κόσµου, να γίνει ειρηνοποιός και γεφυροποιός καταστάσεων, πολλές φορές ίσως και επικίνδυνων. Και ο τρόπος που εφαρµόζεται ο διάλογος. ∆ιάλογος εκκλησιαστικός, όπως αυτός ορίζεται από το Οικουµενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και όλως ιδιαιτέρως του Οικουµενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολοµαίου, αλλά και µέσα από µία προφητική «πολιτική θεολογία», η οποία συµβάλει σε καθετί ωφέλιµο για την πόλιν (πολίτης-πολιτισµός). Αποµακρύνει µε κάθε τρόπο κάθε πιθανή παθολογική εργαλειοποίησή της. Η Εκκλησία, ως φάρος της αλήθειας πρέπει να επιδείξει έµπρακτα το παράδειγµά της µέσω της παρέµβασης και της συµµετοχής της στη δηµόσια σφαίρα. Η Εκκλησία οφείλει να κατευθύνει το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι προς την κατεύθυνση της ειρήνης, της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης. Υπέρβαση των ατοµικών ή οµαδικών συµφερόντων, όταν γίνεται αντίδοτο στην τάση συντήρησης ενός άγονου τοπικισµού που απειλεί την Ευρώπη αλλά και τον κόσµο ολόκληρο µε κατακερµατισµό, όταν αναδεικνύεται σε συστατικό στοιχείο ενός υγιούς οράµατος που είναι εικόνα ελπίδας και θεραπεύει τη µυωπία εκείνη που, όταν «βολεύει», παρουσιάζεται ως ρεαλισµός.
Το όραµα
Η Εκκλησία ζει και σήµερα µέσα σε µία τεράστια ποικιλία πολιτιστικών και ιστορικών αλλαγών, όπου επικρατούν σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερες κοινωνικές και πολιτικές ανησυχίες και παραδόσεις. Τα προβλήµατα αυξάνονται και η παρουσία της Εκκλησίας στο δηµόσιο χώρο πρέπει να είναι υπαρκτή µε συγκεκριµένες κατευθύνσεις και συνεργασίες. Η ανάγκη για µία τέτοια παρέµβαση δεν περιορίζεται µόνο στα πνευµατικά ζητήµατα, αλλά επεκτείνεται και στη διαµόρφωση των πολιτικών εξελίξεων, τόσο τοπικών, εθνικών όσο και διεθνών. Να βοηθήσει τον άνθρωπο να κατανοήσει το φαινόµενο της µεταµοντέρνας εποχής µας, που πολλές φορές -όχι αδικαιολόγητη- οι συνέπειές του εκλαµβάνονται και ερµηνεύονται ως απειλή. Ως Χριστιανοί και κληρονόµοι του µηνύµατος του Ευαγγελίου, καλούµαστε να προβάλουµε την οποιαδήποτε κρίση ως πρόκληση ανθρωπιάς για την ανάδειξη όλων εκείνων των στοιχείων, τα οποία λειτουργούν ως έξοδος από τον εγωκεντρικό εαυτό µας, χωρίς κατά ανάγκη να εγκαταλείψουµε τον εαυτό µας. Η όποια δικαιολογηµένη απογοήτευση ή καχυποψία µας για την περιρρέουσα πραγµατικότητα δεν πρέπει να µας οδηγήσει στο συµπέρασµα ότι µία παρόµοια προσέγγιση είναι ουτοπική. Η εσχατολογία της Εκκλησίας είναι ήδη καθ’ οδόν hic et nunc.
¤
Όλα τα παραπάνω χρειάζονται τόλµη! Οποιαδήποτε παραίτηση ή κόπωση ή αδράνεια µόνο ανυπακοή θα µπορούσε να χαρακτηρισθεί απέναντι στο θέληµα του Θεού. Οι στιγµές της κόπωσης και της αγωνίας συνεχείς, αλλά και το ψυχικό µεγαλείο της συµπόρευσης, µέσω των καινοτόµων δράσεων της Ιεράς Μητροπόλεως Κισάµου και Σελίνου, µε έµπνευση που ξεπερνά τα όρια του παρόντος, ουσιαστικότερη. Εµπειρία και πνευµατικές αθλήσεις, µε εγρήγορση νου, µε θεοφιλή ιεραποστολικό ζήλο, αποτελούν έργο ενός εκκλησιαστικού ηγέτη λιγότερο περιγραπτό και περισσότερο αντιληπτό.
Τον ερχόµενο µήνα η Ιερά Μητρόπολη Κισάµου και Σελίνου θα έχει διπλή χαρά: Η ονοµαστική εορτή, αφενός, του Σεβασµιωτάτου (23 Νοεµβρίου), αλλά και η χρονική συγκυρία, καθώς το έτος 2025 σηµατοδοτεί τη συµπλήρωση είκοσι χρόνων ποιµαντορίας στην αγιοτόκο Μητρόπολη Κισάµου και Σελίνου. Θα πρόσθετα ακόµη µία. Το 2026 θα εορτάσουµε την 60η επέτειο της Επανακοµιδής της Τιµίας Κάρας του Αγίου Αποστόλου Τίτου, πρώτου Επισκόπου Κρήτης. Ας θυµηθούµε ότι ο απόστολος Παύλος στέλνει στην Κρήτη τον Τίτο µε την εντολή «ίνα τα λείποντα επιδιορθώση… µε λόγον υγιή… προς πάσιν ανθρώποις» (Προς Τίτον, 1:5, 2:8,12).Το ίδιο ισχύει και σήµερα. Έχουµε όλοι εµπιστοσύνη στην Εκκλησία Κρήτης, γιατί γνωρίζει τι πρέπει να κάνει και πως πρέπει να το κάνει. Ας την αφήσουµε ελεύθερη να πράξει αυτό που η ίδια γνωρίζει καλύτερα να κάνει για το καλό της Κρήτης µας!


