Μουσείο Τυπογραφείας

Tο “Σαρανταδέντρι”

ΚΥΡΙΑΚΗ των Μυροφόρων στην Κάντανο πριν πολλά-πολλά χρόνια. Η άνοιξη στο «φόρτε» της, με την κρητική φύση να συμμετέχει στο οργιαστικό μεταπασχαλινό πανηγύρι. Ο καιρός είναι ακόμη κρύος μ΄ έναν ήλιο χλωμό, με δόντια. Όμως, οι καρδιές των ανθρώπων είναι λαμπριάτικες και ζεστές.
Ο ΔΕΣΠΟΤΗΣ μας, ο μακαριστός πια Ειρηναίος Κισάμου και Σελίνου είχε, κατά το συνήθειό του, πολλούς ξένους φιλοξενούμενους «συν-εορταστές» στην “Ορθόδοξη Ακαδημία Κρήτης”. Η διαθρησκευτική πολιτική του είναι πρωτοπόρα και η αλληλοκατανόηση των απανταχού Χριστιανών -και όχι μόνο- αποτελεί βασικό μέλημά του. Είναι, λοιπόν, κάθετος στο αίτημά του: Την Κυριακή των Μυροφόρων θα ερχόταν να λειτουργήσει στην Κάντανο, όπως πάντα, οπότε θα έφερνε μαζί του και μια ομάδα ξένων διάσημων επιστημόνων που συμμετείχαν σε συνέδριο της ΟΑΚ. Μόνο που, επειδή επρόκειτο για Άγγλους, Γάλλους, Γερμανούς και άλλους, θα έπρεπε, όσοι θα δέχονταν να τους φιλέψουν στο σπίτι τους το μεσημέρι, «να κατέχουν, μπάρεμου» τη γλώσσα τους! Μας προτρέπει να τους πάρουμε σπίτι μας το μεσημέρι, σαν να ήταν δικοί μας άνθρωποι. Δύσκολα πράγματα για ένα χωριό στο Σέλινο, εκεί στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’80. Γι’ αυτό και δυο τρείς μέρες πριν τη γιορτή των Μυροφόρων, έβαλε ο Δέσποτας το θεολόγο του χωριού και Γυμνασιάρχη να βεβαιωθεί -μη ρεζιλευτούμε στους ξένους!
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ των γαλλικών και έχοντας γυναίκα από την Κάντανο, δέχτηκα το τηλεφώνημα του θεολόγου Γυμνασιάρχη και υποσχέθηκα πως θα είμαι «εκεί», ώστε να κάνω το διερμηνέα στους ξένους (Γάλλους): να τους ενημερώσω για τον τόπο, τη βαριά ιστορία του με τη Μεγάλη Μάχη, τα καλά της φύσης και των ανθρώπων της. Να επικοινωνήσουμε, να ανταλλάξουμε απόψεις, να μη πλήξουν οι ξένοι άνθρωποι στον τόπο μας…
ΣΕ ΤΕΤΟΙΕΣ περιπτώσεις -και όχι μόνο- ο κάθε Κρητικός κάνει τα αδύνατα δυνατά για να ’χει ο ξένος πλούσια, παραδοσιακή, «ομηρική» θα λέγαμε, περιποίηση. Έτσι, μετά την καθιερωμένη θεία λειτουργία στην Ανάληψη, αφού περπατήσαμε λιγάκι μέχρι το Γυμνάσιο και είπαμε για την καταστροφή της Κανδάνου και την εκ των υστέρων «Συγγνώμη» των Γερμανών, πορευτήκαμε στο σπίτι της πεθεράς μου: το μεσημεριάτικο κυριακάτικο γεύμα ήδη μοσχοβολούσε και ναι μεν μπορεί να μη ήταν φανταχτερό σε εμφάνιση, όμως ήταν μια πανδαισία ανοιξιάτικων γεύσεων και οσμών: κατσικίσιο κρέας και κόκορας βραστός με πιλάφι, χορταρικά της εποχής, χωριάτικη σαλάτα, καλλιτσούνια λογιών-λογιών, τσικουδιές και στο τέλος γλυκά της πεθεράς, της κυρα-Κατίνας. Την ευωχία συμπλήρωνε το μυρωδάτο κεχριμπαρένιο σπιτίσιο κρασί του πεθερού απ’ το ρωμέϊκο σταφύλι του μικρού αμπελιού του.
ΟΙ ΓΑΛΛΟΙ εντυπωσιάστηκαν πολύ απ’ τη φιλοξενία και το ανοιχτόκαρδο των ανθρώπων της Καντάνου. Έμειναν έκπληκτοι κυρίως απ’ τα καλιτσούνια -μυζηθρένια, «μαλακερά», ανάμικτα ή μόνο χόρτινα- που μοσχοβολούσαν ερεθιστικά! Ένας τους μάλιστα δεν άντεξε και μου εξομολογήθηκε πως αισθανόταν να «οσφραίνεται» όλη τη φύση της Κρήτης! Δεν είχε άδικο. Πεθερά και κόρες έβαλαν για «γεμίδι» λογιών λογιών μυρωδικά του βουνού: το «σαρανταδέντρι» που λέμε!
ΕΙΠΑ στους Γάλλους ότι ο πλούτος κι η ποικιλία των βοτάνων της κρητικής γης δεν απαντιέται πουθενά! Τα φυτά του νησιού, γνωστά από πανάρχαιους χρόνους, διατηρούν και σήμερα τις γευστικές αλλά και θεραπευτικές τους ιδιότητες. Το ΄χουν «μυριστεί» αυτό οι ξένοι και κάνουν επιδρομές στην ύπαιθρο: άλλοτε ως δήθεν βοτανολόγοι ή φυσιοδίφες, ξεριζώνουν φυτά και βότανα, τα μεταφυτεύουν, κάνουν σοδειές δικές τους που μοσχοπουλούν σε ξένες φαρμακευτικές βιομηχανίες κυρίως για την παρασκευή ομοιοπαθητικών φαρμάκων.
…ΔΕ ΝΟΜΙΖΩ τους λέω, να υπάρχει άλλος τόπος στον κόσμο που να ’χει φτιάξει δίστιχα, για κάθε βοτάνι του· να ’χει εξυμνήσει δηλαδή τη χλωρίδα έτσι όπως «ιστορεί» τα κάλλη των γυναικών του ή ανιστορεί το παρελθόν του ο Κρητικός. Μερικές από τις μαντινάδες που είχα καταγράψει τις μετέφρασα όσο μπορούσα στα γαλλικά και οι Γάλλοι απόρησαν με τη σοφία και τη συντομία τους:
-Αριγανή (ρίγανη) στάλες-στάλες και την κοιλιά γιατρεύγει/ και να τριφτείς οπού πονείς, πάντα σε δροσερεύγει
-Αν πεις το δεντρολίβανο, αρισμαρής ΄ντα κάνει;/ στα ψάρια τα τηγανητά, αλλά και πού δεν κάνει;
-Δίχταμος και αλύταμος, το ίδιο πράμαν-είναι/ μόνο φυτρώνει στα βουνά, δυσκολομάζωχτ’ είναι
-Τη μαντζουράνα βράσε την, παντού οπού φυτρώνει/ σ’ άψυχο, λένε οι παλιοί, τσι καρδιακούς γλυτώνει
-Ο τσόχος είναι γιατρικό, λαχανικό καλό ’ναι/ καλοβρασμένος, σιρωτός (σουρωτός), λεμόνι, λάδι, τρώνε
– Πολλοί ’χουν πονοκέφαλο και βράζουνε το θύμο (θυμάρι)/ κι γ’ αμοιβάδες πέφτουνε, ξεραίνονται στον ήλιο…»
ΑΠΟ εκείνη την Κυριακή με τους Γάλλους καθηγητές είχαμε πολύχρονη επαφή. Μου έγραφαν πως οι τωρινές γενιές των Γάλλων-και όχι μόνο- «ξεφτίσανε» τελείως με τους νέους τρόπους ζωής: τα fast food, τους ντελιβεράδες και τα «συσκευασμένα» φαγητά που δήθεν, λέει, μας απαλλάσσουν απ’ τον κόπο να τα φτιάχνουμε μόνοι μας, για να έχουμε περισσότερο ελεύθερο χρόνο! Διαπίστωναν -κι αυτό ήταν το μάθημα της Καντάνου- πως επειδή απομακρυνθήκαμε απ’ την υγιεινή διατροφή με τα αγαθά που  προσφέρει άφθονα η μάνα γης- απ΄την οποία όλα προέρχονται, ενυπάρχουν σ’ αυτήν και σ’ αυτήν πάλι επιστρέφουν, όπως λέει ο Μάρκος Αυρήλιος- είναι ανάγκη, λοιπόν, να επιστρέψουμε στην παλιά καλή κουζίνα, αν θέλουμε να επιβιώσουμε… Αναρωτιόμαστε σήμερα, μετά από 38 χρόνια από εκείνη τη συνάντηση, αν αλλάξαμε καθόλου ως προς τη διατροφή μας, αν αγαπούμε την κρητική «μάνα γης» κι αν σεβόμαστε ό,τι μας προσφέρει ο καλός Θεός σ’ αυτόν τον ευλογημένο τόπο…

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.