Μουσείο Τυπογραφείας

Το πολεμικό πλοίο Μυκάλη και η ιατρική αποστολή στον Πλατανιά Χανίων

Χειμώνας, αρχές του έτους 1897. Το πολεμικό πλοίο Μυκάλη χρειάζεται μιας μέρας ταξίδι απ’ τον Πειραιά στα Χανιά και αντίστροφα. Το επιβατηγό ατμόπλοιο Ελντοράντο, όπως αρχικά είχε ονομαστεί, το οποίο αγόρασε αμέσως μετά τη ναυπήγησή του η Ελληνική κυβέρνηση, μετονομάσθηκε σε Μυκάλη και μετατράπηκε σε οπλιταγωγό του πολεμικού ναυτικού.

Απρίλιος 1897: Συμμαχικά πλοία ανοιχτά των Χανίων

Απρίλιος 1897: Συμμαχικά πλοία ανοιχτά των Χανίων

Mαζί με άλλα πολεμικά πλοία αποτέλεσε τη ναυτική δύναμη που απέστειλε η Ελληνική κυβέρνηση το 1897 στα Χανιά για να συνδράμει τον αγώνα του Κρητικού λαού. Το Μυκάλη ήταν το ιδανικό πλοίο για την μεταφορά τραυματιών και αρρώστων από τα Χανιά στα νοσοκομεία της Αθήνας και αντίστοιχα φορτίων απ’ τον Πειραιά στο Νησί. Αυτός ήταν ο αρχικός σχεδιασμός της Ελληνικής κυβέρνησης όταν κάλεσε από τα Χανιά στον Πειραιά το Μυκάλη να φορτώσει το φορητό χειρουργείο, φάρμακα και τρόφιμα καθώς και αποστολή επτά γιατρών και δύο νοσηλευτών του Ερυθρού Σταυρού. Όμως, τα σχέδια αυτά δεν υλοποιήθηκαν ακριβώς έτσι λόγω της αντίδρασης των ναυάρχων των Μεγάλων Δυνάμεων. Όταν το πλοίο κατέπλευσε στα Χανιά με την ιατρική αποστολή στις 16 Φεβρουαρίου 1897, έλαβε εντολή να προσεγγίσει τον Πλατανιά, μικρό χωριό δυτικά της πόλης. Μία και μοναδική φορά επέτρεψαν οι ναύαρχοι την προσέγγιση του οπλιταγωγού στον Πλατανιά, όμως η συμβολή της αποστολής που μετέφερε στα δυτικά παράλια των Χανίων ήταν ουσιαστική. Η αποστολή προσέφερε υπηρεσίες από την επομένη της άφιξής της, δηλαδή από τις 17 Φεβρουαρίου έως την 1η Μαΐου 1897 που αναχώρησε για Αθήνα, δηλαδή για περίπου τρεις μήνες. Σήμερα, που έχουν περάσει πάνω από 120 χρόνια από τότε και τίποτα πια δε θυμίζει στον Πλατανιά εκείνη την εποχή, σκοπός μας είναι να φωτίσομε μια ακόμα σελίδα της ιστορίας.

Βρετανοί στρατιώτες στην ενδοχώρα των Χανίων (1897 αρχείο Βρετανικού Στρατού)

Βρετανοί στρατιώτες στην ενδοχώρα των Χανίων (1897 αρχείο Βρετανικού Στρατού)

1. Εισαγωγή
Από τις 13 Ιουνίου του 1645 που οι Τούρκοι αποβιβάστηκαν στο Κολυμπάρι Χανίων έως την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα την 1η Δεκεμβρίου 1913, ο Κρητικός λαός υπέφερε από τον κατακτητή και οι επαναστάσεις διαδεχόταν η μία την άλλη. Τα βίαια όμως γεγονότα του 1896 και 1897 στα Χανιά, οι τριήμερες σφαγές από τις 12 έως 15 Μαΐου 1896 που βρήκαν φρικτό θάνατο 50 Έλληνες (Τσίβης, 1990), και η πυρπόληση της πόλης στις 23 και 24 Γενάρη 1897, οδήγησαν την Ελληνική κυβέρνηση να στείλει εκστρατευτικό σώμα στα Χανιά και πολεμικά πλοία, μεταξύ αυτών και το Μυκάλη.
Ο Ελληνικός στρατός αποβιβάστηκε στο Κολυμπάρι δυτικά της πόλης την 1η Φεβρουαρίου 1897 ενώ η μοίρα του Ελληνικού στόλου κατέπλευσε και αγκυροβόλησε έξω από το λιμάνι των Χανίων. Ωστόσο, εξαιτίας του εμπρησμού της πόλης από τους τουρκοκρητικούς, με την ανοχή των Τουρκικών αρχών, οι ναύαρχοι των Ευρωπαϊκών κρατών Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας και Ιταλίας, με εντολή των κυβερνήσεων τους, είχαν ήδη αποβιβάσει αγήματα στα Χανιά κι έτσι η Κρήτη από τις αρχές του Φλεβάρη βρίσκεται στην κατοχή και διοίκηση των τεσσάρων Μεγάλων Δυνάμεων (Τσίβης, 1990).

Στρατιώτες των συμμαχικών δυνάμεων

Στρατιώτες των συμμαχικών δυνάμεων

2. Ναυπήγηση και μετασκευή
Το επιβατηγό ατμόπλοιο Μυκάλη, με αρχικό όνομα Ελντοράντο, ναυπηγήθηκε από την εταιρεία Ερλς (Earle’s Shipbuilding) στην πόλη Χαλ (Hull) του Γιορκσάιρ της Αγγλίας για λογαριασμό της ναυτιλιακής εταιρείας Γουίλσον. Ήταν ένα από τα τρία πλοία που παρήγγειλε η ναυτιλιακή εταιρεία με το ίδιο όνομα. To δεύτερο κατά σειρά Ελντοράντο το παρέλαβε απ’ το ναυπηγείο το 1885 και λίγους μήνες αργότερα το 1886 το πούλησε στην Ελληνική Κυβέρνηση. Η Ελληνική κυβέρνηση αναζητούσε πλοία για να επανδρώσει το ναυτικό της.
Το πλοίο είχε εκτόπισμα 935 τόνων, διέθετε μηχανή τριπλής εκτόνωσης τροφοδοτούμενη από δύο λέβητες που απέδιδε ισχύ 300 ίππων και μέγιστη ταχύτητα 14 κόμβων. Αρχικά είχε σχεδιαστεί για να φιλοξενεί στην α΄ θέση 86 επιβάτες.
Όταν το παρέλαβε η Ελληνική κυβέρνηση το μετονόμασε σε Μυκάλη, τιμώντας με αυτό τον τρόπο την επιτυχία των Ελλήνων κατά των Περσών το 479 πΧ στην ομώνυμη χερσόνησο στα Μικρασιατικά παράλια, και το μετασκεύασε σε οπλιταγωγό. Απ΄ το πλοίο αφαιρέθηκαν οι ιστοί και οι υπερκατασκευές για να ελαττωθεί το περιττό βάρος, ανοίχτηκαν θυρίδες στις μάσκες του πλοίου, προστέθηκαν 6 κανόνια (2 πυροβόλα Krupp 88 χιλιοστών και 4 ταχυβόλα Nordenfelt), κατασκευάστηκαν πλωτοί διάδρομοι και τοποθετήθηκαν μεγάφωνα στα εσωτερικά του διαμερίσματα (www.hellenicnavy.gr).
Το φρεσκοβαμμένο καινούργιο 66μετρο σκαρί, με τα δύο χαρακτηριστικά κατάρτια, το μεγάλο φουγάρο και τις περτσινωτές λαμαρίνες, πολύ σύντομα άρχισε ταξίδια στις ελληνικές θάλασσες. Φωνές και παραγγέλματα, σφυρίγματα, ψηλές άσπρες στήλες ατμού απ’ τις σωλήνες εκτόνωσης και σύννεφα μαύρου καπνού απ’ το φουγάρο ήταν η καθημερινότητα των ταξιδιών του. Σε καιρό ειρήνης έδενε στη Σύρο και έκανε δρομολόγια Σύρος -Κωνσταντινούπολη – Αλεξάνδρεια ενώ σε καιρό πολέμου σάλπαρε από τον Πειραιά. Όλος ο στόλος τότε, πολεμικός και εμπορικός, ήταν ίδιας τεχνολογίας κι έτσι το Μυκάλη δεν φάνταζε καθόλου διαφορετικό στα μάτια των Συριανών και Πειραιωτών που τόσα και τόσα ατμόπλοια βλέπανε καθημερινά να σφυρίζουν στο λιμάνι.
3. Τα γεγονότα του 1896 – 1897
Μετά την Κρητική Επανάσταση του 1896, με κορυφαίο γεγονός την επιτυχή πολιορκία της τουρκικής φρουράς του Βάμου από τους επαναστάτες αλλά και μετά τις τριήμερες φοβερές σφαγές που ακολούθησαν στα Χανιά στις 12-15 Μαΐου 1896, η φυγή από την περιοχή έχει δυναμώσει (Turo, 1991, σελ.: 46). Τα γεγονότα αυτά ξεσηκώνουν την Ευρώπη κι έτσι ο σουλτάνος αναγκάζεται να εκδώσει φιρμάνι παραχωρώντας προνόμια στους Έλληνες της Κρήτης. Όμως, οι Τουρκοκρητικοί των Χανίων είχαν άλλα σχέδια και για να εμποδίσουν την εφαρμογή των διατάξεων του φιρμανιού αρχίζουν δολοφονίες, βιασμούς, βιαιοπραγίες και εμπρησμούς. Αποκορύφωμα όσων είχαν προηγηθεί είναι η πυρπόληση των Χανίων στις 23 και 24 Γενάρη του 1897.
Το μεσημέρι της 23ης Γενάρη 1897 ο τούρκικος όχλος καίει τα Χανιά. Η πλατεία του Κάτωλα, οι δημοτικοί δρόμοι Σκρίδλωφ, Νοέλ, Ποτιέ, Χάληδων, η πλατεία της Τριμάρτυρης, ο Τοπανάς και η γειτονιά στο Κρύο Βρυσάλι ζώνονται στις φλόγες (Τσίβης, 1993). Η πόλη καταστρέφεται. Ερείπια και αποκαΐδια γίνονται οι περισσότερες ελληνικές συνοικίες. Όρθιοι ‘μείναν μόνο οι πέτρινοι τοίχοι των σπιτιών, οι τσατμάδες και οι στέγες γινήκανε στάχτη. Τόση είναι η μανία των Τουρκοκρητικών που πυρπόλησαν ακόμα και το διοικητήριο στο λιμάνι, το Κονάκι, την κατοικία και τα γραφεία του πασά της Κρήτης.
Μετά τα γεγονότα αυτά η Ελληνική κοινή γνώμη που ως τότε έβλεπε με συμπάθεια τον αγώνα των Κρητικών, τώρα ξεσηκώνεται. Μαζί της ξεσηκώνεται και η διεθνής κοινή γνώμη και ο διεθνής τύπος που οι ανταποκριτές του απ’ το Νησί, μεταξύ αυτών και ο Γάλλος Ενρί Τυρό (Turot, 1991), μεταδίδουν με τα μελανότερα χρώματα τα δεινά των χριστιανών της Κρήτης και τις φρικαλεότητες του μουσουλμανικού πληθυσμού.
Έτσι, η Ελληνική κυβέρνηση του Θόδωρου Δεληγιάννη αποφασίζει την αποστολή εκστρατευτικού σώματος στην Κρήτη και μοίρα πολεμικών πλοίων, μεταξύ αυτών τορπιλλοβόλων και θωρηκτών. Ο Ελληνικός στρατός δύο χιλιάδων ανδρών με αρχηγό τον συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσο αποβιβάζεται στο Κολυμπάρι, 15 χιλιόμετρα δυτικά των Χανίων, την 1η Φεβρουαρίου 1897. Η μοίρα του ελληνικού στόλου, αποτελούμενη από τα πολεμικά πλοία Ύδρα, Ψαρά, Ναύαρχος Μιαούλης, Μυκάλη, Αλφειός και Πηνειός, καταπλέει και αγκυροβολεί έξω από το λιμάνι των Χανίων (Τσίβης, 1993). Στο καταδρομικό Ύδρα ο μοίραρχος Αριστείδης Ράινεκ εκτελεί χρέη ναυάρχου.
Στο λιμάνι των Χανίων επικρατεί μια ιδιότυπη εικόνα. Έξω απ’ τον φάρο στη ράδα είναι αγκυροβολημένα τα Ελληνικά πολεμικά πλοία, τα οποία έχουν σχεδόν κλείσει την είσοδο του λιμανιού. Μέσα στο λιμάνι δεσπόζουν τα πλοία των Μεγάλων Δυνάμεων, Αγγλικά, Γερμανικά, Ιταλικά, Γαλλικά και Ρώσικα με τα τρομερά κανόνια τους στραμμένα προς τη στεριά λες και προσπαθούν να αποτρέψουν τους μουσουλμάνους από κάποιο επόμενο αδίστακτο σχέδιο. Στη μέση της ημικυκλικής προκυμαίας και μπροστά από τη μικρή αποβάθρα στέκει το λευκό τζαμί με το μιναρέ του, το Γιαλί Τζαμισί, και στο πλάι του τα αποκαΐδια και οι μισογκρεμισμένοι τοίχοι του τουρκικού διοικητηρίου. Στην προκυμαία ένα παρδαλό πλήθος πηγαινοέρχεται βιαστικά, Τούρκοι μες στα μαύρα παλτά τους με τα κόκκινα φέσια τους, Άγγλοι στρατιώτες με τις κόκκινες στολές τους, Ιταλοί και Ρώσοι ναύτες, Άραβες, και κάθε εθνικότητας Ευρωπαίοι πολίτες. Συζητήσεις και παραγγέλματα που διασταυρώνονται, στα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, ρώσικα, ελληνικά, τουρκικά και αραβικά. Και πίσω απ’ το λιμάνι, το δικό της τόνο δίνει με το επιβλητικό μεγαλείο της η χιονισμένη Μαδάρα, ενώ στη δεξιά πλευρά του λιμανιού φαίνονται καθαρά τα χαμηλά βουνά απ’ το Ακρωτήρι, το καταφύγιο των επαναστατών του Ελευθερίου Βενιζέλου, και στα αριστερά του λιμανιού η νησίδα Θοδωρού απέναντι απ’ τον Πλατανιά.
4. Το πλοίο Μυκάλη στον Πλατανιά
Οι ανάγκες στα Χανιά και στις γύρω περιοχές είναι πολλές. Σοβαρά και ελαφρά τραυματισμένοι, άρρωστοι, γέροντες, γυναίκες και παιδιά, υποσιτισμένοι και άστεγοι σκιαγραφούν το ανθρώπινο δράμα των κατοίκων. Το μετασκευασμένο επιβατηγό επιστρατεύεται για να βοηθήσει τον Ελληνικό πληθυσμό. Στις 13 Φλεβάρη 1897 το πλοίο Μυκάλη παίρνει εντολή για απόπλου απ’ τα Χανιά. Τη μέρα εκείνη ο άνεμος είναι δυνατός, τα κύματα απειλητικά καταπίνουν τη στεριά, σκεπάζουν με ορμή τον φάρο. Μόλις που έχει ξημερώσει, όταν ακούγεται η εντολή απ΄ τη γέφυρα για απόπλου. Οι θερμαστές της βάρδιας τρέχουν να φορτώσουν τα καζάνια. Ο ατμός σιγά-σιγά δυναμώνει και τα έμβολα τριζοβολώντας αρχίζουν το ρυθμικό χορό τους. Ο στρόφαλος αρχίζει να περιστρέφεται και οι άξονες της μηχανής μέσα σε ένα εκκωφαντικό θόρυβο ξεκινάνε κι αυτοί. Η θερμοκρασία ανεβαίνει, ο θόρυβος στο αποκορύφωμά του κι ο ιδρώτας ποτάμι. Είμαστε έτοιμοι καπετάνιε, σαλπάρουμε, είναι η δυνατή φωνή που φτάνει στη γέφυρα. Το καράβι βογγάει μέσα στη φοβερή θύελλα, μα μετά από λίγες ώρες μόλις ξεμακρύνει η θάλασσα ημερεύει. Ο καπετάνιος με τη βοήθεια της πυξίδας, του εξάντα και τις αντιστοιχίες της στεριάς, καβατζάρει το Τσιρίγο, στη συνέχεια φτάνει στη Μήλο και τελικά βάζει πορεία προς Πειραιά. Εκεί είχε πάρει εντολή να πάει για να φορτώσει και να επιστρέψει το συντομότερο πίσω στα Χανιά.
Ένα παράξενο φορτίο περιμένει στον Πειραιά. Μόλις το Μυκάλη δένει κι ενώ το φουγάρο καπνίζει ακόμα, εργάτες και λιγοστοί επιβάτες πλησιάζουν. Ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός έχει επιστρατεύσει γιατρούς και νοσηλευτές που στέκουν στην αποβάθρα έτοιμοι να επιβιβαστούν για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους Χανιώτες που υποφέρουν. Επτά γιατροί και δύο νοσηλευτές είναι οι επιβάτες. Υπεύθυνοι της αποστολής οι χειρουργοί Δημήτρης Μπαλάνος και Γρηγόρης Κατζουράκης, που μαζί με τον γιατρό Κωνσταντίνο Αδαμόπουλο και τους τελειόφοιτους της ιατρικής σχολής Σωτήρη Ρόκο, Ε. Αναστασιάδη, Μιλτιάδη Παππία και Σπύρο Βενούκα καθώς και τους νοσηλευτές Νικόλαο Μωραίτη και Χατζηδάκη, αποτελούν την ομάδα που περιμένει να επιβιβαστεί (Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, 1898). Εν τω μεταξύ, το Υπουργείο Ναυτικών, και μετά την απόφαση της κυβέρνησης να στείλει στρατό και πλοία στην Κρήτη, έχει συγκεντρώσει υλικό μέσω του Ερυθρού Σταυρού, το οποίο βρίσκεται ήδη στην αποβάθρα. Οι υπεύθυνοι-γιατροί της αποστολής εξηγούν στο πλήρωμα για το φορτίο. Πρόκειται για το περιφόρητο χειρουργείο που διέθεσε ο Ερυθρός Σταυρός, τον εξοπλισμό του, τρεις σκηνές, φάρμακα και τρόφιμα. Όταν όλα τακτοποιούνται, περασμένες δώδεκα το μεσημέρι, Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 1897, το πλοίο ξεκινά. Το ταξίδι διαρκεί εικοσιτέσσερις ώρες, κι έτσι μετά από τη Μήλο, την επομένη 16 Φεβρουαρίου το οπλιταγωγό πλησιάζει τα κρητικά παράλια. Οι βοριάδες έχουν κοπάσει και οι διαταγές των ναυάρχων των Μεγάλων Δυνάμεων προς τον πλοίαρχο Κουντουριώτη είναι να αγκυροβολήσει έξω από την Χαλέπα, στην βραχώδη ακτογραμμή του ανατολικότερου προαστίου της πόλης. Μια παράξενη μυρωδιά καταφθάνει ως το πλοίο απ’ τα ταμπακαριά της περιοχής. Ενοχλημένος ο Κατζουράκης, υπογράφει αμέσως μαζί με τον Μπαλάνο έγγραφο προς τους ναυάρχους και ζητά αποβίβαση της ιατρικής αποστολής και του υλικού στο λιμάνι των Χανίων. Η έγκριση έρχεται, αλλά όχι για τα Χανιά.
Τη μέρα εκείνη, 17 Φεβρουαρίου 1897, φυσάει ένας ελαφρύς βοριάς αυτός που δίνει στη θάλασσα εκείνο το χαρακτηριστικό βαθύ μπλε χρώμα της, στον ουρανό το φωτεινό του γαλάζιο και κάνει τον ορίζοντα απόλυτα διαυγή. Το Μυκάλη στη ράδα, έξω από τη Χαλέπα, περιμένει εντολές. Οι ναύαρχοι εκείνο το πρωινό δίνουν εντολή να απομακρυνθεί το πλοίο απ’ την πόλη και να κατευθυνθεί στον Πλατανιά, μισή ώρα μακριά μέσω της θάλασσας και δίωρο με τα πόδια, υπό την επίβλεψη δύο πλοίων των Μεγάλων Δυνάμεων. Έτσι, ένα Αγγλικό θωρηκτό κι ένα Αυστριακό τορπιλοβόλο αποπλέουν απ’ το λιμάνι των Χανίων για να προσεγγίσουν το Ελληνικό πλοίο στη Χαλέπα (Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, 1898). Στο Μυκάλη έχουν ήδη βάλει μπροστά τις μηχανές. Πολύ σύντομα τα τρία πολεμικά πλοία, το Ελληνικό, υπό την επίβλεψη του Αγγλικού και του Αυστριακού, πλέουν στα ανοικτά του λιμανιού των Χανίων, με ρότα προς Πλατανιά. Προσπερνούν τα αγκυροβολημένα πλοία της Ελληνικής μοίρας, προσπερνούν τα χαμηλά και τα ψηλότερα βράχια της παραλίας της Νέας Χώρας και μετά από μισή ώρα περίπου καταπλέουν στα Θοδωρού.
Ο Πλατανιάς είναι ένα παραθαλάσσιο χωριό 10 χιλιόμετρα δυτικά της πόλης με 452 χριστιανούς κατοίκους (σύμφωνα με την απογραφή του 1881), απέναντι ακριβώς από τη νησίδα Θοδωρού, την οποία οποιοσδήποτε μπορεί εύκολα να διακρίνει απ’ το λιμάνι των Χανίων. Το χωριό είναι κτισμένο πάνω σ΄ ένα βραχώδες ύψωμα, το οποίο απέχει περίπου δύο χιλιόμετρα απ΄ τη θάλασσα (Σπανάκης, 1991). Ορισμένα σπίτια είναι κτισμένα στην άκρη του βράχου, στη ρίζα, σαν άσπρα γλαροπούλια που σταθήκαν εκεί να ξεκουραστούν, κι άλλα κτισμένα πιο εσωτερικά, στην πίσω πλευρά του βράχου. Οι κάτοικοι στη μακρά ιστορία του χωριού αξιοποίησαν τη γεωμορφολογία της περιοχής για να προστατευτούν από τους κατά καιρούς επιδρομείς, αφήνοντας ακατοίκητη την παραλιακή ζώνη. Η παραλία έχει μήκος αρκετών χιλιομέτρων και είναι αρκετά πλατιά, με άμμο, ενώ μετά την παραλία υπάρχουν λίγα μποστάνια, λιόφυτα, αγριοσυκιές και χαρουπιές που φτάνουν μέχρι τον βράχο που είναι σκαρφαλωμένο το χωριό.
Εκείνο το πρωινό της 17ης Φεβρουαρίου κανένας κάτοικος του χωριού δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ανοίγοντας το πρωί τα παραθυρόφυλλα του σπιτιού του θα αντίκριζε στα Θοδωρού τρία πολεμικά πλοία που είχαν σχεδόν κρύψει το μικρό νησί. Τα νέα διαδοθήκανε αμέσως κι όλοι τρέξανε στα σπίτια των συγχωριανών τους στη ρίζα να δουν τι συμβαίνει. Οι Πλατανιανοί δεν είχαν ξαναδεί ποτέ μέχρι τότε σε τόσο κοντινή απόσταση πολεμικά πλοία. Τα φουγάρα είναι σε δράση και ο μαύρος καπνός παρασυρμένος απ’ το βοριά φτάνει εύκολα ως τα πρώτα σπίτια στη ρίζα. Ο θόρυβος των μηχανών ακούγεται δυνατά μέσα στην ηρεμία του πρωινού. Τα κανόνια ακίνητα, άλλα από αυτά στοχεύουν προς το χωριό και άλλα προς τα ακατοίκητα Θοδωρού. Τα νέα εξαπλώνονται γρήγορα στην ενδοχώρα, μακρύτερα απ’ τον Πλατανιά. Τρία πολεμικά, από τα οποία το ένα με Ελληνική σημαία, είναι στα Θοδωρού.
Κάτοικοι των γύρω χωριών καταφθάνουν και ξεπεζεύουν στα πρώτα σπίτια του χωριού. Οι συζητήσεις παίρνουν και δίνουν. Άντρες οπλισμένοι με ντουφέκια και φυσίγγια στη ζώνη ισχυρίζονται πως πλησιάζει η ώρα της Ένωσης και γι’ αυτό ο στρατός του Αρχηγού Βάσσου ενισχύεται. Άλλοι πάλι, πιο φρόνιμοι, ισχυρίζονται πως τα τρία πλοία στα Θοδωρού δεν μπορεί να είναι καλό σημάδι. Όσο οι συζητήσεις συνεχίζονται τα πλοία είναι σχεδόν ακίνητα μπροστά στη νησίδα. Στο Μυκάλη κυματίζει μια μεγάλη γαλανόλευκη, στην ίδια απόχρωση της απέραντης θάλασσας. Ρίγη συγκίνησης, αγαλλίαση, χαρά και ευγνωμοσύνη γεμίζει τις ψυχές των ανθρώπων που μετά από τόσα χρόνια σκλαβιάς βλέπουν για δεύτερη φορά στη ζωή τους την Ελληνική σημαία να κυματίζει στο χωριό, μετά από την εγκατάσταση της Ελληνικής φρουράς του Βάσσου που είχε προηγηθεί.
Ωστόσο, η άφιξη των πλοίων στον Πλατανιά έχει συγκεκριμένο στόχο. Να αποβιβαστεί η αποστολή των εννέα επιβατών απ’ το Μυκάλη και να μεταφερθεί στην ξηρά ο εξοπλισμός και τα κιβώτια. Ο Πλατανιάς όμως δεν διαθέτει λιμάνι κι έτσι η προσέγγιση στην παραλία δεν είναι απλή. Που να δέσει το πλοίο και πώς να ξεφορτώσει. Η ρεστία που επικρατεί κάνει ακόμα πιο δύσκολο το έργο αυτό. Τελικά, μετά από αρκετή ώρα και πολλές συνεννοήσεις του πλοιάρχου Κουντουριώτη με τους κυβερνήτες των δύο πλοίων επιτήρησης, πλευρίζουν το Μυκάλη ατμάκατοι απ’ τα πλοία των Μεγάλων Δυνάμεων. Πρώτοι επιβιβάζονται οι δύο υπεύθυνοι γιατροί με τις αποσκευές τους, ο Κατζουράκης και ο Μπαλάνος. Τυλιγμένοι στα χοντρά παλτά τους, πατούν στη βρεγμένη αμμουδιά κι αμέσως αναζητούν κατάλληλο σημείο για να ακουμπήσουν τις αποσκευές τους. Κάποια βράχια προσφέρουν προσωρινά μια λύση. Ωστόσο, το ερώτημα είναι που μπορεί να μεταφερθεί προσωρινά το φορητό χειρουργείο του Ερυθρού Σταυρού. Αμέσως, ο Κατζουράκης απομακρύνεται από την παραλία με κατεύθυνση προς το χωριό. Περπατά ανάμεσα στη χαμηλή βλάστηση της περιοχής αναζητώντας ένα κατάλληλο σημείο. Μετά από λίγα μέτρα φτάνει σε ένα λιόφυτο με κοντοκλαδεμένες ελιές, το οποίο προφυλάσσουν γύρω-γύρω ψηλά κυπαρίσσια. Οι ελιές αυτή την εποχή δεν έχουν καρπό, διαθέτουν όμως δυνατούς και καθαρούς κορμούς που μοιάζουν σαν γλυπτά που ξεπροβάλουν απ’ τη γη. Το έδαφος γύρω τους είναι σταθερό, σκληρό και ίσιο. Ο Κατζουράκης βαδίζει ανάμεσα απ’ τα δέντρα και φτάνει ως την άκρη του λιόφυτου. Έχει πλησιάσει πολύ κοντά στο βράχο, απ’ όπου βλέπει πιο καθαρά τα πρώτα σπίτια του χωριού. Τα σπίτια είναι μικρά μονώροφα, κάτασπρα απ’ τον ασβέστη, με κεραμίδια τα περισσότερα. Έχουν μικρά ανοίγματα, πόρτες και παράθυρα, προς τη θάλασσα, λες και οι ιδιοκτήτες τους τα φτιάξανε έτσι για να κλείσουν απ’ έξω το δυνατό βορειοδυτικό άνεμο που φυσά συχνά στην περιοχή αλλά και για να έχουν τη δυνατότητα να απλώνουν τη ματιά τους στο απέραντο γαλάζιο τ’ ουρανού και της θάλασσας. Τα κοιτά και σκέφτεται. Καλύτερα να μεταφερθεί ο εξοπλισμός κοντά στο χωριό και ταυτόχρονα κοντά στη φρουρά που έχει αφήσει ο συνταγματάρχης Βάσσος στον Πλατανιά. Τελικά, βρίσκει το ιδανικό σημείο, 500 – 600 μέτρα απ’ την παραλία. Είναι ένα πλάτωμα ανάμεσα στα χαμηλά δέντρα, μεταξύ της παραλίας και του χωριού.
Όσο όμως ο Κατζουράκης αναζητά το κατάλληλο σημείο για την μεταφορά του εξοπλισμού οι ναύτες απ’ το Μυκάλη έχουν πιάσει δουλειά. Σχοινιά, κόμποι, ναυτικές τεχνικές και δεξιοτεχνία, όλα δοκιμάζονται. Το ιατρικό υλικό και τα ξύλινα κιβώτια πρέπει να προσδεθούν και να κατέβουν με ασφάλεια στις βάρκες. Το χειρουργείο έχει μεγάλη αξία, αλλά και τα φάρμακα, τα τρόφιμα, οι σκηνές, και τα κλινοσκεπάσματα το ίδιο. Η διαδικασία ξεκινά και οι βάρκες φτάνουν η μια μετά την άλλη στη στεριά. Εκεί στέκει ο Μπαλάνος με τον Αδαμόπουλο και τα άλλα άτομα της αποστολής. Το υλικό είναι βαρύ και δύσκολα μπορεί να μετακινηθεί. Στην παραλία έχουν ήδη καταφθάσει και Έλληνες στρατιώτες της φρουράς του Πλατανιά. Ο επικεφαλής της αποστολής Κατζουράκης τους υποδεικνύει την τοποθεσία κι αμέσως όλοι σπεύδουν να δουν πως θα γίνει η μεταφορά. Τα κιβώτια, άλλα είναι μικρά και άλλα μεγάλα και πολύ βαριά. Πάνω στην ώρα καταφθάνει και μια παρέα νεαρών Κρητικών που είχαν παρατηρήσει απ’ το χωριό την κινητικότητα και προσφέρονται κι αυτοί να βοηθήσουν. Τα μικρά κιβώτια φορτώνονται σε άλογα και μεταφέρονται στο σημείο που υποδεικνύει ο υπεύθυνος-γιατρός. Τα μεγαλύτερα δέματα φορτώνονται επάνω σε ξύλινα κάρα που εν τω μεταξύ έχουν φθάσει. Πολλοί Πλατανιανοί, στρατιώτες, ναύτες και αντάρτες εκείνο το πρωινό της 17ης Φεβρουαρίου επιδίδονται στη μεταφορά. Στη συνέχεια, στήνεται η μια σκηνή από τις τρεις που είχε μαζί της η αποστολή. Εκεί μεταφέρονται για φύλαξη όλα τα κιβώτια με τα φάρμακα, τα χειρουργικά εργαλεία, τα τρόφιμα, ο ιματισμός κι εκεί αργότερα θα περάσουν το πρώτο βράδυ τους τα οκτώ από τα εννιά άτομα της αποστολής (Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, 1898).
Η ώρα έχει περάσει, κι ο ήλιος έχει χαμηλώσει αρκετά πίσω απ’ τ’ ακρωτήρι της Σπάθας. Είναι χειμώνας κι οι μέρες είναι μικρές. Τα δύο πλοία επιτήρησης δίνουν εντολή στο Μυκάλη για αναχώρηση προς Χανιά. Λίγο πριν τον απόπλου και όταν η τελευταία βάρκα μεταφέρει τα λιγοστά κιβώτια που είχαν απομείνει στην παραλία, ο γιατρός Δημήτρης Μπαλάνος αλλάζει άποψη και αποφασίζει να επιστρέψει πίσω στην Αθήνα. Έτσι, χωρίς πολλές εξηγήσεις, χαιρετά βιαστικά τα μέλη της αποστολής και επιβιβάζεται γρήγορα στην τελευταία βάρκα για να επιστρέψει στο Ελληνικό πλοίο. Ο Γρηγόρης Κατζουράκης βλέποντας τον Μπαλάνο να εγκαταλείπει τη στεριά απογοητεύεται πολύ, το οποίο διατυπώνει αργότερα στην έκθεση που υποβάλλει προς τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό στις 20 Μαΐου 1897, όταν πλέον και ο ίδιος έχει επιστρέψει στην Αθήνα.
Οι μηχανές των πλοίων δεν έχουν σταματήσει απ’ το πρωί που αυτά φτάσανε στον Πλατανιά. Τώρα όμως ο θόρυβος αλλάζει, γίνεται οξύς, πιο δυνατός, και ο ατμός άσπρος σαν περιστέρι ταξιδεύει με πίεση, φωτίζοντας το μισοσκότεινο ουρανό. Το Ελληνικό πλοίο Μυκάλη ξεκινά. Πίσω ακολουθούν το θωρηκτό και το τορπιλοβόλο. Ο πλοίαρχος του οπιταγωγού στη γέφυρα, ο μαρκόνης στον τηλέγραφο, οι ναύτες πλώρα και πρίμα στα ρέλια, ο αρχιθερμαστής, οι μηχανικοί και οι λοστρόμοι στα πανιόλα της μηχανής. Απ’ το πρωί όλοι μάχονταν, μετά το σκαντζάρισμα της βάρδιας του ο καθένας, να βοηθήσουν στο ξεφόρτωμα της βοήθειας που η Ελλάδα έστειλε στο αιματοβαμμένο Νησί. Ανακουφισμένοι που ο σκοπός αυτός επετεύχθη, γεμάτοι περηφάνια χαιρετούν τον τόπο τούτο που δεν είχαν ματαδεί. Τα είχαν καταφέρει.
Το ταξίδι ως τα Χανιά δεν είναι μακρύ, ωστόσο ο χρόνος αυτός δίνει την ευκαιρία στο πλήρωμα να αναλογιστεί, να συλλογιστεί, να καταλάβει ότι ένας λαός ελληνικός υποφέρει ακόμα απ’ τα δεινά των κατακτητών. Η Κρήτη, τα Χανιά, ο Πλατανιάς. Στο ημερολόγιο της γέφυρας ο καπετάνιος θα σημειώσει κάθε λεπτομέρεια και στο τέλος θα γράψει, αποστολή εξετελέσθει. Οσο το πλοίο πλησιάζει οι φανοί στο λιμάνι των Χανίων και τα φώτα των πλοίων φαίνονται πια καθαρά. Το Μυκάλη προσεγγίζει τα Ελληνικά πλοία, ρίχνει άγκυρα κι αμέσως ενημερώνει τον μοίραρχο Αριστείδη Ράινεκ.
5. Το έργο της αποστολής και οι συνέπειες από την απαγόρευση επαναπροσέγγισης του πλοίου στον Πλατανιά
Όσο τα πλοία απομακρυνόταν απ’ τον Πλατανιά, ο Κατζουράκης με τον Αδαμόπουλο αναζήτησαν τα κιβώτια με τα τρόφιμα. Βρήκαν δώδεκα κιβώτια γαλέτας, και πέντε άλλα κιβώτια με μακαρόνια, τυρί, βούτυρο, τσάι και σοκολάτα (Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, 1898). Δείπνησαν όλοι μαζί και πέρασαν την πρώτη βραδιά στην πρώτη σκηνή που είχαν στήσει νωρίτερα. Την επομένη ο Κατζουράκης αποφάσισε να πάει να βρει τον Τιμολέοντα Βάσσο στον Αλικιανό. Μετά από μιάμιση ώρα κατέφθασε εκεί και από την εγκάρδια συζήτηση που είχε με τον αρχηγό της Ελληνικής δύναμης και την εξιστόρηση του βομβαρδισμού των επαναστατών του Ακρωτηρίου που είχε προηγηθεί στις 9 Φεβρουαρίου απ’ τις Μεγάλες Δυνάμεις, τελικά παίρνει την απάντηση που ζητά. Ο Βάσσος του προτείνει να παραμείνει στον Πλατανιά κι εκεί να λειτουργήσει το χειρουργείο. Έτσι, κι έγινε. Στο φορητό χειρουργείο και στην νοσηλευτική μονάδα που φιλοξενήθηκε στην 2η σκηνή, τα οποία εγκαταστάθηκαν τις επόμενες ημέρες μετά την άφιξη, μεταφέρθηκαν οι παρακάτω σοβαρά τραυματισμένοι (Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, 1898):
• Μαρκετάκης Παναγιώτης με τραύμα από πυροβόλο όπλο και στα δύο χέρια, νοσηλεύθηκε 43 ημέρες εντός του χειρουργείου.
Φιλαδυτάκης Στυλιανός με πολλά τραύματα στο πρόσωπο και στο αριστερό μάτι, νοσηλεύθηκε 30 ημέρες εντός της σκηνής.
Σαλιβεράκης Ιωάννης με τραύμα από πυροβόλο όπλο στον αριστερό αγκώνα, νοσηλεύθηκε 29 ημέρες εντός της σκηνής.
• Παναγιωτάκης Νικόλαος με τραύμα στο αριστερό μάτι, νοσηλεύθηκε 18 ημέρες εντός της σκηνής.
• Ντουσάκης Γεώργιος με τραύμα στο αριστερό μάτι και τελικά απώλεια όρασης, νοσηλεύθηκε 15 ημέρες εντός της σκηνής.
• Βοδικάκης Μιχαήλ με τραύμα από πυροβόλο όπλο στον αριστερό μηρό και τραύμα στο οστό, νοσηλεύθηκε 21 ημέρες εντός της σκηνής.
• Παπαδάκης Γεώργιος με τραύμα από πυροβόλο όπλο στον αριστερό βραχίονα, νοσηλεύθηκε 27 ημέρες εντός της σκηνής.
Για την καλύτερη περίθαλψη των τραυματιών, οι οποίοι άρχισαν σταδιακά να προσέρχονται, οι δύο νοσοκόμοι διανυκτέρευαν, ανάλογα με τις ανάγκες που υπήρχαν, είτε εντός του χειρουργείου είτε εντός της σκηνής.
Παρά το γεγονός ότι ο Κατζουράκης ζήτησε να μεταφερθούν οι τραυματίες στο νοσοκομείο Ευαγγελισμός στην Αθήνα, όπου θα τους προσφέρονταν καλύτερες υπηρεσίες, οι ναύαρχοι των Μεγάλων Δυνάμεων δεν το επέτρεψαν. Δηλαδή, δεν δώσανε ποτέ ξανά άδεια στο Μυκάλη να επαναπροσεγγίσει τον Πλατανιά για την μεταφορά των τραυματιών. Έτσι, μη έχοντας τι άλλο να κάνει η αποστολή περιέθαλψε στις εγκαταστάσεις της τόσο τους τραυματίες όσο και τους προσερχόμενους ασθενείς.
Μια αναπάντεχα καλή εξέλιξη, λίγες ημέρες μετά την άφιξη στον Πλατανιά είναι η ενσωμάτωση στην αποστολή του Χανιώτη εθελοντή τελειόφοιτου της ιατρικής σχολής Βουράκη Δημήτρη. Ο νεαρός γιατρός εκτός των ιατρικών υπηρεσιών που πρόσφερε φρόντιζε, με την επιμέλεια και εργατικότητα που τον διέκρινε, τόσο για την εύρεση τροφών που εκείνη την περίοδο ήταν δυσεύρετες όσο και για κάθε ζήτημα που απασχολούσε το νοσοκομείο. Αρκεί να αναφερθεί ότι όταν η γαλέτα εξαντλήθηκε στις πρώτες σαράντα ημέρες παραμονής στον Πλατανιά, ο Βουράκης αναζήτησε να αγοράσει ψωμί με τα χρήματα που ο Ερυθρός Σταυρός είχε εμπιστευθεί στον Κατζουράκη. Το ψωμί όμως ήταν δυσεύρετο και κακής ποιότητας αλλά πάνω απ’ όλα κόστιζε ένα χρυσό φράγκο η οκά. Έτσι, η ιατρική αποστολή αποφάσισε να ανταλάσσει τρόφιμα καθημερινά με την Ελληνική στρατιωτική δύναμη που έδρευε στον Πλατανιά, κυρίως πάστα και μακαρόνια, και έναντι αυτού να παίρνει καθημερινά ψωμί.
Στο νοσοκομείο αυτό προσήλθαν συνολικά, εκτός των τραυματιών, και 130 εξωτερικοί ασθενείς από τις γύρω περιοχές (Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, 1898). Η απουσία φαρμάκων στην Κρήτη και η έλλειψη τροφής σε συνδυασμό με τα έλη της περιοχής είχαν κάμψει την υγεία των ντόπιων. Οι περισσότεροι εμφάνιζαν υψηλό ελειογενή πυρετό και προσέρχονταν για να ζητήσουν τη βοήθεια των Ελλήνων γιατρών. Εντός του νοσοκομείου, εκτός των τραυματιών, χηρουργήθηκαν και νοσηλεύθηκαν και δύο μικρά παιδιά, ο Μπογιατζάκης Μιχαήλ και ο Κωνσταντουδάκης Βαρθολομαίος. Το πρώτο παιδί αντιμετώπιζε προβλήματα βάδισης και νοσηλεύθηκε 16 ημέρες ενώ το δεύτερο παιδί έπασχε από εχινόκοκκο και νοσηλεύθηκε 36 ημέρες, των οποίων η υγεία αποκαταστάθηκε πλήρως.
Στις 10 Μαρτίου που κλήθηκε ο Κατζουράκης να συνδράμει στις μάχες που γίνονται στην Κάνδανο, 12 ώρες με τα πόδια νοτιοδυτικά του Πλατανιά, στέλνει τον γιατρό Αδαμόπουλο, διότι ο ίδιος είναι άρρωστος (βλ. για την μάχη στην Κάνδανο, αρχείο Αγγλικού στρατού, https://britishinterventionincrete.wordpress.com/2016/03/10/kandanos-paleochora-1897/comment-page-1/).
Πολύ σύντομα όμως από τα μέσα του Μάρτη, ένα μήνα δηλαδή μετά την εγκατάσταση του χειρουργείου, παρουσιάστηκε έλλειψη φαρμάκων, κυρίως μαγνησίας, κινίνης και αντισηπτικών, καθώς και τροφίμων.
Όταν στις 13 Μαρτίου με τη βοήθεια τριών ορειβατικών κανονιών που είχε φέρει ο Ελληνικός στρατός του Τιμολέοντα Βάσσου (Τσιστράκης, 2012), οι επαναστάτες καταστρέφουν τον τουρκικό πύργο της Μαλάξας, οι Έλληνες επαναστάτες σφυροκοπούνται για άλλη μια φορά απ’ τα κανόνια του στόλου των Μεγάλων Δυνάμεων που βρίσκονται στη Σούδα. Το ιατρικό κλιμάκιο του Πλατανιά έχει ενημερωθεί για την μάχη κι έτσι ο γιατρός Αδαμόπουλος βρίσκεται εγκαίρως στη Μαλάξα, όπου προσφέρει τις υπηρεσίες του σε 15-20 τραυματίες (Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, 1898).
Αμέσως μετά από την νικηφόρα μάχη στη Μαλάξα ο Βάσσος ζητά από την ιατρική αποστολή να συνδράμει στις μάχες που γίνονται στις δυτικές επαρχίες των Χανίων. Ο Κατζουράκης όμως αδυνατεί να βοηθήσει λόγω σημαντικής έλλειψης φαρμάκων, το οποίο κοινοποιεί στον Ερυθρό Σταυρό στην Αθήνα, χωρίς να λάβει ποτέ απάντηση.
Τελικά, ο Κατζουράκης κρίνοντας ότι δεν δύναται να συμβάλει πλέον χωρίς φάρμακα ζητά από τον Ιταλό φρούραρχο των Χανίων Amoreti να επιληφθεί για την επιστροφή της αποστολής στην Αθήνα. Στις 9 Απριλίου 1897 καταπλέει στον Πλατανιά, το Ιταλικό πολεμικό πλοίο Βεζούβιος για να παραλάβει την αποστολή (Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, 1898). Όλοι έχουν ετοιμαστεί για την αναχώρηση, ωστόσο νωρίς το πρωί καταφθάνει έγγραφο από το αρχηγείο της Ελληνικής δύναμης που ενημερώνει τον Κατζουράκη ότι οι Ιταλοί δεν θα του επιτρέψουν να φορτώσει το χειρουργείο και τα κιβώτια. Μπροστά σ’ αυτό το δίλλημα ο γιατρός αποφασίζει να παραμείνει στον Πλατανιά μαζί με τον Χανιώτη βοηθό Βουράκη Δημήτρη και τον νοσηλευτή Μωραίτη Νικόλαο για την φύλαξη των αποσκευών. Στο Ιταλικό πλοίο επιβιβάζονται οι Βενούκας, Αναστασιάδης, Ρόκος, Παπίας και ο νοσηλευτής Χατζιδάκης, στους οποίους επετράπη να πάρουν μαζί τους μόνο τα προσωπικά τους αντικείμενα και πέντε κιβώτια της αποστολής, τους οποίους το πλοίο μεταφέρει στο Ναύπλιο.
Απροσδόκητα κι ενώ οι τρεις είχαν παραμείνει στον Πλατανιά προσφέροντας βασικές υπηρεσίες σε ασθενείς της περιοχής, την 1η Μαΐου 1897 το Ελληνικό ατμόπλοιο Θησέας, το οποίο είχε αιχμαλωτιστεί στη Σούδα, καταπλέει στον Πλατανιά με συνοδεία Ιταλικού και με εντολή να φορτώσει ότι είχε απομείνει από το εκεί χειρουργείο του Ερυθρού Σταυρού και να αποπλεύσει για Πειραιά (Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, 1898). Η αναχώρηση καθυστέρησε, αφενός λόγω του ογκώδους φορτίου που έπρεπε να μεταφερθεί και αφετέρου διότι οι Ιταλοί επέμεναν ότι μαζί με τους δύο επιβάτες, Κατζουράκη και Μωραίτη, θα έπρεπε να επιβιβαστεί και όλη η Ελληνική στρατιωτική δύναμη που έδρευε στον Πλατανιά. Τελικά, μετά από αρκετή ώρα συνεννοήσεων, στον Θησέα επιβιβάστηκαν τα δύο άτομα της αποστολής και ο εξοπλισμός του χειρουργείου, εκτός ελαχίστων κιβωτίων τροφίμων που είχαν απομείνει, τα οποία ο Κατζουράκης μοίρασε φεύγοντας στην Ελληνική φρουρά του Πλατανιά και σε φτωχές οικογένειες του χωριού.
6. Συμπεράσματα
Το μοναδικό ταξίδι του οπλιταγωγού Μυκάλη απ’ τον Πειραιά στον Πλατανιά Χανίων είχε τη σημασία του στις ζοφερές ημέρες που ζούσαν οι κάτοικοι του Νησιού, αλλά ταυτόχρονα το γεγονός αυτό απέδειξε για άλλη μια φορά τη σκληρή στάση των Μεγάλων Δυνάμεων απέναντι στο Κρητικό Ζήτημα. Οι υπηρεσίες που πρόσφερε η ιατρική αποστολή ήταν πολύτιμες. Επτά σοβαρά τραυματισμένοι χειρουργήθηκαν και νοσηλεύτηκαν συν δύο παιδιά, ενώ πάνω από 130 άτομα ασθενείς και τραυματίες έλαβαν ιατρική φροντίδα εντός του νοσοκομείου και αρκετοί άλλοι πάσχοντες και τραυματίες εκτός αυτού, συνυπολογίζοντας τη συνδρομή των γιατρών στις μάχες της Μαλάξας και της Κανδάνου. Όμως, η άρνηση των Μεγάλων Δυνάμεων να ενισχυθεί η αποστολή του Ερυθρού Σταυρού με φάρμακα, είχε ως συνέπεια την αδυναμία των γιατρών να συνεχίσουν το έργο τους. Ετσι, ναι μεν στην ιστορία του οπλιταγωγού Μυκάλη καταγράφτηκε άλλο ένα ταξίδι, ωστόσο το έργο της αποστολής που μετέφερε το πλοίο στον Πλατανιά ήταν σημαντικό, κυρίως λόγω των συνεχιζόμενων μαχών στις περισσότερες επαρχίες του Νομού αλλά και των ασθενειών που μάστιζαν τον δοκιμαζόμενο πληθυσμό.

*Η Ευαγγελία Κρασαδάκη
είναι διδάκτωρ Σχολής Μηχανικών Παραγωγής και Διοίκησης
Πολυτεχνείο Κρήτης
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Η Γερμανία και Αυστροουγγαρία, σταθεροί υπερασπιστές της ακεραιότητας της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αρνήθηκαν να πάρουν μέρος στη Διοίκηση της Κρήτης. Έτσι, οι τέσσερις δυνάμεις διαίρεσαν την Κρήτη, σε τέσσερα τμήματα επιρροής, με εξαίρεση την πόλη των Χανίων, όπου και οι τέσσερις είχαν στρατεύματα κατοχής και από κοινού τη διοικούσαν. Ωστόσο, την στρατιωτική δύναμη των τεσσάρων χωρών, ενίσχυαν πολεμικά Γερμανικά και Αυστροουγγρικά πλοία στα Χανιά (Τσίβης, 2009).

2. Κατά την Αιγυπτιακή απογραφή του 1834 το χωριό Πλατανιά (Plataniá) αναφέρεται με 40 χριστιανικές και 4 τούρκικες οικογένειες. Στην απογραφή του 1881 αναφέρεται ότι ο Πλατανιάς ανήκει στο Δήμο Περιβολίων με 452 χριστιανούς κατοίκους, σύμφωνα με τον Σπανάκη, (1991), τόμος Β, σελ.: 641. Όπως προκύπτει, δηλαδή, από τα στοιχεία των απογραφών στην περιοχή δεν κατοικούν πλέον τούρκικες οικογένειες.

3. Η βραχώδης νησίδα Θοδωρού όπως αναφέρεται στην τοπική διάλεκτο ή Άγιοι Θεόδωροι κατά την επίσημη ονομασία, βρίσκεται μισό μίλι βόρεια του Πλατανιά και είναι ακατοίκητη. Ουσιαστικά πρόκειται για σύμπλεγμα δύο νησίδων μιας μεγαλύτερης και μιας πολύ μικρότερης, που αναφέρονται από την Μινωική εποχή με την ονομασία Ακυτος ή Ακοίτιον, δηλαδή ακατάλληλο για κατοικία. Στην αρχαιότητα ήταν τόπος λατρείας. Το σημερινό όνομα της νησίδας οφείλεται στο τρίκλιτο πρωτοχριστιανικό εκκλησάκι των Αγίων Θεοδώρων, από το οποίο σώζονται μόνο ερείπια. Κατά την ενετοκρατία, λόγω της στρατηγικής θέσης της νησίδας, διατέθηκε το εξαιρετικά υψηλό ποσό των 21.500 δουκάτων για την κατασκευή δύο φρουρίων, του φρουρίου Turluru και του φρουρίου του Αγίου Θεοδώρου, τα οποία φιλοξενούσαν 65 ενετούς στρατιώτες, τον εξοπλισμό τους και πυρομαχικά. Όταν οι Τούρκοι το 1645 επεχείρησαν να καταλάβουν την Κρήτη επιτέθηκαν αρχικά στην ενετική φρουρά στα Θοδωρού. Ο Ενετός λοχαγός Βλάσης Τζούλιο μη έχοντας δυνατότητα να αντισταθεί στο πολυάριθμο τάγμα Τούρκων γενίτσαρων, Αλγερινών και Τυνήσιων που είχαν κυκλώσει το νησί, έβαλε φωτιά στα πυρομαχικά παίρνοντας μαζί του στον θάνατο τους στρατιώτες του αλλά και τους Τούρκους κατακτητές. Η νησίδα αρχικά καταλήφθηκε από τους Τούρκους αλλά το 1650 επανήλθε στους Ενετούς έως το 1699, δηλαδή παραδόθηκε οριστικά στους Τούρκους 50 χρόνια μετά την άφιξή τους στην Κρήτη. Πηγή: https://www.kastra.eu/castlegr.php?kastro=thodorou.

4. Ο συνταγματάρχης Τιμολέοντας Βάσσος μετά την αποβίβαση των στρατιωτών στο Κολυμπάρι, προχώρησε στην ενδοχώρα και στρατοπέδευσε στον Πλατανιά. Ο Πλατανιάς και το Ακρωτήρι ήταν τα σημεία που στρατοπέδευαν οι αντάρτες. Μετά τον βομβαρδισμό των Ελλήνων στο Ακρωτήρι, ο Βάσσος μετέφερε το ελληνικό στρατόπεδο στο Νεροκάμπι του Αλικιανού, όπου έστησε το αρχηγείο του, και άφησε στον Πλατανιά ένα σώμα πεζικού κι ένα σώμα εθελοντών για να έχει εξασφαλισμένη την επικοινωνία με την θάλασσα.

5. Επιστολή Κατζουράκη, όπως αναφέρεται στο βιβλίο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός (1898), σελ. 185 – 196.

6. Ορεινό χωριό πλησίον του λιμανιού της Σούδας. Στη Σούδα είχε μεταφερθεί τμήμα του στόλου των Μεγάλων Δυνάμεων κρατώντας υπό καθεστώς επιτήρησης τα Ελληνικά πλοία. Την ημέρα της μάχης στον Πύργο της Μαλάξας για δεύτερη φορά τα πυροβόλα των πλοίων των Μεγάλων Δυνάμεων βάλουν κατά χριστιανών.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ
Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός (1898). Λογοδοσία 1897. Εκδ. Εστία, Αθήνα.
Σπανάκης Σ. (1991). Πόλεις και χωριά της Κρήτης στο πέρασμα των αιώνων, τομ. Β’, Εκδ. Δετοράκης, Ηράκλειο Κρήτης.
Τσίβης Γ. (1993). Χανιά 1252 – 1940. Εκδ. Γνώση, Αθήνα.
Τσιστράκης Εμμανουήλ, δημοσίευμα στην εφημερίδα Χανιώτικα Νέα, 25-6-2012. Προσπέλαση 17-12-2018 από ιστοσελίδα http://www.haniotika-nea.gr/100359-i-istoria-tis-koinotitas-malaksas/.
Turot H. (1991). H Κρητική Επανάσταση και ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897. Εκδ. Ειρμός, Αθήνα.
Κείμενο στο διαδίκτυο ιστοσελίδας Καστρολόγος, Κάστρα της Ελλάδας, χωρίς συγγραφέα και ημερομηνία, προσπέλαση 17-12-2018, https://www.kastra.eu/castlegr.php? kastro=thodorou.
Κείμενο στο διαδίκτυο για τη μάχη στην Κάνδανο από τα Αγγλικά αρχεία με υλικό και φωτογραφίες χωρίς συγγραφέα και ημερομηνία, https://britishinterventionincrete.w ordpress.com/2016/03/10/kandanos-paleochora-1897/comment-page-1/.
Κείμενο στο διαδίκτυο χωρίς συγγραφέα και ημερομηνία από ιστοσελίδα hellasarmy. http://www.hellasarmy.gr/hn_unit.php?id=MYKALH-B (18/11/2018).
Κείμενο στο διαδίκτυο χωρίς συγγραφέα και ημερομηνία από ιστοσελίδα Ελληνικού Ναυτικού, , (18/11/2018).
Κείμενο από διαδίκτυο χωρίς συγγραφέα και ημερομηνία για την ίδρυση και εξέλιξη της εταιρείας Thomas Wilson & Sons. https://wikivisually.com/wiki/ Thomas_Wilson_Sons_%26_Co (1/12/2018).
Κείμενο από το διαδίκτυο χωρίς συγγραφέα και ημερομηνία για τα τεχνικά χαρακτηριστικά του πλοίου και των πυροβόλων όπλων, http://www.hellasarmy.gr/hn_tech.php?id=MYKALH-B&table=0 (2/12/2018).
Φωτογραφία έργου τέχνης που απεικονίζει το Ελντοράντο χωρίς συγγραφέα και ημερομηνία. https://artuk.org/discover/artworks/ss-eldorado-thomas-wilson-sons-co-ltd-hull-78098 (20/11/2018).

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.