Μουσείο Τυπογραφείας

“Το ομορφότερο τέλος στον κόσμο”

38Όταν το 2010 κυκλοφόρησε το “Ιερά Οδός Μπλουζ” και το αναγνωστικό κοινό έκανε την πρώτη του γνωριμία με έναν ιδιότυπα μοραλιστή, underground και hard-boiled ήρωα, τον “φροντιστή” Στράτο Γαζή, ο οποίος κινείτο με την ίδια ευκολία τόσο στην καρδιά όσο και στο υπογάστριο (ή τις παρυφές) μιας Αθήνας αλλοιωμένης (και δύσκολα αποτυπώσιμης) απ’ την εφόρμηση της πολυπαραγοντικής ανθρωπιστικής κρίσης, ελάχιστοι (ενδεχομένως, τότε) αντιλήφθηκαν πως εδώ συντελείται κάτι εντελώς πρωτότυπο και συναρπαστικό στο χώρο του ελληνικού αστικού (νεο)νουάρ και της αστυνομικής λογοτεχνίας εν γένει (o χρόνος όμως είναι πάντα ο πιο αδιάψευστος μάρτυρας της στόφας ενός συγγραφέα : οκτώ χρόνια αργότερα, όχι μόνο έχουμε γευτεί την συνέχεια της ιστορίας με το “Baby Blue” και την αναθεωρημένη, extended βερσιόν της αρχικής νουβέλας υπό τον τίτλο “Αθηναϊκό Μπλουζ”, αλλά και την χαρά τα δύο πρώτα βιβλία της σειράς Stratos Gazis Crime Series να κυκλοφορούν μεταφρασμένα ταυτοχρόνως σε Αγγλία, Αμερική και Αυστραλία).

Στο μεσοδιάστημα, ο δημιουργός της σειράς πρόλαβε επίσης να παραδώσει την εξαιρετικά δυναμική και ευφάνταστη (σε ύφος, ενσυναίσθηση και φρεσκάδα βλέμματος) εφηβική “Τριλογία της Κρήτης” (Καιρός για ήρωες, Μια ανάσα μόνο, Δεν είσαι εδώ) και να τιμηθεί για το μεσαίο βιβλίο της σειράς με το Κρατικό Βραβείο Εφηβικού-Νεανικού Βιβλίου και το Βραβείο του περιοδικού “Αναγνώστης”.
Όμως όλα τα προηγούμενα μοιάζουν (κατά την ταπεινή γνώμη του γράφοντος) με (αναγκαία) ξαποστάματα στην πορεία του συγγραφέα προς την τελειοποίηση της τέχνης και της τεχνικής του, της πρόζας και της αρχιτεκτονικής του, της γλωσσικής και υφολογικής του εργαλειοθήκης. Με ΤΟ ΟΜΟΡΦΟΤΕΡΟ ΤΕΛΟΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ (Εκδόσεις Πατάκη, 2019), ο Πολυχρόνης Κουτσάκης εκτοξεύει τον πήχη του ελληνικού αστυνομικού μυθιστορήματος σε δυσθεώρητα ύψη, παντρεύοντας μέσα στην γεμάτη αυτοπεποίθηση γραφή του τις (δόκιμες και δομικές) επιρροές της μεγάλης του είδους σχολής με ένα νευρώδες και τρυφερό, σκληρό και ρομαντικό, άμεσο και εντελώς οικείο προσωπικό στυλ. Ο Κουτσάκης αγαπάει (σε βαθμό ιερού πάθους) το αμερικάνικο νουάρ, αλλά συγχρόνως είναι και (βαθύτατα) Έλληνας. Στην πρόζα του διακρίνεις (με όρους κυτταρικής αφομοίωσης) τον κυνικό (αυτο)σαρκασμό και το πικρό χιούμορ του Τσάντλερ, τα μοραλιστικά βαρίδια του Χάμετ, την πλοκή, την ίντριγκα και τις ανατροπές (που εδώ ξεπερνούν κάθε προηγούμενο) του Ελρόϋ και (ενδεχομένως) την χαρακτηρολογική πολυσπερμία του πρύτανη και ανανεωτή Robert B. Parker (αλλά και όσων επηρεάστηκαν βαθύτατα απ’ τον τελευταίο : Harlan Coben, Dennis Lehane κ.α.). Και είναι τέτοια η σιγουριά του γι’ αυτό που οραματίζεται και (τελικά) δημιουργεί, που δεν διστάζει να το αποκαθηλώσει απ’ το μητροπολιτικό, πολυπολιτισμικό χωνευτήρι της Αθήνας (δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά, αλλά ποτέ πριν με τόσο φιλόδοξους όρους) και να το μεταφέρει στο (κατ’ επίφαση μόνο) πιο “περιοριστικό” σκηνικό του αγαπημένου, γενέθλιου τόπου (του), της Κρήτης και ιδιαίτερα των Χανίων (που γνωρίζει σαν την παλάμη του – αρκούν και μόνο οι γοητευτικές περιγραφές και το σεργιάνι στις γειτονιές), βρίσκοντας ευκαιρία να μιλήσει (παραπλεύρως) για σωρεία θεμάτων που τον απασχολούν (οι όψεις της ελληνικής επαρχίας προ και μετά κρίσης – η ιστορία του κινείται μπρος πίσω στο χρόνο σε βάθος δεκαπενταετίας, το ιδιότυπο της κρητικής βεντέτας, η φοιτητική ζωή, η καθημερινότητα στους κόλπους της πανεπιστημιακής κοινότητας, το διαπόντιο drug dealing και το trafficking, το εμπόριο οργάνων και η λαθρομετανάστευση) και επιτυγχάνοντας το (φαινομενικά) ακατόρθωτο : να μετατρέψει το σκηνικό της Μεγαλονήσου (απ’ την ανατολική ως τη δυτική της άκρη) σε δαντελωτή τοιχογραφία, μέσα στην οποία οι ήρωες κινούνται όπως θα κινούνταν απ’ τα Mexican Borders μέχρι το L.A., το Frisco και την παραλιακή Καλιφόρνια σε οποιοδήποτε αμερικάνικο νουάρ.
Στον πυρήνα της πρόζας του Κουτσάκη κατοικεί μια πολύ ιδιαίτερη και ευφυής μεθοδολογία, κι είναι αυτή απ’ την οποία (συνήθως) ξεπηδούν τα πιο ανόθευτα και γοητευτικά λογοτεχνικά ταξίδια, αυτά που προσδιορίζουν τον σπουδαίο συγγραφέα : είναι η κυτταρική σύνδεση της πλοκής με τους χαρακτήρες και το πόσο οργανικά ξεπηδούν οι ανατροπές της πρώτης από τους δεύτερους. Στο “Ομορφότερο Τέλος Στον Κόσμο”, ο Κουτσάκης χρησιμοποιεί την (προ εκατονταετίας διατυπωμένη) θέση του Τζέικομπ φον Έξκουλ πως “ο άνθρωπος, όπως κάθε ζώο, μπορεί να αντιλαμβάνεται μόνο ένα υποσύνολο της πραγματικότητας και νομίζει πως δεν υπάρχει τίποτα άλλο έξω από εκείνα που αντιλαμβάνεται”, για να συνθέσει και να ξεδιπλώσει με μαεστρικό τρόπο το χρονικό μιας επικής αστυνομικής ίντριγκας κι ενός οδυνηρά υπέροχου, δονούμενου και συγκινητικού love story (σπάνιο – ίσως και πρωτοφανές – συγγραφέας να μοιράζει ισότιμα το δραματουργικό βάρος και στα δύο και να επιτυγχάνει σε αμφότερα). Ο ήρωάς του, ο σκληροτράχηλος (κι εσωτερικά ερημωμένος) ιδιωτικός ερευνητής Χρήστος Πάλλης εγκαταλείπει τα “σκοτάδια” της πολυετούς αυτολύπησης και παραίτησης απ’ τη ζωή (εξαιτίας μιας τραγικής απώλειας στο παρελθόν) και ξεχύνεται (σαν τον Robert Ryan στο “On Dangerous Ground” του Nicholas Ray, που απ’ το νυχτερινό φόντο της πόλης βρίσκεται άξαφνα στο πάλλευκο, χιονισμένο επαρχιακό Κολοράντο) αρχικά στο εκτυφλωτικό (ελέω σχετικής παθολογικής ευαισθησίας) σκηνικό της κρητικής υπαίθρου και εν συνεχεία στην πόλη που χρόνια πριν ορκίστηκε να μην ξαναπατήσει ποτέ – στα Χανιά. Tα βήματά του τον οδηγούν σε ένα (εν πολλοίς) υπαρξιακό, ψυχαναλυτικό οδοιπορικό σε (ενσώματες και ασώματες) μνήμες και παλιούς γνώριμους, αναζητώντας στην κυριολεξία ένα “φάντασμα” που τον στοιχειώνει για μια ολόκληρη δεκαετία. Ο ήρωας θυμίζει περιφερόμενη “Χιροσίμα”, τροφοδοτώντας μέσω αναμνήσεων μια (υποτυπώδη) καθημερινότητα η οποία (οριακά και μόνο) του επιτρέπει να αποφεύγει την (οριστική) αποσύνθεση. Το βασανιστικό είδωλο της απουσίας που τον κατατρώγει και δυναστεύει, θυμίζει (κατά κάποιον τρόπο) ανεστραμμένο φαμ-φαταλικό μοτίβο του “Αντίο, γλυκιά μου” και του “Eye of the Beholder”. Γύρω απ’ αυτόν τον βασικό άξονα-δίπολο (ντετέκτιβ-φάντασμα), ο Κουτσάκης δημιουργεί μια σειρά από καίρια συμμέτοχους στη δραματουργική εξέλιξη χαρακτήρες με αποκορύφωμα τον μέντορα-πατρική φιγούρα πρώην μπάτσο και ένα ζευγάρι παράδοξων εκτελεστών, βγαλμένο θαρρείς απ’ το “Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους” ή το Ταραντινικό σύμπαν. Ο Κουτσάκης ισορροπεί θαυμαστά και αξιοζήλευτα γύρω απ’ το “μπορείς να τρελαθείς όταν χάσεις κάποιον, όμως συχνά η αληθινή κόλαση είναι να τον ξαναβρείς” και αποκαθιστά (αν όχι επανεφευρίσκει) την χαμένη αίγλη του ατόφιου (και όχι κατ’ επίφαση – όπως επιχειρούν διάφοροι), σκληροπυρηνικού αστυνομικού μυθιστορήματος στα καθ’ ημάς. Η γραφή του είναι μεγαλόπνοη και συμπαγής, απρόβλεπτη και καθηλωτική, σκληρή και σαγηνευτική, ωμή και λυρική, και η αφήγησή του κυλάει σαν ρυθμικό (κινηματογραφικό) μοντάζ (ειδικά το συγκεκριμένο, φιγουράρει ως πρώτης τάξεως υλικό για ταινία – έξω φυσικά, όχι εδώ). Ο Κουτσάκης αποδεικνύει πως όταν ο γραφιάς είναι μέγεθος σε απασχολεί μόνο με την τέχνη του και απενεργοποιεί την ατάκα του Arthur Koestler “το να θες να γνωρίσεις έναν συγγραφέα επειδή σου αρέσουν τα βιβλία του είναι σαν να σου αρέσει το φουά γκρα και γι΄αυτό θες να γνωρίσεις τη χήνα” (ομολογώ όμως πως – έχοντας διαβεί προ πολλού αυτή τη διαχωριστική γραμμή και έχοντας συνομιλήσει αρκετές φορές μαζί του, διαδικτυακά έστω – πρόκειται για έναν εξίσου υπέροχο άνθρωπο. Και μάλλον για τον καλύτερο – της γενιάς του σίγουρα – συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, κι ας μας τον έχει φάει το μακρινό Περθ της Αυστραλίας).

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.