Μουσείο Τυπογραφείας

“Το κρητικό λάδι στα σύνορα”

Στο σπίτι μας στον Καμπανό – Σελίνου, 2-9-1955:
Aπό μέρες γίνονται ατελείωτες ετοιμασίες στο σπίτι μας, από τους γονιούς μας, για τη μεγάλη κι οφέτος “στραθιά μου” στα Κορέστεια της Καστοριάς. Δεύτερη χρονιά στα σύνορα, δεν είν’ αστεία!
Δεύτερη χρονιά Δάσκαλος στον Μαυρόκαμπο – Κορεστείων της Καστοριάς, απ’ όπου θα ξαναγυρίσω σπίτι μας, τέλη Ιουνίου του χρόνου. Υστερα δηλ. από εννιά σωστούς μήνες.
Η μάνα μου, φροντίζει να μου βάλουν μαλοβάμβακα υφαντά σεντόνια, για να μην κρυώνω εκεί πάνω στα χιόνια· κι ακόμη δύο ράσινες ( = μάλλινες) υφαντές κουβέρντες, μαλοβάμβακες φανέλλες Μαραγκοπούλου, κι άλλα, κι άλλα, γιατί -παιδί μου- εκειά που ξορίζεσαι ποιος θα σε φροντίζει, λέει όλη την ώρα.
Μα κείνο που με τυράννισε απ’ όλα πιο πολύ, ήταν η επιμονή του πατέρα μου, να πάρω ένα δοχείο (γκαζοντενεκέ) λάδι, γιατί εκειά πάνω, παιδί μου τρώνε μόνο με λίγδα (=λίπος από τα ζώα, ξύγκι), και φράσσει τις φλέβες τ’ αθρώπου!
Ε! τι να κάμω, να πάρω ένα δοχείο, είπα κι εγώ, πειθαρχώντας… Ολα έτοιμα λοιπόν, αποχαιρετώ και κατεβαίνω στον δρόμο με τις… αποσκευές μου, γιατί όπου να ‘ναι φτάνει το φορτηγό του Μπαμπόλη, κι απού το χωριό μας! Λεωφορείο δεν εχομε ακόμη!
Σε λίγο πράγματι έφταξε, προερχόμενο από Σούγια – Ροδοβάνι. Κι εγώ με μία αβάσταχτα βαρειά βαλίτσα, κι ένα γκαζοντενεκέ γεμάτο λάδι, ανεβαίνω στ’ αυτοκίνητο και φτάνω Χανιά. Βρίσκω ταξί, που να θέλει να φορτώσει τα πράγματα (αποσκευές) μου, και φτάνουμε στο λιμάνι της Σούδας, όπου μπαίνω στο πλοίο. Θέση: Κατάστρωμα, κι όλη νύχτα άυπνος μήπως μου κλέψει κανείς τα πράγματά μου.
Στο λιμάνι του Πειραιά, για τη συνέχεια:
Από την παραλία του Πειραιά, τώρα, αρχίζει ένας αγώνας που δεν έχει τελειωμό. Φορώ, κι ας μην είναι κρύο, την ιγγλέζικη χλαίνη που μου ‘χεν πάρει από τη Σταφιδική από το Σαντριβάνι, ο μπαμπάς μου, με 14 δραχμές, και βαμμένη μπλέ, τη φορώ, γιατί δεν την χωρούσεν η βαλίτσα.
Πηγαίνω την τόσο βαρειά βαλίτσα μου, κάπου τριάντα μέτρα, κι έχω το νου μου για το δοχείο με το λάδι. Αφήνω τη βαλίτσα, τρέχω φέρνω το λάδι. Και μ’ αυτόν τον τρόπο τα φταξα ως τον ηλεκτρικό σταθμό.
Βγάζω εισιτήριο, μπαίνω στο βαγόνι των αποσκευών και φτάνω στην Ομόνοια. Σταυρώθηκα, λόγω του βάρους, ν’ ανεβάσω τις αποσκευές μου πάνω, απ’ έξω από το φαρμακείο Μπακάκου.
Κανένα ταξί δεν μ’ έπαιρνε μ’ αυτές τις αποσκευές. Κι ένας Θεός μόνο γνωρίζει τι τράβηξα ώσπου να τις φτάσω: Ομόνοια – Πλατεία Βάθης, απ’ όπου φεύγουν τα λεωφορεία για την Καστοριά. Εφτασα ολοσουρωτος από τον ιδρώτα και λαχανιασμένος καταφέρνω να παραδώσω τις δύο αποσκευές μου στον εισπράκτορα του λεωφορείου, να βγάλω το εισιτήριό μου, Αθήνα – Καστοριά, αξίας 1208 δρχ., διαδρομή μου είπαν 18 ωρών με μία στάση μισής ώρας στη Λάρισα, για φαγητό!
Από την αβάσταχτα κουραστική διαδρομή, δεν ξεχνώ το χτυποκάρδι μου, εκεί στο Σαραντάπορο με την τόσο πυκνή ομίχλη και βροχή, κι ας ήταν αρχές Σεπτέμβρη. Που ‘σαι καημένη Κρήτη, σκεφτόμουν με τις χαρές Θεού λιακάδες σου, τέτοιες μέρες…
Φτάσαμε στην πόλη της Καστοριάς, γύρω στις 11 η ώρα! Στην πλατεία Βαν -Φλητ που μας κατέβασαν, πήρα τα πράγματά μου και πήγα σ’ ένα φτωχικό ξενοδοχείο, “του κ. Κρανιά, το έλεγαν”, και ζήτησα δωμάτιο. Μου είπαν: είναι γεμάτο! Δεν είχα, μεσάνυχτα, αντοχή να ψάχνω για άλλο, και έτσι μου βάλανε ένα ράντζο στον δεύτερο όροφο. Κατέβηκα μετά στην πόλη για φαγητό. Γύρισα κατάκοπος και έπεσα για ύπνο. Το ράντζο, ήταν παράδεισος…
Το πρωινό στην Καστοριά, σήμερα:
Σηκώθηκα νωρίς και μετά το πρωινό, πήγα στο Γραφείο της Επιθεώρησης Δημ. Εκπαίδευσης, να χαιρετήσω τον κ. Επιθε/τη να πάρω τις νέες εγκυκλίους και υπηρεσιακές οδηγίες.
«Τι μας έφερες από την Κρήτη, κύριε Αποστολάκη», με ρώτησε ο κ. Τολίκας ο Επιθεωρητής μου. “Ένα κέρασμα”, απάντησα εγώ! Και τ’ άφηκα στο τραπέζι του βοηθού του, εκεί δίπλα.
«Θα είσαι κι εφέτος στον Μαυρόκαμπο», μου είπε, «θα υπάρχουν μαθητικά συσσίτια», γάλα το πρωί και τυρός και το μεσημέρι γεύμα από την μαγείρισσα, αλλά με την επιστασία σου. Και κατά μήνα, θα υποβάλεις τα οριζόμενα δικαιολογητικά, πλήρη!»
Χαιρετώ, φεύγω και κατεβαίνω, καμαρώνοντας την πανέμορφη πόλη, τον Δαβάκη στην πλατεία αγέρωχο, τους αγωγιάτες στο Ντολτσά δίπλ’ από το λιμανάκι και τα πλατάνια.
Βρήκα, κάποια στιγγμή ένα χωριανό, από τον Μαυρόκαμπο που είχε πουλήσει τα καυσόξυλα που είχε φέρει, όπως και οι άλλοι χωριανοί του, φόρτωσε στο μουλάρι τις αποσκευές μου, και είμαστε έτοιμοι για να αναχωρήσουμε για το χωριό. Πήραμε, πεζοπορώντας την ανηφόρα για τον Απόσκεπο, πρώτο χωριό στη διαδρομή μας, μπήκαμε πλάι στο ρέμα ώσπου κάποτε φτάσαμε στο Γάβρο, χωριό μες στο δρόμο μας και μικρός στρατώνας. Συνεχίσαμε για το χωριό Κρανιώνα. Κοντεύουμε για τον Μαυρόκαμπο. Το θυμήθηκα το τοπίο από πέρυσι. Δέντρα, πλούσιο πράσινο, βουνά ολόγυρα Βίτσι, Μαλιμάδι, Μανιτόρετς που μου θυμίζουν τον εμφύλιο και τους εδώ σκοτωμένους στρατιώτες από τα χωριά μας… Ας είναι!
Ο Μαυρόκαμπος όπως πάντα, όλο λάσπες οι δρόμοι, και τα σπίτια χτισμένα με πλίνθους.
Ξεφορτώνω τις αποσκευές μου, ευχαριστώ και πληρώνω τον αγωγιάτη που μ’ εξυπηρέτησε, κι ανεβαίνω στο περυσινό δωμάτιο, με την μπάμπω στο ισόγειο, να με καλοσωρίζει στη γλώσσα της. Βλέποντας το δοχείο του λαδιού, μ΄ερωτάει: «Ιμαβόντα μας έφερες;» δηλαδή: «νερό από την Κρήτη, μας έφερες;», «Οχι! Λάδι», της λέω εγώ! «Α! Λάδι», λέει εκείνη, «μπράβο, μπράβο, να σε φέρω ένα μπουκαλάκι μικρό, να μου βάλεις λιγουλάκι, για τις εντριβές του μωρού μας». «Φέρε!» της λέω, και μου φέρνει ένα μπουκάλι και της το γεμίζω! Ύστερα, πήγα στο καφενείο, ήταν Σαββατόβραδο.
-Πίναμε τσίπουρο με τσούτσιες (=καυτερές πιπεριές) και με ρωτούσαν τι έφερα από την Κρήτη, τι λένε στην Κρήτη κ.λ. σαν να ‘ναι άλλος κόσμος, άλλος πλανήτης… το νήσι μας.
Η καφετζίνα, μια έξυπνη τετράπαχη γυναίκα, με όλο φαρμπαλάδες κίτρινους το φουστάνι της, μου λέει κάποια στιγμή: «Μάθαμε Φότζα (=Δάσκαλε) πως μας έφερες λάδι από την Κρήτη». «Ναι!» της απαντώ, «γιατί πέρυσι η λίγδα που χρησιμοποιούσα για λάδι, μ’ έκανε στομαχικό!».
«Θα ήθελα ένα μπουκαλάκι, για τα λαιμά του παιδιού μου, τον Χειμώνα. Είναι σωτήριο φάρμακο, κι εδώ δεν έχουμε…».
Τι να πω κι εγώ· και τι να κάμω. Και την Κυριακή πρωί, μετά την εκκλησία, όλες οι γύρω νοικοκυρές του Μαυρόκαμπου, κατέφθασαν στο δωμάτιό μου, μ’ ένα μπουκαλάκι η κάθε μια στο χέρι, για να τους βάλω -λέει- γιατρικό για τα παιδιά τους.
Όμως, γιατρικό, γιατρικό, μπουκαλάκι, μπουκαλάκι, δεν έμεινε στον τενεκέ των 15 οκάδων, ούτε δυο – τρεις οκάδες. Κι είχε τόσο κόπο για να φτάσει ως εδώ!
Κρητικό λάδι στην Καστοριά, κείνα τα χρόνια, δεν απόφτανε. Ας είναι!… ύστερ’ από λίγες μέρες τηγάνιζα κι εγώ τ’ αυγά, με μια κουταλιά λίγδα, σαν κι όλους τους Μαυροκαμπίτες, είχα όμως τις ευχές των νοικοκυράδων, τον Χειμώνα, όταν κρυολογούσαν τα παιδιά τους, κι ο λαιμός τους πιανόταν… Αξέχαστη Τσαρνόλιστα (στα σλάβικα) Μαυρόκαμπε, στη γλώσσα μας, μπορείς να ξεχαστείς από τις θυμησές μου, κι ας έχουν περάσει εξήντα πέντε χρόνια από τότε… Και τι δε θυμάμαι…
Τους επισκέφτηκα πριν δεκαπέντε χρόνια· ονειρεύομαι πως θα ξαναπάω και πάλι, προσκυνητής του τόπου που ξεκίνησα το λειτούργημα μου, στο οποίο όντως αφοσιώθηκα, καθώς θέλω να πιστεύω!
Θα συνεχίσουμε -όμως- και μια άλλη φορά! Γειά σας, για την ώρα…

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.