Μουσείο Τυπογραφείας

ΔΙΗΓΗΜΑ

Το καφενείο

34Ο Σωτήρης, σαραντάρης ανύπανδρος, δικηγορούσε στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ωραίος άνδρας. Μέσου αναστήματος, καστανός, λεπτοκαμωμένος.
Στο  γραφείο του στην λεωφόρο Δικαιοσύνης, είχε πολλή δουλειά. Μοναχοπαίδι, έμενε με τους γονείς του σε αρχοντική πολυκατοικία. Στην  λεωφόρο Δημοκρατίας.  Κατοικία και επαγγελματική στέγη του ανήκαν κατά κυριότητα.
Κείνο το καλοκαιρινό βράδυ τον κάλεσε για φαγητό ο Βασίλης, υπάλληλος της ΔΕΗ, πελάτης του. Ήταν συνομήλικός του, μέσου αναστήματος, καστανός, γεμάτος αλλά όχι παχύς.  Τα τρία παιδιά του πήγαιναν στο Δημοτικό. Με την Μαρία την σύζυγό του και την κόρη τους την Σοφία, τον  καλωσόρισαν στο ιδιόκτητο διαμέρισμά του, στην λεωφόρο Εξήντα δύο μαρτύρων. Τα αγόρια βρίσκονταν εκεί κοντά.  Θα τους τηλεφωνούσαν να έρθουν.
Κάθισαν στο μπαλκόνι. Στον δρόμο τα τροχοφόρα, κυλούσαν. Φωνές, κορναρίσματα, βρισιές. Το καυσαέριο έγκρουβε. Ο οικοδεσπότης πρότεινε να πάνε σε κοντινό καφενείο, μέχρις ότου ετοιμαστεί το δείπνο. Συμφώνησε.
Αν και για λόγους επαγγελματικούς, ο Σωτήρης ήταν υποχρεωμένος να συχνάζει στα καφενεία, δεν του άρεσε. Η θέα των κάθε λογής αργόσχολων και κουμαριτζήδων, οι κακής ποιότητας συζητήσεις, ο καπνός, ο θόρυβος, τον απωθούσαν.
Από τα ανοικτά πορτοπαράθυρα ξεχύνονταν ζέστη, θολούρα. Δεν κάπνιζε κανένας τους. Βολεύτηκαν στο πεζοδρόμιο. Παράγγειλαν πορτοκαλάδες. Οι διπλανοί κουβέντιαζαν παθιασμένα κομματικά. Πιο πέρα  χαρτοπαίκτες  έτοιμοι να αρπαχτούν. Μίλησαν για τον τόπο τους  το πανέμορφο Μαλεβίζι, τους ανθρώπους του. Ο  Σωτήρης επιστρέφοντας από την τουαλέτα βρήκε τον Βασίλη με τον Αρτέμη, εργολάβο, παλιό του γνώριμο. Στην ηλικία και το ανάστημα τους, καστανός ξερακιανός. Χαιρετήθηκαν εγκάρδια. Η μεταξύ τους συζήτηση συνεχίστηκε . Ο Βασίλης κάθε τόσο του έλεγε:
– Μπράβο, καλά έκανες.
Τον ενημέρωσαν. Στον παράλληλο δρόμο, ο Αρτέμης έκτιζε μια οικοδομή. Η διπλανή ημιτελής ανήκε στον  Βαγγέλη τον ράπτη, από  το Καστέλι Πεδιάδας. Οι εργασίες εδώ και καιρό, είχαν σταματήσει. Ίσως για οικονομικούς λόγους. Κάτω από την κτισμένη επιφάνεια, έχασκαν ατελείωτα τα υπόγεια.
Ο Αρτέμης,  ερήμην του ιδιοκτήτη,  έριξε εκεί τα μπάζα του. Ο τελευταίος, δίκαια,  εξεμάνη.
Γι’ αυτή  την κτηνωδία,  ο Βασίλης τον χειροκροτούσε, με χέρια και με πόδια. Τον έπνιξε η αγανάκτηση.  Οικογενειάρχης,  που ζει στην κοινωνία,  γιατί συμπεριφέρεται έτσι;
Ζηλεύει τον ράπτη; Θέλει, για άγνωστους λόγους, να καλοπιάσει τον Αρτέμη;  Σε μερικούς  δεν υπάρχει διάκριση καλού και  κακού. Τελείως υποκειμενικά, προσδιορίζονται από πραγματικά  ή νομιζόμενα συμφέροντα,  συμπλέγματα, πάθη.
Μακρινό περιστατικό ζωντάνεψε στην θύμησή του. Σπίτι τους είχαν μια υπηρέτρια. Την Ελένη, καλή της ώρα. Στο γυμνάσιο πήγαινε στην ίδια τάξη με τον Μανώλη, πρώτο της ξάδερφο. Τον ρώτησε εάν είναι καλός μαθητής. Της απάντησε πως δεν είναι. Το είπε στους γονείς του. Τον κατσάδιασαν.
Ο Μανώλης τον κατάγγειλε στους συμμαθητές του. Εκείνοι τον αποδοκίμασαν. Δεν έπρεπε να τον κακολογήσει. Είναι ρουφιανιά. Κόσμος τόσο διαφορετικός.
Eίπε στον Αρτέμη πως έσφαλε. Όπως και να αντιδράσει ο παθών θα έχει δίκιο. Να επανορθώσει αμέσως.

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.