Μουσείο Τυπογραφείας

“Το γήρασμα του σώματος…”*

(ένας περίπου “ευτυχισμένος” μονόλογος)

«…Λοιπόν! Είμαι εδώ και κάμποσα χρόνια συνταξιούχος. Δούλεψα δεκαετίες για τους άλλους, καιρός να ασχοληθώ και με τον εαυτό μου! Έτσι λέω! Εγωιστικό ίσως, αλλά μια ζωή είναι αυτή: με δούναι και λαβείν, προσκήνιο-παρασκήνιο, δουλειά-ανεργία, κούραση-ξεκούραση. Προσθέτεις νέα πρόσωπα, αφαιρείς άλλα, κερδίζεις φίλους, χάνεις άλλους.
«Αν είσαι τυχερός κι έχεις ακόμη δίπλα τη σύντροφό σου, όλα πάνε καλά και «το γήρασμα του σώματός» σου γίνεται πιο αρμονικά.
«Μας πρόλαβε, βλέπετε, η κρίση, αν και τη νιώθαμε από καιρό να έρχεται. Προσωπικά τί να πώ; Τα πέρασα όλα: δούλεψα 37 ολόκληρα χρόνια στην έδρα έχοντας κάθε είδους «κοπέλια» μαθητές. Με απρόβλεπτους χαρακτήρες και φορές με δύσκολους ή καθόλου γονείς… Επιβιώσαμε. Τα κουτσοκαταφέρνουμε και τώρα με τις άγριες περικοπές και τη βαριά φορολογία. Πώς; Απλά, αγαπούμε τη ζωή μια και βιώσαμε χειρότερες καταστάσεις. Έπειτα, υπάρχει αλληλοκατανόηση στο σπίτι: Η ζωή υποφέρετε μόνο όταν τη σηκώνουν δυο μαζί, αποκτά δε νόημα μόνο μέσω του άλλου. Γι αυτό λέμε «την υγειά μας να’ χουμε, τα άλλα διορθώνονται»: αρρώστιες, εγχειρήσεις, οποιαδήποτε αναποδιά μάς βρει. Ναι! Ίσως η (αυτο)απομόνωση να μεγαλώνει με το χρόνο, όμως τα έχει αυτά η ζωή. Βρισκόμαστε σε ηλικία αποχωρισμών, «αποχαιρετούμε» πιο συχνά φίλους, γνωστούς, συγγενείς, συναδέλφους.
«Στην ώριμη ηλικία που είμαστε, αν και δεν έχουμε δυνάμεις να κατεβαίνουμε στους δρόμους για αγώνες, όμως κατεβαίνουμε! Σήμερα το σύνθημα «διεκδικούμε καλύτερη ζωή» παραδόθηκε στους  νεότερους. Εμείς στα χρόνια μας, με οποιαδήποτε κυβέρνηση, αγόμασταν και φερόμασταν από «επαγγελματίες» συνδικαλιστές, ή από υπουργούς και βουλευτές του εκμαυλιστικού «απεργείστε, να σας δώσουμε»! Απεργούσαμε. Χάναμε, πιο σπάνια κερδίζαμε. Πόσο «καλό» ήταν αυτό, φαίνεται από την κρίση που ζούμε. Πόσο κακό, θα φανεί με τη διάρκεια της επιτροπείας των ξένων πάνω μας.
«Αναλογίζομαι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια: τον ανόητο εμφύλιο, το διχασμό σε εθνικόφρονες και αντιφρονούντες, τις εξορίες, την πρώτη περίοδο Καραμανλή, την Αυλή «των θαυμάτων» και τις μηχανορραφίες του παλατιού, τις εκτελέσεις και δολοφονίες αριστερών-και όχι μόνο, το «χαρτί κοινωνικών φρονημάτων», τη στρατιωτική θητεία στις πιο δύσκολες μονάδες της βόρειας Ελλάδας (Μπέλες), την Κύπρο, την Ε.Κ. με το «γέρο της Δημοκρατίας», τα  Ιουλιανά (1965), το ταξίδι στη Γαλλία, τη χούντα, το διορισμό στη Σύμη, το Πολυτεχνείο, τη Χριστίνη και το γάμο στη Θεσσαλονίκη, το Κιλκίς, τα παιδιά, τη μεταπολίτευση, την Κρήτη, τη δουλειά του δασκάλου-και όχι μόνο, τέλος τη σύνταξη. Λέω, έ, «δεν τα πήγαμε και άσχημα στη ζωή».
«Ναι! Ήταν θυελλώδης η ζωή της γενιάς μας (ίσως της πιο «ευτυχισμένης» μεταπολεμικής γενιάς, αφού για περίπου 70 χρόνια δεν γνωρίσαμε πόλεμο). Ο Ν. Γκάτσος έκανε ποίημα τη δική του γενιά, που μελοποίησε και τραγούδησε ο Λουκιανός Κηλαηδόνης, εκφράζοντας και τη δική μας:

«Σημαδεμένη και προδομένη/ έμεινε πάντα η δική μας η γενιά.
Μας βρήκαν μπόρες, δύσκολες ώρες/ κι ούτε λυχνάρι,
ούτε φως στη σκοτεινιά.
Ω, ήρθατε σαν κύματα,/ ω, θύμησες παλιές.
Ω, πάνω από συντρίμματα,/ ω, κι άδειες αγκαλιές.
Ξεκληρισμένα και πικραμένα/ μείνανε πάντα
της γενιάς μου τα παιδιά.
Κάντε κουράγιο κι απ’ το ναυάγιο/ κάπου θα βρούμε
της χαράς την αμμουδιά».
«Εντάξει, εκείνα τα ωραία μας ιδανικά για το 1-1-4, για «Ψωμί, Παιδεία, Δημοκρατία», με τα χρόνια ξεθώριασαν. Τα πήραν άλλες ιδεολογίες, τα γκρέμισαν στα τάρταρα της οικονομικής κρίσης. Οι ιδεολογίες πεθαίνουν, όχι όμως και τα ιδανικά! Έτσι, αισδιοδοξούμε πως λίγο να φυσήξει κάποιος ούριος άνεμος, όλα θα ξαναπάρουν μπρος.
«Καμιά φορά λέω στον εαυτό μου:
«Δεν γερνάμε με τα χρόνια∙
γερνάμε, επειδή αδειάζουμε από ιδανικά.
Τα χρόνια ίσως ν’ αυλακώνουν το δέρμα, μα το ξέφτισμα των ιδανικών γερνάει την ψυχή.
Προκαταλήψεις,  αμφιβολίες, ιδεοληψίες φόβοι κι απελπισία: να ποιοι ειν΄ οι εχθροί που μας τραβούν στο χώμα, να τι μας κάνει σκόνη, πριν ακόμη πεθάνουμε».
«Από την άλλη, σίγουρα είναι σκληρό να γερνάς χωρίς να έχεις φροντίσει για τα «στερνά» σου. Σήμερα κράτος πρόνοιας δεν υπάρχει και τα ψίχουλα «ασφάλισης» που σου παρέχει η σύνταξη είναι όχι μόνο αστεία αλλά και προσβλητικά. Πρέπει να βάζεις το χέρι βαθιά στην τσέπη (αν σού’μεινε και καμιά οικονομία), για να τα φέρνεις βόλτα. Διαφορετικά, βγαίνεις στους δρόμους. Άν το μπορείς κι αυτό…
«Όσοι αισθανόμαστε πως η ζωή άξιζε όπως τη ζήσαμε, και όχι
«μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες»,
κατά πως τα λέει κι ο Αλεξανδρινός, νιώθουμε μια εσωτερική πληρότητα (1): αποδεχόμαστε «το γήρασμα του σώματος» στωικά, φερόμαστε ήπια και με πραότητα, επειδή τα έχουμε πρώτα καλά με τον εαυτό μας. Απολαμβάνουμε τις δυνατότητες που μας παρέχονται. Έχοντας τη σοφία εμπειριών (σφαλμάτων) μιας ζωής, αντικρίζουμε τώρα τον κόσμο με πιο ουδέτερο βλέμμα. Όμως, προσέχουμε λεπτομέρειες που οι άλλοι παραβλέπουν. Δίνουμε σημασία στα απλά πράγματα, όπως μια ανοιξιάτικη ανατολή, μια φθινοπωρινή δύση, μια ηλιόλουστη χειμωνιάτικη μέρα, έναν καφέ στον Κήπο, μια παλιά ταινία, απροσμενες συναντήσεις ή τηλεφωνήματα, περίπατοι στο ύπαιθρο. Όλα εκείνα, δηλαδή, που η ρουτίνα του «εργασιακού» βίου  απέκλειε. Αν υπάρχουν και νεότερα μέλη στην οικογένεια, να κι ο ρόλος του σοφού παπού!
«Υπάρχει βέβαια και το «παραπαίον γήρας», όπως μας το  ζωγραφίζει αυτοσαρκαζόμενος ο Γ. Σουρής:
«Τας τρίχας άσπρης κεφαλής/ σκοπὸν τας έχουν προσβολής
κι είν᾿ εμπαιγμὸς της μοίρας/ το παραπαίον γήρας.
Όπου το πόδι μου σταθεί/ και όπου περπατήσω
σιγὰ-σιγὰ μ᾿ ακολουθεί/ ο χάρος απὸ πίσω.
Αυτὸ το έρημο κορμὶ/ το τριγυρίζουν σκύλοι
και «χόρτασες κι εσὺ ψωμί»/ μου λὲν εχθροὶ καὶ φίλοι.
Ως φάσμα τρέχω της νυκτὸς/ μακράν του δρώντος κόσμου
και όπου τάφος ανοικτὸς/ μου φαίνεται δικός μου.
Και Όμως!
Και όμως ενώ πλέον/ εσάπισα παλαίων
εις της ζωής την πάλη/ το γήρας το μισώ
και θέλω και λυσσώ/ να γίνω νέος πάλι». (2)
… Με πολλά ή λίγα χρόνια στην πλάτη, με αβάσταχτη μιζέρια (οι περισσότεροι) ή  ολιγαρκή άνεση, με σύντροφο ή όχι, τη ζωή οφείλουμε «να τη ρουφήξουμε μέχρι τέλους».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
-(1)Πληρότητα (plénitude): η αίσθηση ότι οι ανάγκες μας (κυρίως οι συναισθηματικές) είναι καλυμμένες∙ η κατάσταση στην οποία δεν αισθανόμαστε συναισθηματικό κενό.
-(2) Γεώργιος Σουρής (1853-1919). Γνωστός σατιρικὸς ποιητὴς που εξέδιδε σε έμμετρη μορφή την εφημερίδα «Ο Ρωμηός». (http://users.uoa.gr/)

*Δανειζόμαστε τον τίτλο από το ποίημα του Κ.Π. Καβάφη, « Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Kομμαγηνή· 595 μ.X.»

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.