Μουσείο Τυπογραφείας

«Το χειροκρότημα το αντιλαμβάνομαι ως μία χειραψία αμοιβαιότητας με το κοινό»

1Η Μαρινέλλα Βλαχάκη είναι από τους ανθρώπους που δεν παρατηρείς με την πρώτη μέσα στο πλήθος, αλλά που όταν ανεβαίνει στη σκηνή κυριολεκτικά μεταμορφώνεται. Είναι από τους ανθρώπους που δεν σε “προκαλεί” να την προσέξεις, μα όταν “πέσεις” πάνω σε δουλειά της στέκεσαι αμίλητος και παρακολουθείς μαγνητισμένος.
Προσγειωμένη, ιδιαίτερα ευγενής και “εργάτρια” στη δουλειά της μιλά με τα έργα της. Μέσα από τα έργα της. Είτε αυτά είναι βιβλία -λογοτεχνία και ποίηση- είτε ρόλοι σε θέατρο και τηλεόραση. Τα “Χ.Ν.” μίλησαν μαζί της με αφορμή το μονόπρακτο “Θα σου μιλώ ώσπου να φέξει”, που παρουσιάζεται σήμερα και αύριο στο Μουσείο Τυπογραφίας.

Βιβλία για παιδιά, για μεγάλους, ποιήματα, θέατρο, σειρές, ταινίες… Τι είναι εκείνο που μιλάει περισσότερο στην ψυχή σου;
Ολα μιλάνε στην ψυχή μου. Οταν γράφω ένα ποίημα, ένα διήγημα, ένα παραμύθι κι όταν υποδύομαι έναν ρόλο. Είναι σα να συνεχίζω το ταξίδι μου αλλάζοντας όχημα με στόχο πάντα τον ίδιο προορισμό. Αυτό, ωστόσο, που διατρέχει τη σκέψη μου είναι η ποίηση. Νομίζω χωρίς την ποίηση θα ήμουν φτωχή κι απαρηγόρητη σε μια καθημερινότητα κοινή και βαρετή.

Παρά την κρίση, στο θέατρο, και το βλέπει αυτό κανείς καλύτερα στην Αθήνα, οι θεατρικές παραστάσεις είναι και εντυπωσιακά πολλές και αρκετές από αυτές εξαιρετικές. Ξανά θυμηθήκαμε αξίες ξεχασμένες με την κρίση;
Είναι φυσικό· ο καλλιτέχνης έχει ευαίσθητες κεραίες, πάσχει κι είναι ευάλωτος. Στους δύσκολους καιρούς, λοιπόν, βρίσκεται σε μεγαλύτερη εγρήγορση. Οι περισσότεροι ηθοποιοί, σκηνοθέτες, μουσικοί, στις μέρες μας, πληρώνονται από ελάχιστα έως καθόλου για τη δουλειά τους. Ομως δε σταματάνε γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο αυτοτροφοδοτούνται,  υπάρχουν και συντηρούν την ελπίδα. Ανέκαθεν ανθούσαν οι τέχνες σε δίσεκτους καιρούς. Να θυμηθούμε ότι μέσα στην κατοχή γεννήθηκε το Θέατρο Τέχνης. Οτι ο Ιάκωβος Καμπανέλλης μπήκε σ’ αυτό, γυρνώντας από το στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν.  Ακόμα στο σκοτεινό πολιτικοκοινωνικά σκηνικό της δεκαετίας του ’60 άνθισε το νέο κύμα, οι μπουάτ και τόσα άλλα. Οι οικονομικές δυσκολίες είναι δεδομένες. Ομως για τους περισσότερους από εμάς ήταν δεδομένες και προ κρίσης, δεν άλλαξαν και πολύ τα πράγματα. Σίγουρα όμως θα επιβιώσουμε και από αυτή τη δύσκολη συγκυρία δημιουργώντας νησίδες πολιτισμού και ανθρωπιάς που θα λειτουργήσουν σαν ασπίδες, απέναντι στη χυδαιότητα, την ιδιοτέλεια, τη βαρβαρότητα, τη μιζέρια και τον ατομικισμό.

Επέλεξες να παραμείνεις στην επαρχία, κάνοντας μια δουλειά που “φωνάζει” πρωτεύουσα. Νιώθεις πως οι ευκαιρίες που σου δόθηκαν ήταν εκείνες που πραγματικά άξιζες;
Δεν μπήκα ποτέ σε τέτοια διαδικασία σκέψης. Είμαι πάντα συγκεντρωμένη στο έργο μου. Με απασχολεί να είναι όσο το δυνατόν ολοκληρωμένη η πρότασή μου, όταν φτάνω να το μοιραστώ με 20 ή με 1.000 θεατές, στην πόλη μας, στη Γαύδο, στην Αθήνα ή αλλού. Οπου και να δραστηριοποιόμουν με τον ίδιο τρόπο θα σκεφτόμουν και θα δούλευα. Δεν σπαταλώ τη σκέψη μου σε μνημόσυνα για όσα έχω χάσει ή δεν ήρθαν. Μ’ ενδιαφέρουν μόνο αυτά που είναι μπροστά μου.

Τι θα συμβούλευες ένα νέο παιδί που θέλει τώρα -σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς- να ασχοληθεί με την τέχνη;
Θα του έλεγα ότι από μόνο του το ταλέντο μάς βοηθάει να είμαστε απλώς ευχάριστοι στην παρέα μας, δε φτάνει όμως για να κάνουμε τέχνη. Χρειάζεται πολλή δουλειά για να φτάσουμε να υποδυθούμε έναν χαρακτήρα και να μιλήσουμε για λογαριασμό του. Θα του έλεγα ακόμα ότι σ’ αυτό τον χώρο δεν υπάρχουν πουθενά βεβαιότητες, ούτε για αμοιβές, ούτε για επιτυχίες. Κάθε φορά δίνουμε νέες εξετάσεις. Αγωνιζόμαστε, αγωνιούμε, αμφιβάλλουμε και φοβόμαστε. Ομως αν είναι αληθινή η ανάγκη του, ας ανέβει στο καράβι και ας ξεκινήσει το ιδιαίτερο αυτό ταξίδι για την Ιθάκη της τέχνης με γνώση ότι θα χρειαστεί να αναμετρηθεί με Λαιστρυγόνες και με Κύκλωπες.
Αν πάλι αυτό το νέο παιδί που θα με ρωτήσει είναι επηρεασμένο από την τηλεόραση και τις ευκολίες που του προτείνονται  μέσα από ανούσιους διαγωνισμούς, θα του έλεγα απλώς να σταματήσει να βλέπει τηλεόραση.

Το θέατρο -νιώθω- είναι παράξενη περίπτωση… Μπορεί το χειροκρότημα να σε τρελάνει;
Η έκθεση είναι μία υπόθεση που σε κάθε άνθρωπο λειτουργεί διαφορετικά. Εξαρτάται από τον χαρακτήρα και την ωριμότητα του καθενός. Σ’ εμένα προηγείται της έκθεσης πολλή μοναξιά. Η προετοιμασία κάθε παράστασης απαιτεί άπειρες ώρες δουλειάς και ξενύχτια μηνών. Οταν, λοιπόν, φτάνει η ώρα να παρουσιάσω το έργο μου, είμαι γλυκά εξουθενωμένη και το χειροκρότημα το αντιλαμβάνομαι ως μία χειραψία αμοιβαιότητας με το κοινό, που μου δίνει απλώς δύναμη να συνεχίσω.   Το χειροκρότημα δεν τρελαίνει κανέναν, αν αυτός δεν είναι έτοιμος από πριν να τρελαθεί…

“Ζηλεύεις” δουλειές άλλων; Υπάρχει κάτι που θα ήθελες να έχεις κάνει εσύ και λόγω των συγκυριών δεν το έκανες;
Επιλέγω κι ανεβάζω κείμενα από τη λογοτεχνία ή δικά μου. Δεν υπάρχει προηγούμενο σημείο αναφοράς σε ό,τι κάνω. Οι επιλογές μου κι ο τρόπος μου είναι  πολύ προσωπικός, οπότε τα στοιχήματα τα βάζω κάθε φορά με τον εαυτό μου. Χαίρομαι και απολαμβάνω τις δουλειές άλλων δημιουργών, αλλά δεν τις “ζηλεύω”.

“Θα σου μιλώ ώσπου να φέξει”. Τι σε άγγιξε περισσότερο σε αυτό το μονόπρακτο;
Το θεατρικό έργο αφορά τις αδελφές Ελλη Αλεξίου και Γαλάτεια Καζαντζάκη, δύο σημαντικές συγγραφείς του 20ού αιώνα, που άφησαν ανεξίτηλο το στίγμα τους στα ελληνικά γράμματα. Αισθάνομαι μεγάλη χαρά που αξιώθηκα να γράψω και να ανεβάσω επί σκηνής αυτήν την παράσταση. Οι γονείς μου Δημήτρης και Χρυσούλα Βλαχάκη ήταν αδελφικοί φίλοι με την Ελλη Αλεξίου. Εζησαν μεγάλο διάστημα μαζί στο Παρίσι και συνεργάστηκαν πολλές φορές στην οργάνωση εκδηλώσεων με ελληνικό περιεχόμενο. Στην ίδια περίοδο οι γονείς μου είχαν σχετισθεί με τον Νίκο Καζαντζάκη και τη γυναίκα του Ελένη και αντάλλασσαν ολοήμερες επισκέψεις. Μεγάλωσα, λοιπόν, ακούγοντας αυτές τις ιστορίες, ενώ διάβαζα ξανά και ξανά τα γράμματα και τις αφιερώσεις αυτών των προσώπων προς τους γονείς μου, που ο πατέρας είχε κρεμάσει στους τοίχους του σπιτιού μας. Στο μυθιστόρημά μου “σιλάνς σιλβουπλέ” έχω γράψει σχετικά, αλλά με τη ματιά του παιδιού, όπως απαιτούσε η συγκεκριμένη γραφή. Στο βιβλίο – πρόγραμμα που καταφέραμε να εκδώσουμε με την ευγενική χορηγία των “Χανιώτικων νέων”, υπάρχει μεταξύ των άλλων ένα κείμενό μου με τον τίτλο “Κιβωτός μνήμης”, όπου μιλάω για τους γονείς μου, τους αγώνες τους και τη συνάντησή τους με τα πρόσωπα του έργου. Ακόμα το βιβλίο – πρόγραμμα εκτός από το θεατρικό μονόπρακτο περιλαμβάνει και δύο μελέτες του Γιώργη Μανουσάκη για τις δύο συγγραφείς κι ευχαριστώ θερμά την Αγγελική Καραθανάση – Μανουσάκη που μου τα παραχώρησε για να περιληφθούν στο βιβλίο. Επέλεξα αυτό το θέμα γιατί πιστεύω ότι αξίζει να φέρνουμε μπροστά προσωπικότητες (σχεδόν ξεχασμένες) που αγωνίστηκαν με όραμα για έναν δικαιότερο κόσμο και πρόσφεραν σε όλα τα επίπεδα με ανιδιοτέλεια, γενναιοδωρία και αγάπη.

Μία ιδιαίτερη παράσταση σε έναν ιδιαίτερο χώρο, στο Μουσείο Τυπογραφίας.
Μουσείο Τυπογραφίας είναι -θα μπορούσαμε να πούμε- το πατρικό σπίτι της Ελλης και της Γαλάτειας, αφού οι δύο συγγραφείς είναι κόρες του λόγιου, δημοσιογράφου και εκδότη Στυλιανού Αλεξίου και μεγάλωσαν σε ένα ανάλογο περιβάλλον με ουσιαστική παιδεία. «Το σπίτι μας λειτουργούσε σαν ακαδημία τεχνών και γραμμάτων κι η μόρφωση ήταν χαρά και διασκέδαση για μας. Οπως όταν πίνεις ένα ποτήρι δροσερό νερό έπειτα από πεζοπορία, όλοι διψούσαμε για γνώση και μελετούσαμε αβίαστα χωρίς στεναχώρια με μεγάλο ενθουσιασμό» έλεγε συχνά η Ελλη. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, γιατί αυτή η παράσταση αξίζει να παρουσιαστεί στον συγκεκριμένο χώρο.
Τέλος θα ήθελα να ευχαριστήσω όλους όσοι συνέβαλαν για να πραγματοποιηθεί αυτή η παράσταση. Αισθάνομαι βαθιά ευγνωμοσύνη για την εμπιστοσύνη και την αγάπη που μου έδειξαν.

“Θα σου μιλώ ώσπου να φέξει”
Παρασκευή 12 και Σάββατο 13 Φεβρουαρίου, στις 9 το βράδυ, στο αμφιθέατρο του Μουσείου Τυπογραφίας, στο ΒΙΟ.ΠΑ. Χανίων.
Το βιβλίο – πρόγραμμα με τα κείμενα της παράστασης, μία εξαιρετικά καλαίσθητη έκδοση των “Χανιώτικων νέων”, θα προσφέρεται δωρεάν τις ημέρες των παραστάσεων στο Μουσείο Τυπογραφίας, σε κάθε θεατή. Τιμή εισιτηρίου: 8 ευρώ.
Προκράτηση θέσεων (απαραίτητα) στο τηλ.: 6977293283.
Κείμενο – σκηνοθεσία – ερμηνεία: Μαρινέλλα Βλαχάκη.
Δημιουργία video: Θοδωρής Παπαδουλάκης.
Νεαρή Γαλάτεια: Θεώνη Κουτσουνάκη.
Μικρή Ελλη: Ρεβέκκα Σταμάτε.
Ακούγονται οι φωνές των ηθοποιών: Αλεξάνδρας Σακελλαροπούλου, Κωστή Καπελώνη, Κάτιας Γέρου.
Μουσική: Λεωνίδας Μαριδάκης.
Τραγούδι: Ντόρα Αθανασίου.
Τεχνική υποστήριξη: Διονύσης Μανουσάκης.

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.