Μουσείο Τυπογραφείας

Τα παιδιά της κατοχής θυμούνται

α) ΜΙΑ ΠΕΝΤΑΧΡΟΝΗ ΘΥΜΑΤΑΙ

  • Η Σταυρούλα Τσαγκαράκη
  • Το καμένο από τους Γερμανούς πατρικό σπίτι της πεντάχρονης τότε Σταυρούλας Τσακάκη (στιγμιότυπο από τη σχολική ταινία του Γυμνασίου Αλικιανού “Το σπίτι μας ήταν ρόδι”, που θα κυκλοφορήσει με αφορμή τα 80 χρόνια από τη Μάχη της Κρήτης).

«Ό,τι ξέρω, γιατί εγώ ήμουνα μικιό και δε θυμάμαι» αυτά ήταν τα πρώτα λόγια της Σταυρούλας Τσακάκη, όταν τη συναντήσαμε, οι μαθητές και ο διευθυντής του Γυμνασίου Αλικιανού, ζητώντας της να μας διηγηθεί τις αναμνήσεις της από την Κατοχή… Eνα μικρό παιδί τότε, μόλις πέντε (5) χρόνων, που προσπαθούσε τώρα μπροστά μας με αγωνία να οργανώσει τις μνήμες και τις σκέψεις της για τα συγκλονιστικότερα γεγονότα της ζωής της….
«Το σπίτι μας ήτανε ρόγδι», ήταν η αμέσως επόμενη φράση της. Μαζί με τα επτά (7) αδέρφια της και τους γονείς τους θεωρούσαν ότι είχαν τα πάντα, «τι ήθελες και δεν είχε», όσπρια, καρπούς, κρασιά, τσικουδιά, όλα τα απαραίτητα της γης σε επάρκεια. Κι όμως, μαζί με την οικογένειά της, αναγκάστηκαν εξαιτίας των βομβαρδισμών να ξεριζωθούν, όπως και οι υπόλοιποι χωριανοί, από το σπίτι τους και να μεταφερθούν σε ένα άλλο σπιτάκι, γεμάτο κι αυτό με δέντρα και καρπούς. Κρυμμένοι μέσα σ’ένα σπηλιάρι, για να είναι πιο εξασφαλισμένοι, άκουγαν τις πατιές των Γερμανών, «αυτό δε θα το ξεχάσω ποτέ!». Σε αυτή τη διαρκή μετακίνηση, η μάνα της, τραυματισμένη και έχοντας μόλις βγει από το νοσοκομείο, αρχικά μετακινείται από τους χωριανούς και την οικογένειά της πάνω σε μία σκάλα. Τελικά μένει καθηλωμένη στο σπίτι, με την ελπίδα να σώσει κι αυτό και τον εαυτό της. Δυστυχώς η ελπίδα τους δεν επαληθεύεται και η μικρή Σταυρούλα, καθισμένη στο σπηλιάρι με την αδερφή της και άλλες γυναίκες, ενώ τα αδέρφια της είναι στο βουνό, παρακολουθεί από μακριά τις φλόγες που έβγαιναν από το χωριό και έκαιγαν το πατρικό της μαζί με τη μάνα της «Δεν μπορούσαν να την κινήσουν – ήταν και βαριά – και την κάψανε στο σπίτι μέσα», είναι τα λόγια του συγχωριανού της Σταυρούλας Τσακάκη, κ. Τσαγκαράκη. Η Σταυρούλα συνειδητοποιεί πολύ αργότερα αυτό που είχε συμβεί «Έκλαιγε η κακομοίρα η αδερφή μου, γιατί εγώ ήμουνα μικιό… Κι έτσι εγλιτώσαμε εμείς κι επήγε η μάνα μου»…
Μετά από όλα αυτά, η Σταυρούλα προσπαθεί μαζί με την οικογένειά της να ξαναχτίσουν τη ζωή τους σε ένα καινούριο μέρος.
Στον Άγιο Παύλο μαζί με τα αδέρφια της κουβαλούν χαλίκια από τον ποταμό και ξύλα, για να στήσουν ένα σπιτικό και η ίδια βάζει φωτιά για να μαγειρέψει το φαγητό μιας νέας ζωής χωρίς της μάνα τους.

β) Ο ΔΩΔΕΚΑΧΡΟΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΛΑΚΚΟΥΣ

Ο Μιχάλης Σαρρής

Τις μαρτυρίες του από τα χρόνια αυτά μας εξιστορεί αμέσως μετά ο Μιχάλης Σαρρής από τους Λάκκους, ο οποίος τότε ήταν μόλις δώδεκα (12) χρόνων. Καθώς προχωρούσε η κατοχή, οι σπόροι και οι καρποί των ανθρώπων σκορπίστηκαν. Η ζωή ήταν πολύ άσχημη. Ετρωγαν χόρτα μεσημέρι και βράδυ, «ούτε λάδι ούτε ψωμί. Ήταν ανθρώποι που την Κατοχή δεν κατέω αν εφάγανε 20 φορές ψωμί». Οι αγγαρείες ήταν πολλές για όσους ήταν από 15-16 χρόνων και πάνω. Έπρεπε καθημερινά να δουλεύουν σκληρά, από το πρωί ως το βράδυ. Σχολείο στους Λάκκους υπήρχε, με έναν παπά όμως και μία δασκάλα για το τριτάξιο σχολείο των 100 παιδιών, γιατί τον δάσκαλο «τον πήρανε στον πόλεμο». Πέρα όμως από την πείνα και την κούραση, αυτό που θυμάται πολύ έντονα ο Μιχάλης Σαρρής ήταν ότι «όλο ήμαστε στον κίνδυνο, μικροί και μεγάλοι».

γ) Ο ΔΕΚΑΧΡΟΝΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΙΒΑΔΑ

Ο Αλέξανδρος Παπαδερός

Ο Αλέξανδρος Παπαδερός από τον Λιβαδά, δέκα (10) χρόνων τότε, περίμενε και φοβόταν κάθε στιγμή αυτό που βίωσε η Σταυρούλα Τσακάκη. «Πάντα υπήρχε η υποψία και η διάδοση ότι θα μας κάψουν τα χωριά. Ξέραμε ότι κάποια στιγμή, αυτά που αγαπούσαμε, τα σπίτια μας, τους ανθρώπους μας, τους συγγενείς μας, ο ένας τον άλλο, κάποια ώρα θα’ρθει μια καταστροφή». Πράγματι, συνεχίζει ο Αλέξανδρος Παπαδερός, μια μέρα «πρωί πρωί με ξύπνησε η μάνα μου η μακαρίτισσα να τρέξω στη Σούγια για να κουτελώσω τα ζώα μας και να μην προxωρήσουν να μπουν στη νεκρά ζώνη. Πήγα έξω από το χωριό και είδα τους πρώτους Γερμανούς στρατιώτες που ανέβαιναν». Αμέσως κατάλαβε ότι ήρθε η μέρα που η νεκρή ζώνη θα γινόταν νεκρό χωριό.
Ο μικρός Αλέξανδρος τρέχει γρήγορα πίσω στο χωριό, για να βρει την καμπάνα της εκκλησίας που ήταν μπροστά σε μία ελιά. Χτυπάει με δύναμη το σήμαντρο και διασχίζει το χωριό φωνάζοντας συνθηματικά «Οι τράγοι στους κήπους, οι τράγοι στους κήπους», όπως είχαν συμφωνήσει ότι θα έλεγαν, αν εμφανίζονταν οι Γερμανοί. Μόλις ακούγονται τα αεροπλάνα, ο Αλέξανδρος μαζεύει τα μικρά παιδιά γύρω από έναν μεγάλο βράχο. Πολύ σύντομα έρχονται τα «στούκας», κάνουν έναν γύρο γύρω από το χωριό και πέφτουν οι βόμβες. Με το που τελειώνει ο βομβαρδισμός, πρώτη δουλειά των Γερμανών στρατιωτών είναι να μπουν στα σπίτια και να συγκεντρώσουν όσους βρουν μέσα. Παίρνουν τον Αλέξανδρο μαζί με άλλους, «δεν ξέραμε πού μας πηγαίνουν. Φτάσαμε κάπου σε κάποια σπίτια. Μία πόρτα στενή. Μας οδήγησαν σε ένα κελί. Εκεί καταλάβαμε πως ήμασταν στη φυλακή. Εγώ δεν ήξερα τι ήταν η Αγυιά και τι ήταν η φυλακή».
Μέσα στη φυλακή τα συναισθήματα είναι πολύ έντονα: «Ήταν ο φόβος, ήταν η άγνοια, ήταν η αγωνία, ήταν η στενοχώρια», όπως το λέει και η ίδια η λέξη. Και όλα αυτά σε συνδυασμό με την πείνα και τη δίψα. «Αν μας δίνανε νερό, θα πίναμε, και τι νερό θα πίναμε δεν το ξέραμε. Και τι θα τρώγαμε δεν το ξέραμε. Τελικά το μεσημέρι μας δώσανε στον καθένα από ένα κονσερβοκούτι αδειανό. Καταλάβαμε ότι αυτό θα ήταν το μόνιμο πιάτο μας».
Ο Αλέξανδρος Παπαδερός συνεχίζοντας θυμάται χαρακτηριστικά τη γιορτή του αγίου Δημητρίου. Ήταν 25 Οκτωβρίου μεσάνυχτα, παραμονή της γιορτής του αγίου.
«Άλλοι ήταν ξαπλωμένοι στο κελί, οι πιο πολλοί, άλλοι έστεκαν. Εγώ στεκόμουν. Ήρθε στο μυαλό μου η γιορτή του αγίου Δημητρίου. Σήμαινε πολλά πράγματα για μένα, γιατί κοντά στο χωριό μας υπάρχει μία εκκλησία παλιά και πανέμορφη του αγίου Δημητρίου. Εκεί θερίζαμε, μαζεύαμε τις ελιές μας και γινόταν και μία λειτουργία. Έπαιξα λοιπόν με τις παραστάσεις της μνήμης και τους αγίους και έκανα κάτι που δε συνήθιζα μέσα στο κελί, μία προσευχή… Δεν ήξερα τότε τι είδους προσευχή να κάνω, ούτε το “Πάτερ ημών” ούτε τίποτα… Δεν ξέρω πώς, το μυαλό μου πήγε στο ξεροκόμματο δίπλα στον τοίχο, υπήρχε εκεί μία τρύπα και το άφηνα κάθε βράδυ. Κι είπα λοιπόν: “Άγιε Δημήτριε, μόνο μη μ’αφήσεις ν’ αποφάω αυτό το ξεροκόμματο εδώ μέσα…”. Πριν καλοξημερώσει, ανοίγει απότομα η σιδερένια πόρτα με πολύ θόρυβο. Φώναξαν τα ονόματά μας των παιδιών, καταλάβαμε ότι ήρθε η ώρα των εκτελέσεων και ότι εμείς θα ήμασταν οι πρώτοι. Σηκωθήκαμε, “ράους, ράους”, έξω, μας πήραν τα παιδιά και μας πήγαν στην έξοδο της φυλακής. Έξω από την πόρτα έστεκε το μαύρο αυτοκίνητο του διοικητή. Ήταν μέσα ο διοικητής και ο οδηγός. Μας βάλανε και καθίσαμε στο πίσω κάθισμα όλοι μαζί, γύρισε κάποια στιγμή και μας είπε “σπίτι”. Δεν ξέρω πώς είχε μάθει τη λέξη “σπίτι”…»
Το βίωμα αυτό τον σημάδεψε για πάντα και τον μεγάλωσε πολύ γρήγορα «Εμείς δε ζήσαμε παιδική ηλικία…Παίξαμε έναν πήδο και πήγαμε στα 18-19 χρόνια… Χάσαμε το ωραιότερο κομμάτι της ζωής, αυτό που χαίρεστε εσείς τώρα…».

δ) Ο ΔΕΚΑΕΠΤΑΧΡΟΝΟΣ
ΤΟΥ ΜΑΝΤΑΧΑΟΥΖΕΝ

Ο Παπουτσάκης Σταύρος

Ο Παπουτσάκης Σταύρος από τα Μεσκλά, τέλος, γεννημένος το 1925, ήταν 15 χρόνων, όταν ήρθαν οι Γερμανοί. Σε ηλικία 17 χρόνων και συγκεκριμένα στις 10 Φλεβάρη έπειτα από μία περικύκλωση οδηγήθηκε στο στρατόπεδο της Αγυιάς και από κει στην Αθήνα, τη Σερβία, το «Μαντχάουζεν, το κεντρικό στρατόπεδο» και από κει σε διάφορα άλλα στρατόπεδα, όπως συνήθιζαν να κάνουν οι Γερμανοί. Στο πρώτο στρατόπεδο παρέμεινε 4-5 μήνες. «Μετά με πήγανε στο φοβερό στρατόπεδο… Εκεί ήταν 50.000 αιχμάλωτοι, είχε εργοστάσια, φούρνους, άστα…». Η αφήγησή του είναι συγκλονιστική… «Κάθε Κυριακή μας εγδύνανε από τη μέση και πάνω, 200-300 άτομα… “Κομ, κομ”, μας έλεγαν οι Γερμανοί. Οι άνθρωποι πήγαιναν, νομίζανε ότι θα κάνουνε μπάνιο κι αυτοί ανοίγανε τα αέρια και, πάπα, στο κρεματόριο… Από το ένα Σάββατο στο άλλο έπρεπε να πεθαίνουν 2.000 και να συμπληρώνουν με άλλες 2.000».
Οι μπλαβάδες στο σώμα των ανθρώπων, η πείνα και η κακομοιριά ήταν το καθημερινό μαρτύριο όσων απέμεναν στη ζωή. Είκοσι πέντε (25) κιλά, «πετσί και κόκαλο, τα μάτια είχαν πάει εκεί»! Κι αν κάποιος είχε την «ατυχία» να ασθενήσει, αυτό σήμαινε και το τέλος του. Ο Σταύρος Παπουτσάκης θυμάται, το συγκρατούμενό του, ένα παιδί από τη Μακεδονία, που του ζήτησε να καπνίσει λίγο από το από το αποτσίγαρο του γερμανού στρατιώτη που είχε περιμαζέψει «Τον λιγομαριάζει το τσιγάρο και πέφτει στην αριστερή μεριά. Περνούν αυτοί που μάζευαν τους πεθαμένους, τον θωρούν πεσμένο και τον πετάξανε στον φούρνο… Ε, δεν εξανακάπνισα… πάπαλα… φοβερά και τρομερά πράγματα…αιχμάλωτοι…».
Τελικά ο θάνατος ή η σωτηρία στα χρόνια της Κατοχής ήταν και θέμα τύχης, όπως φαίνεται από το τέλος της «ιστορίας» του! Ο Σταύρος Παπουτσάκης θυμάται τον εαυτό του να τρέχει μαζί με άλλους 5.000-6.000 και να τους κυνηγούν οι Γερμανοί με σκύλους και με όπλα. «Μας επήραν πρωινή ώρα και μας εκυνηγούσαν. Φορούσαμε τσόκαρα κι έτσι δεν μπορούσαμε να λυγίσουμε τα πόδια μας. Μας έβαλαν σε μία πολύ μεγάλη γαλαρία. Εκεί τώρα οι 2 Γερμανοί διαφωνήσανε, ο ένας ήθελε να ανατινάξει τη γαλαρία και να μας σκοτώσει όλους κι ο άλλος δεν ήθελε. Και προλαβαίνει αυτός που δεν ήθελε και σκοτώνει τον άλλο κι εγλιτώσαμε… Μας γερνούν πίσω και την αύριο απελευθερωθήκαμε».

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ
Με αφορμή τη Μάχη της Κρήτης, αποφασίσαμε να συναντήσουμε τους ανθρώπους αυτούς και να ακούσουμε την ιστορία τους. Την ιστορία τεσσάρων μικρών παιδιών, τα οποία, δεκαετίες μετά τη γερμανική Κατοχή, κρατούν μέσα τους συναισθήματα, μνήμες και εικόνες ανεξίτηλες. Μικρά παιδιά, που έβοσκαν πρώτα αμέριμνα τα ζώα τους, που ζούσαν γαλήνια με την οικογένειά τους, που δεν ήξεραν τι είναι τα αμάξια, ανακατώθηκαν στην τρέλα του πολέμου. Έζησαν ένα μεγάλο μέρος των παιδικών τους χρόνων εγκλωβισμένοι σε μια σπηλιά, σε ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρο, σε ένα στρατόπεδο, είδαν πράγματα «φοβερά και τρομερά». «Ήμασταν μικροί μεγάλοι και ένα παιδί έχει τα δικά του αισθήματα…», εξομολογείται ο Παπαδερός, «όλο μας εφοβερίζανε και όλο τρέμαμε», παραδέχεται αλλού ο Μιχάλης Σαρρής.
Αρχικά, ένα κορίτσι πέντε χρόνων, που είδε τις φλόγες που έσπειραν οι πατιές των Γερμανών. Ο ποταμός με τα χαλίκια του δεν έφτασε να ξεπλύνει τα δάκρυα της άμοιρης, η μάνα με τη σκάλα ανέβηκε στον ουρανό και το ρόγδι δεν ξανάγινε σπίτι. Ο φόβος και ο κίνδυνος μία καθημερινή απειλή για τον μικρό Μιχάλη. Μόλις 12 χρόνων και εξαθλιωμένος υπέφερε καθημερινά αγόγγυστα το μαρτύριό του! Ο δεκάχρονος Αλέξανδρος είχε μεγάλη δύναμη να χτυπά το σήμαντρο της εκκλησίας και στη στενοχώρια της φυλακής να κρατηθεί με την προσευχή του. Μία προσευχή δεμένη σε ένα ξεροκόμματο, μία προσευχή που έγινε επιστροφή στο καμένο σπίτι του. Τέλος, ο Σταύρος, του οποίου η ζωή στα δεκαεπτά ( 17) του χρόνια φυλακίστηκε στα στρατόπεδα, στα εργοστάσια, στους φούρνους, στα κρεματόρια, με τα λιπόσαρκα κορμιά να γινόταν κατά χιλιάδες καπνός. Δεν απελευθερώθηκε ποτέ από εκείνο το τσιγάρο που έσβησε το παιδί της Μακεδονίας. Αιχμάλωτος!
Αναμνήσεις παιδιών της κατοχής ή κατοχή μιας ζωής από τις μνήμες του πολέμου; Έσπασε το ρόγδι και οι σπόροι χύθηκαν στο χώμα, μάτωσαν, θάφτηκαν και ποτίστηκαν με αλμυρά δάκρυα. Θα φυτρώσει το δέντρο της χαράς ξανά; Ας φυτρώσει για τα άλλα παιδιά.

ΕΠΙΜΕΛΗΘΗΚΑΝ
Αργυρώ Τζαγκαράκη & Ελπίδα Χελιουδάκη

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.