Μουσείο Τυπογραφείας

Στο Aγιο Oρος…

Το “Άξιον Εστί” σχίζει τα ήσυχα νερά και συνοδεία γλάρων κατευθύνεται για τη Δάφνη, το λιμανάκι του Αγίου Ορους. Ένα καρυδότσουφλο στο χέρι του Θεού είναι, τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο, σκέφτομαι, και συνειδητοποιώ ότι καμιά αγωνία για το “πού”, το “πότε”, το “πώς” και το “τι” δεν έχω. Το ρολόι μου το έχω κιόλας γυρίσει έξι ώρες μπροστά και έχω συμβιβαστεί με την ιδέα ότι δεν είναι 26 αλλά 13 Ιουνίου. Τις περισσότερες από τις βιοτικές σκέψεις για την καθημερινότητα τις άφησα να με περιμένουνε στην Ουρανούπολη, ενώ μία-μία αισθάνομαι να ξελεπίζονται από πάνω μου και οι υπόλοιπες. Είμαι μόνος μα δεν αισθάνομαι μοναξιά…

Οδεύουμε για την Ιβήρων, έχοντας μόλις μοιραστεί μια τομάτα στα τέσσερα, με τους τρεις προσκυνητές απ’ το Άργος που γνωριστήκαμε πριν από είκοσι μόλις λεπτά στην Κουτλουμουσίου, όταν σε μια στροφή του δρόμου βλέπουμε σ’ ένα πανέμορφο εκκλησάκι, ν’ ανεμίζει ένα μαύρο ράσο. Είναι ο υποτακτικός του γέροντα Μαξίμου του κτήτορος, μαθαίνουμε αμέσως μετά το “ευλογείτε” και το “ευλόγησον”, τους αγιορείτικους χαιρετισμούς που ανταλλάσσουμε. Ντάλα μεσημέρι και τα τζιτζίκια ψέλνουν στην διαπασών τον παρακλητικό κανόνα, ειδικά στην Παναγία τη Δώτηρα.. Ωστόσο εμείς καθόμαστε στο κελί του 94χρονου τυφλού Γέροντα και ακούμε από τα χείλη του την ιστορία της δικής του Παναγίας, ενώ απολαμβάνουμε τ’ αγιορείτικα κεράσματα: το κρύο νερό, το λουκούμι και το τσίπουρο…

Όλα εδώ είναι ενδεδυμένα το μεγάλο, το πλούσιο και το πολύ! Η πρώτη σκέψη με το που φτάνω, παρέα με δυο Κύπριους (οι παρέες στο Αγιο Ορος σχηματίζονται μα και διαλύονται εύκολα) πρωί, ώρα κόσμου 10:30, στη Μονή της Αγίας Λαύρας. Μου την “υπαγόρευσε” μπαίνοντας στην είσοδο, κοιτάζοντάς με απ’ την εικόνα του, και ιδρυτής της, Άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, όρθιος στον αριστερό τοίχο, φορώντας τον τεράστιο σιδερένιο σταυρό του και κρατώντας το ίσαμε δίμετρο μπόι του, σιδερένιο, μυτερό στην άκρη, ραβδί του. Το διαπιστώνουμε, όμως κι ιδίοις όμμασι. Ωστόσο είμαστε κιόλας στο μπαλκόνι του Αρχονταρικιού, σ’ ένα μετέωρο μπαλκόνι μεταξύ ουρανού και γης, απολαμβάνουμε το αγιορείτικο κέρασμα και ταυτόχρονα γράφουμε στο βιβλίο των επισκεπτών τα στοιχεία των διαμονητηρίων μας…

Θα ‘χω πολλά να θυμάμαι, όταν θα βγω στον κόσμο, σκέφτομαι: Την πρωινή λειτουργία σ’ ένα απ’ τα παρεκκλήσια του Καθολικού της Μονής της Μεγίστης Λαύρας. Το πρωινό νηστίσιμο πρωινό (τσάι, ελιές, μαρμελάδα, ταχίνι, σταφίδες και ψωμί) στην τράπεζα της ίδιας μονής. Μια κουβέντα με τον αρχοντάρη, λίγο πριν την αναχώρησή μας. Τη δίωρη διαδρομή που καλύψαμε με το HANOMAG του πατρός Χριστοφόρου, κελιώτη μοναχού, απ’ το Λασίθι, μέχρι να φτάσουμε στη Μονή του Αγίου Παύλου. Τη μεγάλη κουβέντα που είχαμε μαζί του, περί Αγίου Όρους. Τη συνάντηση με τον γέροντα Ιλαρίωνα στο κελί του πηγαίνοντας για τη σκήτη της Αγίας Άννας…

Ο ήλιος έχει μόλις βασιλέψει και οι απλοκαμοί του έχουν ήδη αρχίσει να βάφουν με τις ανταύγειες τους τα ήρεμα σαν λάδι νερά του Σιγγιτικού και το πόδι της Σιθωνίας. Τέσσερα πέντε χελιδόνια, φτερωτοί μοναχοί, επιμένουν να αντιφωνούν τους ύμνους του απόδειπνου στην Πάντων Χαρά. Ο χρόνος κρατά την αναπνοή του κι έχω την αίσθηση ότι απέθανε οριστικά. Εδώ στο εξωτερικό κιόσκι της Μονής του Αγίου Παύλου. Αύριο βγαίνω στον κόσμο…

Κάποτε, πριν από 23 χρόνια, έκανα ένα ταξίδι στο Άγιο Όρος. Την επόμενη χρονιά έκανα άλλο ένα ταξίδι. Από καθαρή περιέργεια ξεκίνησε το πρώτο, το παραδέχομαι. Από μια βαθιά εσωτερική ανάγκη, έγινε το δεύτερο (σ’ αυτό ο “Στάσεις”) το ομολογώ. Από σήμερα το μεσημέρι, Θεού θέλοντος θα είμαι για τρίτη φορά στο περιβόλι της Παναγίας. Εις το επανιδείν, Ουρανούπολη!

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.