Μουσείο Τυπογραφείας

Σκοποί και νοήματα ζωής

Ανθισμένες οι φρέζες στις γλάστρες έξω από το καφέ “ΕΝΘΥΜΙΟ”. Άσπρες, όπως οι γνήσιες και παλαιικές, αλλά και  κίτρινες, στο χρώμα του κρόκου και πλάι τους μενεξελιές, σκόρπιζαν γύρω πρώιμες πασχαλιάτικες ευωδιές. Όπως πολλά απομεσήμερα, η παρέα άρχισε να μαζεύεται στο καφενείο, με βοηθό τη λιακάδα.  Η Βαλάντω ήταν σκεπτική:

-Ονειρεύτηκα χτες καλεσμένους να έρχονται απροειδοποίητα στο σπίτι μας, μια γενική αναστάτωση, κι εμένα να έχω αγωνία, να προσπαθώ να ετοιμάσω το τραπέζι για να τους περιποιηθώ.
Ποιοι ήταν εκεί, θυμάσαι; Ήταν άγνωστοι;Ρώτησε η Μαρία.
-Έλα κι εσύ, τώρα… Δηλαδή, έχει σημασία αν ήταν άγνωστοι ή γνωστοί; Όνειρο ήταν… Σχολίασε ο Νικόλας.
-Ήταν ο παππούς και η γιαγιά μου, μια θεία μου που έχει φύγει, και κάποιοι άλλοι, άγνωστοι. Απάντησε η Βαλάντω .
-Αυτές τις μέρες όλοι έχομε στη σκέψη μας δικούς μας ανθρώπους που έχουν φύγει. Η διαδρομή προς τη Μεγαλοβδομάδα και  μέσα από τις  ημέρες μέχρι την Ανάσταση, είναι φορτισμένη συναισθηματικά. Όμως τα Αναστάσιμα μηνύματα διαλύουν τη θλίψη και μας δίνουν στήριγμα στην παραπέρα διαδρομή μας. Είπε ο Κώστας.
-Έτσι ακριβώς. Εγώ περιμένω πώς και πώς τις Παρασκευές. Με συγκινούν πολύ τα κοντάκια και οι ύμνοι των Χαιρετισμών. Συμπλήρωσε η Ελένη.
-Και ποιοι έγραψαν αυτούς τους ύμνους; Κοίτα μη σε πιάσω αδιάβαστη! Είπε ο Αγησίλαος.
-Ρωμανός ο Μελωδός και Άγιος Ιωσήφ ο υμνογράφος. Αυτούς τους ποιητές, πώς να τους ξεχάσεις;
Ένας νέος άνδρας πέρασε μέσα στην αίθουσα του καφενείου. Κρατούσε μια τσάντα, καλησπέρισε ευγενικά και ρώτησε:
-Έχω μπλοκάκια με στυλό, φακούς, κομπολόγια. Θέλετε κάτι από αυτά;
-Έχω από όλα, δεν τα χρειάζομαι, να σου δώσω, όμως, δύο ευρώ, είπε ένας κύριος.
-Σας ευχαριστώ, αλλά δεν ζητώ ελεημοσύνη. Εργάζομαι. Πουλάω αυτά τα είδη, κι εσείς αν θέλετε αγοράζετε. Θέλω με τον κόπο μου να βγάζω τα έξοδά μου.Διευκρίνισε ευγενικά ο πλανόδιος πωλητής.
-Το μήνυμα ελήφθη. Τι λέγαμε τις προάλλες για την ισότιμη συναλλαγή; Δώσε μου ένα κομπολόι, φίλε μου. Είπε ο Μενέλαος.
Σε λίγο ο πωλητής είχε ξεπουλήσει τη λιγοστή πραμάτεια του και έπινε έναν καφέ που κέρασε ο καταστηματάρχης.
Τρία νέα παιδιά, μαθητές Λυκείου, πέρασαν και ζήτησαν από έναν καφέ σε χάρτινο ποτήρι, με τη διευκρίνηση:
-Πάμε για το φροντιστήριο.
-Παιδιά, κερασμένοι οι καφέδες σας. Θέλω όμως να μου πει ο καθένας σας,  με δυο κουβέντες, τι ονειρεύεται για τον εαυτό του. Τι θέλετε, τι εύχεστε για τον εαυτό σας; Άντε, ξεκινάμε! Είπε ο Κώστας.
-Εγώ θα ήθελα να είμαι υγιής, χαρούμενος και να γίνω πλούσιος. Είπε χωρίς δεύτερη σκέψη ο πρώτος μαθητής.
-Εγώ θα ήθελα να γίνω ένας καλός μηχανικός και να έχω πάντα όρεξη να κάνω νέα πράγματα. Είπε ο δεύτερος.
-Εγώ θα ήθελα να γίνω βοσκός για να μυρίζομαι τον καθαρό αέρα και να είμαι στο χωριό μαζί με τον αδερφό μου, είπε χαμογελώντας ο τρίτος.
-Όλοι καλά τα είπατε, προβιβάζεστε! Μόνο εκείνο το “πλούσιος” να το προσέξεις, φίλε μου, είπε ο Κώστας στο πρώτο παιδί. Να θυμάσαι, το χρήμα όχι μόνο δεν έχει σχέση με την υγεία, τη χαρά και την ευτυχία, αλλά μπορεί και να κάνει ζημιά σε όλα αυτά.
-Πήρατε όλοι καλό βαθμό από τον καθηγητή, είπε χαμογελώντας ο Νικόλας.
-Μπράβο, παιδιά, καλή πρόοδο να έχετε! Ευχήθηκαν όλοι.
Ο ήλιος άρχισε να χαμηλώνει.   Ένας- ένας άρχισαν και οι θαμώνες να παίρνουν το δρόμο για το σπίτι.

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.