Μουσείο Τυπογραφείας

Σκέψεις… από μιαν εθελόντρια

Eχει ειπωθεί πάρα πολλές φορές και από πολλούς, ότι η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της. Μην φανεί κάποιος να κάνει κάτι καλό, να ξεχωρίζει. Τον κατασπαράζει.
Αυτό σκεφτόμουν όταν με την ευκαιρία του   Μαραθωνίου, που έλαβε χώρα την περασμένη Κυριακή  στην Αθήνα, διάβασα κάπου για τον αθλητή αυτόν. Είχα ακούσει και παλιότερα το όνομά του αλλά προφανώς πέρασε ξώφαλτσα από το κεφάλι μου. Γι αυτό και δεν είχα συγκρατήσει περίσσιες λεπτομέρειες. Αυτήν την φορά όμως τον μελέτησα, τον έμαθα, τον θαύμασα. Γι αυτό θέλω  να  γνωρίσω και σε σας τον άγνωστο μέχρι σήμερα, σε μένα, Στέλιο Κυριακίδη.
Γεννήθηκε το 1910 στην Κύπρο, σε ένα ορεινό χωριό της επαρχίας Πάφου. Με το που τελειώνει το δημοτικό πιάνει δουλειά για να βοηθήσει την οικογένεια. Σ αυτές τις εργασιακές του αναζητήσεις γνωρίζει έναν Άγγλο γιατρό (μην ξεχνάτε, η Κύπρος τότε ήταν ακόμα Βρετανική αποικία) που αντιλαμβάνεται την δυνατότητα του νεαρού αυτού να ασχοληθεί όχι μόνο με τον αθλητισμό αλλά και με τον πρωταθλητισμό (έχει μακριά πόδια και η καρδιά του χτυπά  40 με 50 παλμούς το λεπτό). Ούτως ή άλλως ο Στέλιος πάντα έτρεχε ακόμα και σαν μικρό παιδί στο χωριό του. Λένε πως αν ήθελαν να στείλουν μηνύματα σε άλλα μακρινά χωριά αυτός ήταν πάντα πρόθυμος να τα πάει. Τώρα όμως ασχολείται πιο συστηματικά. Προπονείται. Μόνο που το κάνει τα βράδια. Για  να μην  βλέπει ο κόσμος τον νεαρό με το κοντό παντελονάκι που τρέχει και να τον κοροϊδεύει.
Το 1929 επισκέπτεται την Αθήνα και γνωρίζεται με τον Ότο Σίμιτσεκ, Ούγγρο αρχιπροπονητή του ΣΕΓΑΣ. Αυτός είναι ο δεύτερος σημαδιακός άνθρωπος στην ζωή του Στέλιου.  Αναγνωρίζει το γνήσιο ταλέντο και του επισημαίνει τον σωστό τρόπο προπόνησης και άθλησης. Το αστέρι του Κυριακίδη αρχίζει να ανατέλλει. Νικά στους πρώτους αγώνες του στην Κύπρο. Μετακομίζει στην Αθήνα και πιάνει δουλειά στην Ηλεκτρική εταιρεία (πρόδρομο της ΔΕΗ). Συγχρόνως… αγωνίζεται. Ειδικότης του οι δρόμοι μεγάλων αποστάσεων.  5,000 μέτρα, 10,000 μέτρα και ιδιαίτερα ο  μαραθώνιος Αναδεικνύεται: Αμέτρητες φορές πανελληνιονίκης.  Δέκα φορές βαλκανιονίκης. Πολλές φορές πρώτος ή δεύτερος σε Ευρωπαϊκούς αγώνες. Ενδέκατος στον μαραθώνιο στους Ολυμπιακούς στο Βερολίνο. Το 1938 μετέχει για πρώτη φορά στον μαραθώνιο της Βοστώνης(έναν θρυλικό αγώνα που διεξάγεται ανελλιπώς  κάθε χρόνο μετά το 1896). Οι ομογενείς του χαρίζουν ένα καινούργιο ζευγάρι αθλητικά παπούτσια. Τα βάζει στον αγώνα, για πρώτη φορά και χωρίς κάλτσες. Τα παπούτσια τον πληγώνουν, τα πόδια του ματώνουν και ο Στέλιος αναγκάζεται να εγκαταλείψει τον αγώνα. Φεύγοντας όμως από την Βοστώνη υπόσχεται: θα ξανάρθω.
Μετά ήλθε ο πόλεμος. Ο αθλητισμός μέσα στην πείνα και τις κακουχίες είναι πολυτέλεια. Ο  Κυριακίδης κρύβει στο υπόγειο του σπιτιού του αντιστασιακούς και  συμμάχους. Όταν κάποια φορά συλλαμβάνεται από τους Γερμανούς η κάρτα του διαπίστευσης από τους Ολυμπιακούς αγώνες του Βερολίνου κάνει το θαύμα της.
Μετά το τέλος της Κατοχής ταλαιπωρημένος κι ο ίδιος από τις κακουχίες του πολέμου και βλέποντας την κατάντια των ανθρώπων και της χώρας αποφασίζει να βοηθήσει με τον μόνο τρόπο που ξέρει καλά. Να πάρει μέρος στον μαραθώνιο της Βοστώνης και να κάνει γνωστή την άθλια κατάσταση της Ελλάδας σε όλους. Ο ίδιος έλεγε: «Περισσότερο και από τη νίκη επιθυμώ να επιστρέψω στην πατρίδα μου μ’ ένα καράβι γεμάτο τρόφιμα, φάρμακα, ρουχισμό, ακόμα και αθλητικό εξοπλισμό για τους νέους».
Το ταξίδι στην Αμερική φαντάζει ακατόρθωτο. Χρήματα για το εισιτήριο δεν υπάρχουν. Βίζα από την Αμερικάνικη πρεσβεία χορηγείται μόνο σε Αμερικανούς υπηκόους. Ο ΣΕΓΑΣ δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να ταχυδρομήσει κάποια απαραίτητη βεβαίωση.  Η τράπεζα αρνείται να του δώσει συνάλλαγμα. Ωστόσο με τις άοκνες προσπάθειες του ίδιου του Κυριακίδη, όλες οι δυσκολίες με κάποιον τρόπο λύνονται. Πουλά  την ηλεκτρική  κουζίνα και το ραδιόφωνό του. Παίρνει  βοήθεια 1,000 δολαρίων από την  εταιρεία Ηλεκτρισμού. Η προσωπική του γνωριμία με τον Αμερικανό πρόξενο τού παρέχει την πολυπόθητη βίζα. Ένα προς ένα τα διάφορά προβλήματα μετά από πολύ κόπο και προσπάθεια λύνονται ώσπου ο αθλητής μας αντιμετωπίζει το μεγαλύτερο, την παραμονή των αγώνων. Οι γιατροί του μαραθωνίου που εξετάζουν όλους τους αθλητές δεν θέλουν να τον αφήσουν να πάρει μέρος. Είναι λένε τόσο καταβεβλημένος και υποσιτισμένος που δεν θα καταφέρει να επιβιώσει από τον αγώνα. Αναλαμβάνει την ευθύνη και υπογράφει υπεύθυνη δήλωση ότι γνωρίζει τις συνέπειες της πράξεώς του.
Η εκκίνηση του αγώνα δίδεται στις 12 το μεσημέρι της 20ης Απριλίου του 1946. Μετά από 2 ώρες 29 λεπτά και 27 δευτερόλεπτα ο Στέλιος Κυριακίδης γίνεται ο πρώτος μη Αμερικανός αθλητής που κερδίζει τον μαραθώνιο δρόμο της Βοστώνης. «For Greece» φωνάζει τερματίζοντας. Και αργότερα συμπληρώνει: «έτρεξα για εφτά εκατομμύρια πεινασμένους Έλληνες».
Μετά τον θρίαμβό του τον ρωτούσαν πολλοί-μέχρι και ο Πρόεδρος Χάρι Τρούμαν- τι θα ήθελες να κάνουμε για σένα; Κι αυτός απαντούσε. Για μένα τίποτα. Μόνο για την Ελλάδα.
Ήταν τόση η επιμονή και η πειθώ του που κατάφερε από δωρεές να μαζέψει τόνους τροφίμων φαρμάκων, ρούχων. Δυό πλοία χρειάστηκαν για να μεταφερθούν όλα αυτά στην Ελλάδα. Συγχρόνως συγκέντρωσε και 250,000 δολάρια για τους ταλαιπωρημένους Έλληνες της Κατοχής και του Εμφυλίου. Την είπανε «πακέτο Κυριακίδη» αυτή την βοήθεια –πακέτο ζωής θα έλεγα εγώ (πολύ πριν από το πακέτο Ντελόρ και τα διάφορα πακέτα που μας κατέκλυσαν εκ Δυσμών. Που  μας έκαναν καλοπερασάκηδες κι ανεύθυνους και που επιζητούσαν σε αντάλλαγμα από εμάς γήν και ύδωρ). Και την επόμενη χρονιά τον Μάρτιο του 1947 λόγω της τόσης μεγάλης δημοσιότητας που είχε δοθεί στην κατάσταση της Ελλάδας από τον άνθρωπο αυτό, μας δίδεται  από την Αμερική οικονομική βοήθεια 400,000,000 δολαρίων (προκαταβολή  από το σχέδιο Μάρσαλ που οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι το πήραν στις αρχές του 1948 ).
Η επιστροφή του μαραθωνοδρόμου μετά από ένα μιση περίπου μήνα στην Αμερική κατάφερε να ενώσει (εν μέσω εμφυλίου) όλους τους Έλληνες αριστερούς και δεξιούς, στην υποδοχή του. Λένε πως έκανε οκτώ ώρες να φτάσει στο σπίτι του. Εκείνη την ημέρα  φωταγωγήθηκε, για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο και η Ακρόπολη.
Ο Κυριακίδης είναι, ο πρώτος αθλητής παγκοσμίως που αγωνίστηκε για κάποιον σκοπό. Για την Ελλάδα το 1946.  Πήγε  ξανά στην Βοστώνη τον επόμενο χρόνο, ενώ το ήξερε πως βρισκόταν πια στο τέλος της καριέρας του. Πήγε  και πάλι  με σκοπό. Να  μαζέψει αυτή τη φορά χρήματα για τη συμμετοχή της Ελληνική αθλητικής ομάδας στους Ολυμπιακούς του Λονδίνου το 1948. Πράγμα που το κατάφερε.
Διαβάζω για τον μεγάλο αυτόν αθλητή, για τον μεγάλο αυτόν άνθρωπο. Τον είδα κιόλας σε κάποια βίντεο στο διαδίκτυο. Και τον άκουσα μιας και έζησε μέχρι το 1987. Τέτοιος άνθρωπος του «εμείς» και όχι του «εγώ». Της προσφοράς και όχι της καλοπέρασης εαυτού. Αναρωτιέμαι. Γιατί άραγε δεν είναι ευρύτερα γνωστός; Δεν θάπρεπε να τον ξέρουμε  όλοι; Δεν θάπρεπε τα μέσα επικοινωνίας να τον αναφέρουν συχνά; Μοιάζει σαν η εποχή μας και οι δικοί της -αυτοί που κινούν διάφορα νήματα -να μην θέλουν να γνωρίζουμε τέτοιους ανθρώπους, πρότυπα ήθους και ανθρωπιάς. Παραδείγματα για τους νέους μας. Σαν, οι υποδειγματικοί αυτοί άνθρωποι, να χαλάνε την μανέστρα του εγωκεντρικού και  του «μόνο της ύλης ατόμου» που έχωμε γίνει .

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.