Μουσείο Τυπογραφείας

Σκέψεις… από μιαν εθελόντρια

Διάβασα αυτές τις μέρες του υποχρεωτικού εγκλεισμού, μιαν ιστορία από την Αφρική.
Για έναν άνθρωπο μιλούσε, έναν από αυτούς τους μυστήριους, που δεν χρωστάνε καλό σε κανένα. Που δεν μπορούν να βλέπουν άλλα άτομα χαρούμενα, δίπλα τους. Που όταν αντιλαμβάνονται κάτι καλό η επιθυμία τους είναι να το χαλάσουν. Που το μόνο που τους ευχαριστεί είναι να σπέρνουνε ανακατωσούρες και καταστροφές. Όλοι ξέρουμε τέτοιους ανθρώπους γύρω μας. Όλες οι κοινωνίες έχουν και κάποιους τέτοιους να δείξουν.
Αυτός λοιπόν ο «καλός» άνθρωπος βρισκόταν κάποτε στην έρημο με την καμήλα του. Μέσα στην θάλασσα της άμμου όπου ταξίδευε για μέρες, είδε κάποια στιγμή από μακριά κάτι να πρασινίζει. Ήταν μια μικρή όαση. Πλησίασε, ξεκαβαλίκεψε, πλύθηκε, ήπιε νερό και μετά ξάπλωσε πάνω στην άμμο να ξαποστάσει. Έτσι που ξεκουραζόταν, το μάτι του πλανιόταν ολόγυρα. Στην λιμνούλα με το καθαρό νερό, στους φοίνικες που φύτρωναν δίπλα στις όχθες της. Ξάφνου κοντά του βλέπει ένα νεαρό δεντράκι πράσινο, τρυφερό, να ορθώνει το ανάστημά του. Το ζήλεψε, ο φθονερός άνθρωπος, αυτό το νεαρό φυτό που με τόση νεανική ορμή τάνυζε το κορμί του προς τον ήλιο. Κι επειδή όπως είπαμε δεν μπορούσε να βλέπει δίπλα του τίποτα καλό, πήρε μια κοτρώνα και την απίθωσε πάνω στην κορφή του μικρού φοίνικα. Το δεντρί, λέει η ιστορία, στην αρχή πόνεσε. Προσπάθησε να πετάξει το βάρος από πάνω του αλλά δεν μπόρεσε. Έμεινε μουδιασμένο να συλλογάται πως τώρα πια έφτασε το τέλος, αφού δεν θα μπορέσει ποτέ να ξεφύγει από την πέτρα και να μεγαλώσει. Μετά από μερικές μέρες μαρασμού όμως, το έπιασε το πείσμα. Τουλάχιστον, σκέφτηκε, να αγωνιστώ προτού μαραθώ για πάντα. Και στερέωσε τις ρίζες του. Τις έστειλε να μακρύνουν να πιαστούν καλά στο χώμα, να ψάξουν να βρουν νερό. Έσπρωξε τον κορμό του ν’ ανασηκωθεί και να τιναχτεί προς τον ήλιο και τον ουρανό.
Πολλά χρόνια μετά ο άνθρωπος αυτός της ιστορίας μας, βρέθηκε πάλι στην ίδια όαση. Από διαστροφή έψαξε να βρει τον μικρό φοίνικα που είχε παλιότερα πλακώσει με την κοτρώνα. Ήθελε να βρει το ξεραμένο απομεινάρι για να χαρεί. Μα τι παράξενο! Εκεί που περίμενε να δει ένα μικρό κουφάρι δέντρου αντίκρυσε ένα θεριό φοίνικα. Και άκουσε και την φωνή του-γιατί τότε στα παλιά τα χρόνια τα δέντρα είχαν φωνή-να τον καλεί να κοιτάξει στην καρδιά του. Μες την καρδιά του φυτού βρισκόταν εκείνη η πέτρα που είχε βάλει ο άνθρωπος για να το καταστρέψει. Και λένε πως ο φοίνικας έσκυψε και του ψιθύρισε:
«Σε ευχαριστώ, άνθρωπε και χάρη σου χρωστώ, που έβαλες κάποτε εκείνη την πέτρα πάνω στο κορμί μου. Το βάρος της με έκανε πιο δυνατό.»
Διαβάζω την ιστορία αυτή και σκέφτομαι πόσο μοιάζει με την σημερινή δύσκολη κατάσταση. Και σε μας, σε όλον τον κόσμο και παντού, σαν τον μικρό φοίνικα έκατσε μια πέτρα πάνω στο κορμί μας. Θα αφήσωμε τον εαυτό μας να ξεραθεί και να τελειώσει; Πνευματικά και ψυχικά εννοώ. Ή θα αναντρανίσωμε, θα στελιώσωμε τα πόδια και θα αντισταθούμε; Θα αντισταθούμε στο άγχος, στον φόβο, στην απαισιοδοξία και στην κατάθλιψη;
Σίγουρα το πιο εύκολο είναι να αφεθούμε στην μοίρα μας και να παραδώσουμε τα όπλα. Να μιζεριάσουμε και να δούμε σε αυτό που συμβαίνει το τέλος του κόσμου.
Ο κορονωγιός είναι μια συμφορά μεγάλη. Κανείς δεν το αμφισβητεί αυτό. Μα η ανθρωπότητα, στην μακραίωνη ιστορία της, έχει περάσει κι άλλες συμφορές, εξίσου μεγάλες. Επιδημίες, τσουνάμι, σεισμούς, λιμούς, καταποντισμούς. Κάποια στιγμή η συμφορά τελειώνει και η ζωή ξαναρχίζει. Παρ όλες τις απώλειες, παρ όλες τις πληγές, ο γη συνεχίζει να γυρίζει. Πού θα βρισκόμαστε εμείς, ο κάθε ένας από εμάς, την επόμενη μέρα; Τότε που θα τελειώσει με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο όλος αυτός ο ορυμαγδός. Θα αφήσωμε τον εαυτό μας να λυγίσει και να ξεραθεί ή σαν τον μικρό φοίνικα θα ατσαλωθούμε και θα πολεμήσουμε για να βγούμε την επόμενη μέρα πιο δυνατοί;

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.