Μουσείο Τυπογραφείας

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ

“Πτυχές εκβιομηχάνισης 1945-2010: Μία ιστορία”

Αντώνη Κεφαλά

35Επιχειρηματίες και Επιχειρήσεις, Κράτος, Τράπεζες και συνδικάτα

Με τη συνεργασία των Μιχ. Μητσόπουλου, Θαν. Παπανδρόπουλου, Αντ. Στρατάκη και Κωστ. Στρογυλλού, Εκδόσεις Ι. Σιδέρη, Αθήνα, 2019, σελ. 750.

Μία πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη για τη βιομηχανία στην Ελλάδα τη περίοδο μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο εξεδόθη πρόσφατα. Συγγραφέας της ο Αντώνης Κεφαλάς, έμπειρος οικονομολόγος με πολυετή διευθυντική εμπειρία σε μεγάλες Ελληνικές επιχειρήσεις καθώς και σε δημόσιους και ιδιωτικούς οργανισμούς που σχετίζονται με τη βιομηχανία  ο οποίος έχει  ταυτόχρονα και πλούσια συγγραφική δράση στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Στη συγγραφή του βιβλίου αυτού συμμετείχαν και συνέβαλαν και οι άλλοι έμπειροι οικονομολόγοι που προαναφέρονται. Το πόνημα πραγματεύεται την ιστορία της Ελληνικής βιομηχανίας στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο εστιάζοντας αφ ενός μεν  στην ιστορία  συγκεκριμένων βιομηχανιών και βιομηχάνων, αφ ετέρου δε στα στατιστικά δεδομένα που αφορούν τη βιομηχανία καθώς και στην οικονομική πολιτική που σχετίζεται με τη βιομηχανία. Ο συγγραφέας θεωρεί ότι ένας τομέας που διαχρονικά έχει αποτελέσει το “κλωτσοσκούφι“ της Ελληνικής κοινωνίας είναι η βιομηχανία, η οποία θεωρείται ένα απόλυτα αρνητικό πρότυπο. Ο Α. Κεφαλάς πιστεύει ότι η έχθρα της Ελληνικής κοινωνίας απέναντι στον αστο-βιομήχανο κρύβει ένα βαθύτερο πολιτιστικό θέμα. Αναφέρεται στη θεώρηση του Νικ. Διαμαντούρου για τις υπάρχουσες κουλτούρες στην Ελληνική κοινωνία μετά την ίδρυση του Ελληνικού κράτους. Η μία κουλτούρα στηρίζει τη πολιτική, κοινωνική και οικονομική αλλαγή και οι πνευματικές της καταβολές βρίσκονται στο διαφωτισμό και φιλελευθερισμό του 19ου αιώνα. Η άλλη κουλτούρα υποστηρίζει τη παραδοσιακή τάξη πραγμάτων, το υπάρχον status quo, και είναι αντικαπιταλιστική, ξενοφοβική, προστατευτική και κρατικίστικη. Αποτελεί  μία προ-δημοκρατική κουλτούρα συνδεδεμένη με το σύστημα των πελατειακών σχέσεων και η οποία διαχρονικά έχει καταφέρει να πάρει το πάνω χέρι στην Ελλάδα. Ο συγγραφέας θεωρεί ότι η Ελληνική κοινωνία και κατ’ επέκταση το Ελληνικό κράτος δεν μπόρεσε ουσιαστικά ποτέ να αποφασίσει εάν θέλει τη βιομηχανία ή όχι.  Υπήρχε βέβαια ανέκαθεν και η ιδεολογική φόρτιση όπως εκφραζόταν από το Δ. Μπάτση ο οποίος  έδινε προτεραιότητα στη βαριά βιομηχανία μέχρι το Κ. Βαρβαρέσο που έδινε προτεραιότητα στη γεωργία, τις υπηρεσίες και την ελαφρά βιομηχανία. Επιπρόσθετα ο συγγραφέας θεωρεί ότι μεταπολεμικά τα προβλήματα της Ελληνικής βιομηχανίας είναι διαχρονικά και παραμένουν διαχρονικά άλυτα. Ένα ακόμη θέμα, σύμφωνα με τον Αν. Κεφαλά, αφορά τους επικρατούντες μύθους που σχετίζονται με τη δασμολογική προστασία, την αντίθεση με τη σύνδεση με την ΕΟΚ και τη διασπάθιση χρημάτων. Ο συγγραφέας πιστεύει ότι η Ελληνική εκβιομηχάνιση αντιμετώπισε μεταξύ άλλων όλα τα προβλήματα της καθυστέρησης (που σχετίζονται με την ουσιαστική απουσία της χώρας στην επιστημονική και βιομηχανική επανάσταση που συντελέστηκε στην Ευρώπη το 17ο, 18ο και 19ο αιώνα)  όπως:
1. Το μικρό μέγεθος,
2. Την υστέρηση σε τεχνολογίες αιχμής, και
3. Το υψηλό κόστος εισόδου και τον ανταγωνισμό σε παγκόσμια κλίμακα.
Αυτά σε συνδυασμό με την επικρατούσα νοοτροπία στην Ελληνική  κοινωνία η οποία δεν αποδίδει ηθική αξία στη δημιουργία πραγματικού πλούτου και  που η λέξη βιομήχανος έχει αρνητική παρήχηση.

Οι απόψεις του ΟΟΣΑ για τους άξονες  βιομηχανικής πολιτικής των κρατών μελών του:
1. Ενθάρυνση επενδύσεων,
2. Προώθηση της έρευνας και της ανάπτυξης,
3. Εισαγωγή και διασπορά νέας τεχνολογίας,
4. Παροχή συμβουλών στη βιομηχανία,
5. Αντιμετώπιση θεμάτων απασχόλησης που εμποδίζουν τις προσαρμογές,
6. Υποστήριξη μικρο-μεσαίων μονάδων.
7. Αναδιάρθρωση δημοσίων επιχειρήσεων,
8. Απελευθέρωση των αγορών και ενίσχυση του ανταγωνισμού, και
9. Θέματα που σχετίζονται με το διεθνές εμπόριο.

Ο συγγραφέας χωρίζει το χρόνο μελέτης της Ελληνικής βιομηχανίας σε τέσσερις  περιόδους ως εξής:
Α) Τη περίοδο  1946-1952 που χαρακτηρίζεται από έντονη πολιτική και οικονομική ρευστότητα και αβεβαιότητα,
Β) Τη περίοδο 1953-1973 την οποία χαρακτηρίζει σαν τη χρυσή εποχή της Ελληνικής βιομηχανίας.Τη περίοδο αυτή οι σχέσεις του κράτους και της βιομηχανίας είναι αρμονικές, οι ρόλοι τους είναι ευδιάκριτοι ενώ στη χώρα πραγματοποιούνται σημαντικές βιομηχανικές επενδύσεις.
Γ) Τη περίοδο 1974-2002. Η περίοδος αυτή κατά τον Αν. Κεφαλά χαρακτηρίζεται από την αύξηση του εργατικού κόστους μεγαλύτερη από την αύξηση της παραγωγικότητας, την εκτεταμένη εμπλοκή του κράτους σε κάθε φάση της οικονομίας καθώς και τον άκρατο δανεισμό του κράτους αλλά και του ιδιωτικού τομέα.
Δ) Τη περίοδο από το 2002 μέχρι σήμερα, η οποία χαρακτηρίζεται από την υποβάθμιση του ρόλου της χώρας στην  Ευρωπαϊκή και παγκόσμια σκηνή καθώς και την οικονομική και πολιτική περιθωριοποίηση της.

Επιχειρήσεις και επιχειρηματίες η ιστορία των οποίων περιλαμβάνεται στο βιβλίο
1. ΑΓΕΤ-ΗΡΑΚΛΗΣ
2. ΔΕΛΤΑ
3. ΕΛΠΕ
4. ΕΝΑΕ-ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ ΣΚΑΡΑΜΑΓΚΑ
5. ΕΠΙΛΕΚΤΟΣ ΚΛΩΣΤΟΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ
6. INTRACOM
7. ΚΥΛΙΝΔΡΟΜΥΛΟΙ ΛΟΥΛΗ
8. ΟΜΙΛΟΣ ΜΠΟΔΟΣΑΚΗ
9. ΜΥΤΗΛΙΝΑΙΟΣ
10. ΜΠΙΣΚΟΤΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
11. ΠΑΚΟ
12. ΠΕΙΡΑΙΚΗ ΠΑΤΡΑΙΚΗ
13. ΤΙΤΑΝ
14. 3Ε
15. S&B
16. THEON SENSORS
17. VITEX
18. CHIMAR HELLAS
19. ΚΥΛΙΝΔΡΟΜΥΛΟΙ ΣΑΡΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
Ο Αν. Κεφαλάς υποστηρίζει ότι η μελέτη των σχέσεων του Ελληνικού κράτους και της βιομηχανίας καθώς και η πορεία της οικονομικής πολιτικής υποδεικνύει ότι οι δύο πρωταρχικοί στόχοι του Ελληνικού κράτους αναφορικά με τη βιομηχανία ήταν αφ ενός η απόκτηση εσόδων (όπως πχ με την επιβολή έκτακτης φορολογίας σε περιόδους ανεπάρκειας εσόδων)  και αφ ετέρου η απασχόληση για τη αντιμετώπιση της ανεργίας. Παράλληλα το Ελληνικό κράτος εφάρμοσε πολιτικές περιφερειακής ανάπτυξης (κάτι που είναι διαφορετικό από τη βιομηχανική πολιτική) οι οποίες δυστυχώς οδήγησαν σε δεκάδες βιομηχανικά κουφάρια ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα και τη Θράκη. Αναφερόμενος στο κλασσικό έργο του Mich. Porter [M. Porter, “The competitive advantages of Nations”, 1990] ο οποίος θεωρεί ότι η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας χαρακτηρίζεται από διαρκείς αλλαγές και όχι από μία ισορροπία εκτιμά ότι η κυβερνητική πολιτική για την ενίσχυση της βιομηχανίας θα έπρεπε να στοχεύει στη συνεχή άνοδο της παραγωγικότητας κάτι που ανέκαθεν δεν αποτελούσε στόχο της οικονομικής πολιτικής στη χώρα μας.

Η συμμετοχή της βιομηχανίας στο ΑΕΠ της Ελλάδας είναι αρκετά   μικρότερη από το μέσο όρο της  Ευρωπαϊκής Ένωσης
– Η συμμετοχή της βιομηχανίας στο ΑΕΠ της Ελλάδας είναι σήμερα μικρότερη του 9%.
– Η συμμετοχή της Ευρωπαϊκής βιομηχανίας στο ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι σήμερα περίπου 16%.
– Ο στόχος για τη συμμετοχή της βιομηχανίας στο ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής  Ένωσης για το 2020 είναι 20%.

Ο συγγραφέας συνοψίζοντας τα συμπεράσματα του για την εκβιομηχάνιση στην Ελλάδα αναφέρει :
1. Την ύπαρξη ιστορικής και ιδεολογικής αντιπάθειας για τη βιομηχανία στη χώρα,
2. Τη προσπάθεια εκβιομηχάνισης που άρχισε αργά σε σχέση με τα άλλα Ευρωππαικά κράτη,
3. Τη παντελή απουσία βιομηχανικής πολιτικής,
4. Τη χρησιμοποίηση δράσεων και πολιτικών που ταιριάζουν περισσότερο στο 19ο παρά στον 20ο αιώνα,
5. Το περιορισμένο αριθμό βιομηχανιών που έχουν τα απαιτούμενα προσόντα για να ευημερήσουν τον 21ο αιώνα και τον ελάχιστο αριθμό Ελληνικών εταιριών με παγκόσμια παρουσία, και
6. Τη πάγια αντίσταση και αντίδραση σε αλλαγές και μεταρυθμίσεις.
Ολοκληρώνοντας το πόνημα του ο Αντ. Κεφαλάς θεωρεί ότι  για την επαναφορά της χώρας σε πορεία εκβιομηχάνισης απαιτείται η πραγματοποίηση τριών τουλάχιστον επαναστάσεων
Α)  Στη παιδεία ούτως ώστε να συνδεθεί με την αγορά,
Β) Στη δημόσια διοίκηση και στη δικαιοσύνη ούτως ώστε να καταστούν αποτελεσματικές, και
Γ)  Στο τρόπο αντιμετώπισης του ξένου κεφαλαίου ούτως ώστε να έρθει στην Ελλάδα καθώς χωρίς αυτό δεν μπορούν να επιτευχθούν οι αναγκαίοι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης.
Ο συγγραφέας στο έργο αυτό παρουσιάζει και τεκμηριώνει με έγκυρα  στοιχεία  την άποψη του σχετικά με τη φτωχή ανάπτυξη της βιομηχανίας στην Ελλάδα σε σύγκριση με άλλες Ευρωπαϊκές χώρες καθώς και τα αίτια που συνέβαλαν σε αυτό. Παρέχοντας αρκετά στοιχεία είναι χρήσιμο για τον κάθε ένα που ενδιαφέρεται για τη πορεία και το ρόλο του δευτερογενή τομέα στη χώρα μας καθώς και για την ιστορία διαφόρων εμβληματικών βιομηχανιών πολλές εκ των οποίων δεν υπάρχουν πλέον. Το βιβλίο έχει ιδιαίτερη σημασία σήμερα όπου στην Ευρωπαική Ένωση εντείνεται ο προβληματισμός και οι σκέψεις για την ενίσχυση της βιομηχανίας της ούτως ώστε να αντεπεξέλθει μεταξύ άλλων και στον ισχυρό ανταγωνισμό των Ασιατικών χωρών. Παράλληλα, για πολλούς, η  βιομηχανία θα μπορούσε και στην Ελλάδα να αποτελέσει ένα εναλλακτικό πόλο ανάπτυξης, διαφορετικό από το τουρισμό και τη γεωργία,  και να συμβάλλει στη δημιουργία πλούτου, νέων θέσεων εργασίας καθώς και στις εξαγωγές προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας. Εξ άλλου η χώρα μας δεν θα μπορέσει να συμμετάσχει με αξιώσεις στη τέταρτη βιομηχανική επανάσταση που βιώνουμε σήμερα  με ένα μεταποιητικό τομέα οικονομικά αδύναμο και τεχνολογικά πεπαλαιωμένο.

* Ο Γιάννης Βουρδουμπάς
είναι xημικός μηχανικός, επιστημονικός συνεργάτης του Μ.Α.Ι.Χ.

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.