Μουσείο Τυπογραφείας

Ωσεί παρούσες οι ψυχές Εκείνων…

«Δεκάξι μέρες τσ’είχαμε εις την πολιορκία/ ρουκέτες επετούσανε ζητούν επικουρία./ Σαββάτο βράδυ ήτανε κι είχε δεκάξι ο Μάης/ που στσι Καλύβες ο Αγάς ασκέρι ξεμπαρκάρει./ Εκάψανε τον Τσιβαρά φεύγουν παιδιά, γυναίκες/ κι οι Τούρκοι όλο προχωρούν και πιάνουν τσι Χαλέπες./ Μαντατοφόρος έτρεξε στην Κάινα και πηγαίνει/ και την καμπάνα χτύπησε, συναγερμό σημαίνει./ Τότες όσ’ ήσαν Χριστιανοί κι ήσαν αντρειωμένοι/ στον Βάμο όλοι τρέξανε κι άοπλοι κι οπλισμένοι./ Από την Κάινα περνά κι Αντρέας ο Κακούρης/ λιγάκι κοντοστάθηκε με την παρέα τ’ ούλη./ Αμέσως εσηκώθηκε και τον σταυρό του κάνει/ τότε τ’ ακολουθήσανε όλοι μικροί μεγάλοι/ βάζουν στα πόδια τους φτερά, φτάνουν στον Μιτατούλη/ τρέχουνε στα Μαμουνιανά που πολεμούσαν ούλοι». Απόσπασμα απ’ το ποίημα του Γεωργίου Παντελάκη, που έζησε τα γεγονότα εκείνης της εποχής, για την Πολιορκία του Βάμου (3-20 Μαΐου 1896), σύμφωνα με αφήγηση του Αποκορωνιώτη ριμαδόρου Χαράλαμπου Χαβρέ (βλ. βιβλ. Αναστάσιου Χαλκιαδάκη “Ο Αποκόρωνας στην περίοδο της Τουρκοκρατίας”, Αθήνα 1994).

Παρουσία του προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλου ο φετινός, λαμπρός, λαμπρότερος από κάθε άλλη φορά, εορτασμός της 123ης Επετείου για την Απελευθέρωση του Αποκόρωνα από τους Τούρκους, στον Βάμο, στην πρωτεύουσα του πάλαι ποτέ Νομού Σφακίων και της μέχρι πριν από λίγα χρόνια Επαρχίας Αποκορώνου. Ωσεί παρούσες σ’ αυτόν, μαζί με τις αρχές και τον περιεστώτα λαό, που αθρόως προσήλθε, και οι ψυχές εκείνων που συμμετείχαν στα πολεμικά γεγονότα της Μεταπολιτευτικής Απελευθερωτικής Επανάστασης (1895-1896). Με πρώτες εκείνων που τους βρήκε ο θάνατος στη μάχη της Κεφάλας του Αλίκαμπου, στις 27 Νοεμβρίου 1895, στον Πόρο του Βάμου, στη μάχη των Σελλιών Αγίου Βασιλείου, στις 10 Απριλίου 1896, στη 15ήμερη πολιορκία του Βάμου από τις 3-18 Μαΐου 1896 και στην 5ήμερη πεζοναυμαχία της Αλμυρίδας από 20 Ιουνίου – 4 Ιουλίου 1896. Από την αρχή μέχρι και το τέλος των Εκδηλώσεων που έλαβαν χώρα στο Ναό του Αγίου Νικολάου και προπάντων στον χώρο του Ηρώου. Κατά τη διάρκεια της επιμνημόσυνης δέησης που έγινε χοροστατούντος του μητροπολίτη Κυδωνίας και Αποκορώνου Δαμασκηνού Παπαγιαννάκη, του προσκλητηρίου των πεσόντων, που είχε την τιμή να κάνει ο γράφων, της κατάθεσης στεφάνου που έκανε ο πρώτος πολίτης της Χώρας, της ανάκρουσης του Εθνικού Υμνου μετά. Κατά τη διάρκεια των χαιρετισμών που απηύθυναν οι διοργανωτές, της κεντρικής ομιλίας από τον και διευθυντή του Κοινωφελούς Ιδρύματος “Αγία Σοφία” συγγραφέα – ιστορικό ερευνητή π. Μιχαήλ Βλαβογιλάκη, του χαιρετισμού του προέδρου της Δημοκρατίας, της απαγγελίας του προαναφερθέντος ποιήματος από την απόγονο του Γεωργίου Παντελάκη Στέλλα Παντελάκη και της απόδοσης ριζίτικου τραγουδιού από τον Καλλιτεχνικό Ομιλο “Ο Αποκόρωνας” και κρητικών χορών από ομάδα νέων του Συλλόγου “Τα Σφακιά”. Στη μνήμη και στην καρδιά μας άπαντες παρόντες. Επεσαν, υπέρ πατρίδος…

Στο Νίππος κάνουν σύναξη…
Στο Νίππος πάρθηκε η απόφαση για την πολιορκία του Βάμου, ιστορικά καταγεγραμμένο αυτό. «Στο Νίππος κάνουν σύναξη, συνάθροιση μεγάλη/ η μέρα ήταν Παρασκή κι είχε και δυο ο Μάης», μάς λέει ο Γεώργιος Παντελάκης στους δυο πρώτους στίχους του ποιήματός του, για ν’ αναφερθεί στη συνέχεια στην “παρέμβαση” που έκαναν οι δεσποτάδες των Χανίων και της Κισσάμου, Νικηφόρος Ζαχαριάδης και Δωρόθεος Κλωνάρης, προκειμένου να πείσουν τους επαναστάτες να μην ξεσηκωθούν γιατί «καιρός δεν είναι τώρα».

Ανοίγω παρένθεση για να βάλω ένα απόσπασμα από τον “Κρητικό” του Παντελή Πρεβελάκη, για το ίδιο θέμα: «Οι δεσποτάδες των Χανιών και της Κίσαμος
-Νικηφόρος και Δωρόθεος τα ονόματά τους- είχανε πάρει σβάρνα τα χωριά και παρακινούσανε τον κόσμο να βγάλει από το νου την ανταρσία και να ελπίζει τη λευτεριά του από το έλεος του Παντοδύναμου. Στο χωριό το Νίππος κιόλας ο Νικηφόρος ξεθαρρεύτηκε να μιλήσει σε μια σύναξη επαναστάτες και να τους νουθετήσει ν’ αρνηθούν τον όρκο τους. Οι άντρες τον πήραν στο βρισίδι, και μερικοί πιο αράθυμοι γυρίσαν τα ντουφέκια πάνω του να τονε καθαρίσουν την ώρα που αγόρευε από ένα χαγιάτι. Μα ο Δωρόθεος τονε σκέπασε με το κορμί του και του ‘δωσε τον καιρό να τραβηχτεί μες στο σπίτι. Το ελληνικό προξενείο στα Χανιά αντενεργούσε κι αυτό στα κινήματα του κομιτάτου και πάσκιζε με το ήμερο και με το άγριο να φέρει στα νερά του τον Κούντουρο»! Κλείνω την παρένθεση.

«Εμείς θεοφιλέστατοι τον Τούρκο θα χτυπούμε/ μέχρις να τονε διώξουμε να ελευθερωθούμε», η απάντηση των Επαναστατών σύμφωνα με τον λαϊκό ποιητή. Κι αμέσως μετά: “Σε ένα σπίτι κάτσανε και κάμαν το κονσούλτο/ το βράδυ βράδυ στον Κουλέ για να βαρούν τον Τούρκο».

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.