Μουσείο Τυπογραφείας

«Όλοι κάτι έχουμε!»

Μάνα και κόρη μπήκαν στην καμπίνα συννεφιασμένες.
Φανερά ανήσυχες και οι δυο.
Ερχόταν κατευθείαν από το άλλο καράβι, είχαν κάνει με ταξί έναν μεγάλο κύκλο όλο το λιμάνι, έδωσαν και δέκα ευρώ κόμιστρο για να διαπιστώσουν μ’ έκπληξη πως το πλοίο στο οποίο μπήκαν, ήταν δεμένο σχεδόν…δίπλα σ’ αυτό απ’ όπου είχαν βγει!
Ατυχία και πάλι ατυχία!
Κι ήταν κι εκείνη η κυρία, φαρδιά-πλατιά ξαπλωμένη στην κάτω κουκέτα, που ούτε γύρισε να τις κοιτάξει καθώς έμπαιναν στην καμπίνα. Η κόρη φορτωμένη με τη βαλίτσα κι όλα τα συμπράγκαλα κι η μάνα να μισοπατά και να γκρινιάζει ασταμάτητα για το σπασμένο χέρι της καταμεσής των διακοπών.
«Όλοι κάτι έχουμε», είχε ψελλίσει σε μια στιγμή η συνταξιδιώτισσα, αμίλητη παρακολούθησε στη συνέχεια τη συζήτηση των δυο γυναικών για το κατά πόσο θα βόλευε την κόρη η πάνω κουκέτα και για το ότι θα της ήταν δύσκολο  να κατεβαίνει τη σκαλίτσα κάθε που η μητέρα θα χρειαζόταν βοήθεια.
Σαν κάτι να πέρασε απ’ το μυαλό της, μα δεν το άφησε να την βασανίσει και πολύ. Έπιασε ξανά το κινητό κι ασχολήθηκε με αυτό μέχρι που το καράβι ξεκίνησε. Αδιάφορη ολότελα φαινόταν για το «δράμα» των δύο γυναικών που συνέχιζαν να κουβεντιάζουν για το πως θα βολευτούν καλύτερα. Με το μηχάνημα στο χέρι -για ώρες ξαπλωμένη, μισοσκεπασμένη με το σεντόνι, χαμένη ολότελα στο δικό της κόσμο- μιλούσε πότε εδώ και πότε εκεί, άκουγε τραγούδια, περνούσε την ώρα της στο διαδίκτυο.
Το σκάφος πορευόταν σε γαλήνια θάλασσα προς το Κρητικό πέλαγος και μέσα στο μισοσκόταδο -καθώς τα περισσότερα φώτα έσβησαν γύρω τους- μπορούσε κανείς να διακρίνει τις σκιές των χεριών της να πατούν κουμπιά, να μετακινούν καλώδια, να τακτοποιούν την τσάντα της
«Η αδιαφορία των καιρών μας !», σκεφτόταν η παθούσα μητέρα, καθώς εις μάτην προσπαθούσε να βολέψει το πονεμένο χέρι, ενώ η κόρη λαγοκοιμόταν στην καρέκλα παραδίπλα.
Και τότε το είδε!
Καθώς η συνταξιδιώτισσα ανασηκώθηκε με κόπο για να βρει κατιτί στην βαλίτσα της, είδε το πόδι της να μοιάζει…ψεύτικο.
Ένα πόδι απ’ τον αστράγαλο και κάτω, σκέτη σιλικόνη…
Αμέσως μαλάκωσε και βάλθηκε να ανασηκωθεί για να πιάσει κουβέντα με την άγνωστη. Συστήθηκαν, είπε πρώτα τα δικά της και ύστερα άκουσε με συγκίνηση τα παθήματα της ζωής της άλλης κυρίας.
Το πως αυτή έχασε το πόδι από βαριά αρρώστια, το πόσο δυσκολεύεται με το ασταθές της βάδισμα, για το πόσο εύκολα πέφτει -μια που τα πόδια κι  η μέση της  ώρες-ώρες αδυνατούν να τη στηρίξουν- για το πόσο δύσκολα αποδέχτηκε την κατάστασή της…
Όλοι κάτι έχουμε…
Όλα εξηγούνται τελικά!
Κι αυτές τις μέρες τις γιορτινές που οι περισσότεροι λίγο ως πολύ κάπου θα πάμε και καλά θα περάσουμε, ας στρέφουμε  που και που το βλέμμα ολόγυρα, ας ρίχνουμε μια ματιά συμπάθειας στους πάσχοντες, ας τους πούμε μια παρηγορητική κουβέντα κι ας τείνουμε και μια χείρα βοηθείας όπου χρειάζεται.

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.