Μουσείο Τυπογραφείας

Oι μυστικοί μας κόσμοι

«…Μα σαν σε ξαφνική σιωπή ακούν
Ένα παιδί Ονείρου να περνάει
Σε χώρα άγνωστη, καινούργια, θαυμαστή
Και με πουλιά και ζώα να μιλάει,
Αν είν’ αλήθεια ή ψέμα δεν ρωτάει…»  (1)

Ο  ΟΚΤΩΒΡΗΣ συμβολίζει το «φθινόπωρο» της φύσης και της ζωής: είναι η εποχή που, με τις εικόνες φθοράς γύρω μας, ανατρέχουμε σε παλαιότερους καιρούς. Πες από νοσταλγία, πες από ανάγκη παραμυθίας για το αμετάκλητο του χρόνου.
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ, λοιπόν, ερχόμαστε αντιμέτωποι με δυο κόσμους: τον πραγματικό που βιώνουμε και τους άλλους –τους κρυφούς κι απόκρυφους- της φαντασίας μας. Λόγοι επιβίωσης και αυτοπροστασίας μάς ωθούν στο να κρατούμε στα βάθη της ψυχής μας κάποιο «άβατο» στο οποίο να μπαίνουμε μόνον εμείς: να επουλώνουμε τις «πληγές» ή να ανασκαλεύουμε «τα άδηλα και τα κρύφια» της ύπαρξής μας. Καταφεύγουμε εκεί από αντίδραση για τον παρόντα κόσμο. Όπως, ας πούμε τώρα που διατυμπανίζεται μια χαρούμενη «μεταμνημονιακή» περίοδος, ενώ όλα τα προβλήματά μας επιδεινώνονται!
ΣΤΟ απόκρυφο κρησφύγετό του και ενώπιος ενωπίω βιώνει ο καθένας τις δικές του «πραγματικότητες» και φαντασιώσεις. Άλλοτε έχουμε να παλέψουμε με «κόσμους»  εφιαλτικούς, όταν  το παράλογο της ζωής παρεισφρέει ασύμμετρα στην ύπαρξή μας, άλλοτε με ήρεμους κόσμους. Έτσι, δεν είναι τυχαία η φράση του Ζ.Π. Σάρτρ, «L’ enfer, c’ est les autres» (=η κόλαση, είναι οι άλλοι)(2). Σήμερα, σε ιδιαίτερα  «κολασμένους» καιρούς απαιτείται περισσότερη «ψυχική αντοχή», ψυχραιμία, υπομονή. Και κυρίαρχη τη λογική, γιατί και τα «τέρατα» της φαντασίας σκοτώνουν καμιά φορά!
ΟΙ ΚΟΣΜΟΙ μας φτιάχνονται από υλικά του παρόντος ή του παρελθόντος: παιδικότητα, εφηβεία, ωριμότητα. Πλαισιώνονται από την παιδεία και την ιδιοσυγκρασία μας, τις επιλογές ή τις αστοχίες μας, τις φαντασιώσεις και τις επιθυμίες μας, τις μουσικές μας (καημένε Αζναβούρ «έφυγες» κι εσύ), την κλίμακα των αξιών μας. Ταξιδεύουμε «παλίνδρομα» με τη μνήμη αναθιβάνοντας ιστορίες διανθισμένες από «μυθικά πλάσματα». Αν αρχίσουν όμως να μας κυριαρχούν φοβίες και παράνοιες πλασμένες από λέξεις ή συμπεριφορές άλλων, ε, τότε και η πραγματικότητα μάς φαίνεται τρομακτική, με ό,τι συνεπάγεται για τον ψυχισμό μας.
ΣΤΟΥΣ ΜΥΣΤΙΚΟΥΣ τους κόσμους κουρνιάζουν τα ωραιότερα νεανικά μας χρόνια: τότε που θέλαμε να πράξουμε πολλά, να κατακτήσουμε τον κόσμο, όμως δεν κάναμε τίποτε! Το ανεκπλήρωτο πολλές φορές συμβαδίζει με ανομολόγητες επιθυμίες, κακές ή λάθος εκτιμήσεις προσώπων και καταστάσεων. Στους κόσμους μας βρίσκουν καταφύγιο -και «διέξοδο»- μια καταπιεσμένη σεξουαλικότητα, το ανέκφραστο στη ζωή μας, η πίκρα από την ανεπάντεχη «ερήμωσή» μας.
ΑΝ και οι κόσμοι αυτοί προσφέρουν άφθονο χρόνο για περίσκεψη και συνδιαλλαγή, η ανέλεγκτη δίνη των γεγονότων γύρω, μας παρασέρνει σε τρελά «παιχνίδια του νου»: κακίζουμε τον εαυτό μας για τη δοτικότητά μας σε φίλους που δεν την άξιζαν. Ή, βασανιζόμαστε ακατανόητα από το ερώτημα «πού έσφαλα;» ενοχοποιώντας άδικα τον εαυτό μας! Στους φαντασιακούς μας κόσμους ο χρόνος είναι αδέκαστος κριτής κι  επίμονος τιμωρός. Όταν τα έχουμε καλά με τον εαυτό μας, οι κόσμοι «μας» είναι παράδεισοι καταλλαγής. Για ό,τι σωστό επράξαμε, για ό,τι περισώσαμε, για ό,τι ευτυχήσαμε να αποκτήσουμε.
ΚΟΣΜΟΙ κλεισμένοι στα «συρτάρια» του νου μας, γαληνεμένοι ή ταραγμένοι, περιέχουν οδυνηρά ή πολύτιμα βιώματα. Συνωστίζονται εκεί συναισθήματα ανέκφραστης αγάπης ή απέχθειας, καλοσύνης ή κακίας, χαράς ή λύπης, φθόνου ή παραδοχής, απογοήτευσης ή επιτυχίας, απόρριψης ή αποδοχής, ηδονής κι οδύνης, ελπίδας και ονείρου. Με το άνοιγμα κάθε «συρταριού», ξεπετιούνται σαν πουλιά, πρόσωπα, χαμόγελα, φόβοι, χαρές, σιωπές. Πρόσωπα που «έφυγαν» και επανέρχονται αποζητώντας ένα λησμονημένο χάδι, μια ανείπωτη συγνώμη. Πρόσωπα αλλοιωμένα από τον καθρέφτη του χρόνου. Πρόσωπα για τα οποία αντιλαμβανόμαστε με πίκρα πως στον παρόντα χρόνο δεν χωρούν πια επικλήσεις και μετάνοιες, παρά μόνο συγχώρεση και συγνώμη.
…ΟΙ ΔΙΚΟΙ μου κόσμοι είναι κρυμμένοι καλά στα πρώτα μεταπολεμικά/μετεμφυλιακά χρόνια. «Πέτρινα» για όλους μας. Ένας από τους «πλουσιότερους» ονειρικούς τόπους μου βρίσκεται στις παρυφές του Βερμίου όπου ζήσαμε, με άλλα μικρά παιδιά, για τέσσερα χρόνια στην Παιδόπολη «Καλή Παναγιά» (Βέροια, 1950-1954). Αγαπήσαμε πολύ το χώρο και χορτάσαμε την με ανοιχτούς ορίζοντες παιδικότητά μας. Νιώσαμε την «εκκωφαντική» σιωπή της φύσης ακούγοντας μόνο τα βήματα του Θεού στο γύρισμα των εποχών. Απολαύσαμε το απέραντο του μακεδονικού κάμπου…
Τα χρόνια εκείνα ήταν απ΄τα πιο ουσιαστικά για τη μετέπειτα διαμόρφωσή μας: οι Μεγάλες Τάξεις του Δημοτικού Σχολείου, από την Τρίτη μέχρι και την Έκτη, υπήρξαν μεστές σοφίας, επειδή είχαμε εξαίρετους δασκάλους. Μέσα σε μια εκπληκτικής ομορφιάς τοποθεσία, βιώσαμε το γαλήνεμα της ταραγμένης μας ψυχής μετά τη φοβερή αιμάτινη μπόρα του αδελφοκτόνου εμφυλίου (1946-1949). Ωριμάσαμε πρόωρα και σωστά.
Οι βερμιώτικες εποχές εναλλάσσονταν αρμονικά, με όλη τη μεγαλοπρέπεια ήχων και χρωμάτων των εφήμερων πλασμάτων της φύσης. Γευτήκαμε χορταστικά το παιχνίδι. Το πέρασμα του χρόνου άφησε μέσα μας πλήθος αλησμόνητων εικόνων. Ο έναστρος, ανοιξιάτικος, καλοκαιρινός ή φθινοπωρινός ουρανός δίδασκε πολύ περισσότερα από όλα τα βιβλία του κόσμου. Ο τόπος και οι άνθρωποι, οι φιλίες, η ηρεμία, πρόσφεραν μια πληρότητα στην ψυχή που καμιά φιλοσοφία ή θρησκεία δεν θα μας την πρόσφερε. Εκεί δημιουργήσαμε τις καλύτερες σχέσεις με τους δασκάλους και τους συμπαιδοπολίτες μας: σχέσεις που κατά παράδοξο και ανεξήγητο τρόπο παραμένουν, μετά από 60 τόσα χρόνια, πιστές κι ευλαβικές στην ανεπανάληπτη κι ανεπίστρεπτη  εκείνη παιδικότητά μας.
ΗΡΘΑΝ κι άλλοι κόσμοι, ανοίχτηκαν κι άλλα «συρτάρια» του νου (Κιλκίς, Θεσσαλονίκη, Σύμη, Γαλλία, Χανιά). Όμως, σήμερα, πολύωρες κουβέντες έχουμε μόνο με παλιούς συμπαιδοπολίτες. Κουβέντες που ξαναφέρνουν πίσω το άρωμα των ωραιότερών μας χρόνων∙ ίσως πολύ δυσκολότερων του σήμερα, αλλά πιο αποδοτικών στο «στήσιμο» του εαυτού μας.
ΟΙ ΔΙΚΟΙ μου κόσμοι, άλλοτε μοιάζουν με τις πτώσεις και τις μεταμορφώσεις της «Αλίκης στη Χώρα των Θαυμάτων», ή τον «πέτρινο» μικρόκοσμο του Μέλιου στο «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα». Κάποιες φορές είναι τρομακτικοί, θαρρείς βγαλμένοι από πίνακες του Γκόγια (Goya) ή του Peter Βrueguel. Όλοι τους όμως, παραμένουν γεμάτοι σοφία, ομορφιά, εμπειρίες και γνώσεις, ώστε να μη φωλιάζει ποτέ η πλήξη.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
-(1) Μικρό απόσπασμα από το εισαγωγικό ποίημα του Λιούις Κάρολ («Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων», σελ. 23, έκδ. «Το Βήμα», μτφρ. Παυλίνα Παμπούδη, 2013).
-(2) H φράση L’enfer, c’est les autres (=Η κόλαση, είναι οι άλλοι) αναφέρεται στο θεατρικό έργο «Κεκλεισμένων των θυρών» (“Huis Clos”, 1944) του Jean-Paul Sartre. Η απήχησή της στο κοινό ξεπέρασε το φιλοσοφικό της πλαίσιο και έγινε κοινοτυπία.

1 σχολιο

  • [Γιώργος Π. Καραγεωργίου, συντ/χος νομικός, κοινωνιολόγος ΧΑΝΙΑ] ~ 15 Οκτωβρίου 2018 ~ 20:24 ~ Απάντηση

    Αγαπητέ φίλε Σταύρο,
    με το σημερινό σου ανεπανάληπτο, κοινωνικο-φιλοσοφικό δοκίμιο, θαρρώ πως δίνεις τα “ρέστα” σου στις πιο αξιόλογες ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΕΣ στα “ΧΑΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ”, μαζί και με τόσους άλλους διαπρεπείς, σημαντικούς και λαμπρούς αρθρογράφους και συνεργάτες και η χαρά και η συγκίνησή μας είναι ανείπωτη. Και να είναι η πρώτη φορά που γράφεις τόσο θαυμάσια κι όμορφα πράγματα μιας ζωής ολόκληρης!!!
    Όλο λέω να σταματήσω να γράφω ή να σχολιάζω, αλλά εσείς όλο και με τσιγκλάτε [προκαλείτε] με τα πανέμορφα κείμενα των απόκρυφων λυρισμών και μιας αλλοτινής εποχής της απλής, της άδολης και παραδοσιακής ζωής, που οσημέραι, δυστυχώς, χάνεται και δεν μεταστοιχειώνεται κι ούτε βλέπω να μεταβολίζεται στη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα.
    Φίλε Σταύρο! Είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο να σε καταλάβουμε εμείς οι άλλοι: κι ας κεντά και ζωγραφίζει η γραφίδα σου πανέμορφο και λιτό λόγο. Βέβαια, γνωρίζεις [για πολλούς λόγους] και τα δικά μου δύσκολα αλλά χαρούμενα βιώματά μου των πέτρινων χρόνων της Κατοχής και του επάρατου Εμφυλίου, λίγα μόλις χιλιόμετρα κάτω από την πόλη της Βεροίας και της Παιδόπολης “ΚΑΛΗ ΠΑΝΑΓΙΑ ΔΟΒΡΑ” και στην απλωσιά του Ημαθιώτικου – Βεροιώτικου κάμπου. Ήξερα από ορφάνια κι όταν στη δεκαετία του 1950 παρακολουθούσα τις παρελάσεις της Παιδόπολης, έφευγα στα στενοσόκκακα της παλιάς Βέροιας κι έβαζα τα κλάματα… Η ορφάνια δεν έχει χρώμα και δύσκολα, πολύ δύσκολα ξεριζώνεται από τον ψυχισμό των ορφανών παιδιών. Είχα και συμμαθητές μου στο Γυμνάσιο Βεροίας [ήδη Δημαρχείο Βεροίας], όλοι άριστοι μαθητές. Τούς έβλεπα κρυφά κι από μακριά: δεν άντεχα την μόνιμη θλίψη στα πρόσωπά τους! Τί να λέμε τώρα Σταύρο που χάσαμε ολότελα τον μπούσουλά μας. Δεν θέλω, δεν επιθυμώ να επεκταθώ περαιτέρω: Έγραψες και για τον ατελείωτο “Μακεδονικό” -Ημαθιώτικο κάμπο στα ψωμοτόπια μας! Ωστόσο, πώς θα πείσω τους φίλους μου Ευρωπαίους κι Αμερικανούς ότι, εγώ που γεννήθηκα κι ανδρώθηκα στην … Ερατεινή Ημαθία του…. Ηροδότου [παρακαλώ!] είμαι Μακεδόνας; Μόλις πρόσφατα, από επίσημα δημόσια πρόσωπα -στόματα, δηλ. κάποιας [κρίμα που έχει και Ποντιακό επίθετο Ιωαννίδου] ακούσαμε, ότι είναι “ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΑ ΠΕΡΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ…” και τρίζουν τα κόκκαλα του μεγάλου μας Ιστορικού της Αρχαιότητας ΗΡΟΔΟΤΟΥ. Δεν θέλω να γράψω τίποτε Σταύρο, είμαι βαθύτατα θλιμμένος από τόσο πολλούς ανεγκέφαλους συμπατριώτες μας. Όμως, έχουν γνώση οι φύλακες και οι Έλληνες είμαστε πατριώτες από την κούνια μας και, βέβαια, δεν ξεχνούμε την Εθνική μας Μνήμη. Έχουν πλήρη άγνοια οι συνάνθρωποί μας και συγχέουν τα πράγματα, σύμφωνα με τις απόψεις και τα ψευτο-ιδεολογήματά τους.
    Και, βέβαια, σεβόμαστε, εκτιμούμε και αγαπούμε το ελεύθερο, το διαφορετικό, το μοναδικό κι ανεκτίμητης αξίας ανθρώπινο πρόσωπο, ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΣ των όποιων ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΩΝ τους και ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΥΜΕΝΩΝ υπαγωγών – καταβολών [Θρησκεία, γλώσσα, χρώμα, καταγωγή, εθνοτητα, κουλτούρα κ.λ.π.] με την προϋπόθεση και τον κανόνα της ΑΜΟΙΒΑΙΟΤΗΤΑΣ ανάμεσα στους απανταχού της γης ανθρώπους. Σίγουρα διασαλεύεται η τάξη της κοινωνικής παγκόσμιας πραγματικότητας, όταν έχουμε περιπτώσεις ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ και ευθείας προσβολής της ΕΘΝΙΚΗΣ ΜΝΗΜΗΣ και των ΕΘΝΟΛΟΓΙΚΩΝ στοιχείων – υπαγωγών μιας χώρας κ.λ.π. Το σπουδαίο άρθρο του φίλου Σταύρου [όπως πάντα δηλαδή] δίνει πολλές αφορμές για προβληματισμούς και συζητήσεις σύγχρονων κοινωνικών προβλημάτων και θεματων και ακροθιγώς, ας κουβεντιάσουμε τα της φιλοσοφίας του σπουδαίου Ζαν – Πωλ Σαρτρ: Ασφαλώς, φίλε Σταύρο, δεν ήταν τυχαία η φράση του φιλόσοφου Γάλλου συγγραφέα ” Η κόλαση είναι οι άλλοι”. Ωστόσο, φίλοι αναγνώστες και φίλοι των “Χ.Ν.” η “κόλασή μας” δεν είναι οι άλλοι, οι έτεροι, οι συνάνθρωποί μας. Η φράση του Ζ.Π.ΣΑΡΤΡ ήταν ΑΤΥΧΗΣ καθ’ ολοκληρίαν και βέβαια μακράν της Αλήθειας: Οι άλλοι, οι τρίτοι δηλαδή και συνάνθρωποί μας απανταχού της γης- είναι η δική μας ευκαιρία κι αφορμή ν’ αποκτήσουμε -όπως έγραψε πρόσφατα ο γνωστός μας σπουδαίος Ψυχίατρος Γ. Κοκκινάκος- Κοινωνικό Πρόσωπο, ζώντας μαζί τους και γι’ αυτούς μέσα στην κοινωνία της ανυπόκριτης κι αληθινής αγάπης. Ωστόσο, για την απόκτηση ή πληρότητα της πνευματικής ή συναισθηματικής ωριμότητας χρειαζόμαστε και τα άλλα τρία απαραίτητα στοιχεία του αληθινού ανθρώπινου προσώπου, που είναι, βέβαια, η Ελευθερία [δικαίωμα Ηθικής Επιλογής], η Ευχαριστία [Ευχαριστιακό πρόσωπο] και η ατελείωτη ευθεία πορεία προς την Πνευματική Ωρίμανση -Ωριμότητα. Αγαπητέ Σταύρο, να είσαι πάντα καλά και να γράφεις τόσο σπουδαία πράγματα που καταξιώνουν την κοινωνικ΄μας ζωή. Σε συγχαίρουμε και σ’ ευχαριστούμε. Με φιλική εκτίμηση κι αγάπη Γ. Καραγεωργίου, συντ]χος νομικός, κοινωνιολόγος. ΧΑΝΙΑ

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.