Μουσείο Τυπογραφείας

Μνήμη “Μίγρη” (1932-2009)

• «Εκεί που έπρεπε να κάνουμε το αυτονόητο δείξαμε ότι είμαστε λίγοι», [Χαράλαμπος Κουρούσης, γιατρός- δημοτικός σύμβουλος, με αφορμή το ψήφισμα του Δήμου Χανίων (28/12/18),  για το θάνατο του Μίνωα Ζομπανάκη και την απόφασή του για ονομασία  οδού στη μνήμη του σπουδαίου επιστήμονα. Δε έγινε όμως το ίδιο και για τον «ποιητή της πόλης», το Γ. Μανουσάκη!] (1)


ΠΑΝΕ δέκα χρόνια από τον απροσδόκητο θάνατο ενός εξαιρετικού συνεργάτη των «Χανιώτικων νέων», φίλου και σύμβουλου του ιδρυτή της εφημερίδας, του κ. Γ. Γαρεδάκη, αλλά και πολλών άλλων…
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ πιο σωστή έκφραση απ’ αυτή που είχε πει ο Βίκτορας Ουγκώ για μια αναπάντεχη απώλεια: «Ζωή είναι μια φράση που κόπηκε στη μέση…» δηλώνοντας το αιφνίδιο του θανάτου κάθε ατόμου που είχε ακόμα πολλά να προσφέρει.
ΚΙ Ο ΜΙΧΑΛΗΣ Γρηγοράκης είχε πολλά. Όχι μόνο με τις  καίριες κι επίκαιρες επισημάνσεις του για τα συμβαίνοντα (παλιά και νέα) στα Χανιά («Μίγρης»), όχι μόνο να μας θυμίσει παλιούς τύπους των Χανιών και επαγγέλματα που «έφυγαν», ούτε φυσικά για τις εργασίες του πάνω στην τυπογραφία και στους ξένους περιηγητές στην Κρήτη, ούτε για τα λαογραφικά ή τις εύθυμες ιστορίες του. Το πλούσιο αρχείο των «Χ.ν.» είναι έργο ζωής και έχει τόσα να μας αποκαλύψει.
ΑΝΗΣΥΧΟΣ νους, αυτοδίδακτος (η εμπειρική γνώση και το συλλεκτικό πάθος του αντιστάθμιζαν τα καλύτερα πανεπιστημιακά διπλώματα), επίμονος ιστοριοδίφης και συστηματικός «αρχειοθέτης», σε υποδεχόταν με το λεπτό χαμόγελο και τις λιγοστές αλλά σταράτες κουβέντες του. Με τις εμπεριστατωμένες δε απαντήσεις του σε κάθε θέμα, έφευγες απόλυτα ικανοποιημένος. Δίκαια τα «Χ.Ν.» του είχαν ετοιμάσει το δικό του άνετο χώρο στη Μπουνιαλή: χώρο πνιγμένο από βιβλία, ράφια, φωτογραφίες, περιοδικά, αφιερώματα, αποκόμματα εφημερίδων φυλαγμένα σε ξεχωριστούς φακέλους.
ΥΠΗΡΞΕ το alter ego του κ. Γιάννη. Ο Μιχάλης ήταν από εκείνους τους χαλκέντερους ανθρώπους τους φτιαγμένους απ’ την ιδιότυπη και περίεργη στόφα να δουλεύουν ανεξάντλητα, επισταμένα και αποδοτικά αποφεύγοντας ταυτόχρονα τη δημοσιότητα και την προβολή του εαυτού τους. Συνεπής και σεμνός, φορές ιδιόρρυθμος, δεν εγκατέλειψε ποτέ την κρυφή αγάπη του, τη λογοτεχνία. Αν και το ήξερε -όπως συχνά μου έλεγε- «η εφημερίδα τρώει τους λογοτέχνες»- είχε αφοσιωθεί περισσότερο στα «Χ.ν.» και λιγότερο στη λογοτεχνία.
ΞΑΝΑΘΥΜΑΜΑΙ ένα ποίημά του από τη νεανική ποιητική συλλογή του «Ρίμες Νοσταλγικές» (1968, 1978) που μου χάρισε λίγα χρόνια αφότου τον γνώρισα- γύρω στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Πρόκειται για μια φαινομενικά ρομαντική συλλογή ποιημάτων, λίγο απαισιόδοξη αλλά καλοδουλεμένη και γραμμένη σε προχωρημένη δημοτική γλώσσα… Στο παρακάτω ποίημά του, βαθιά πολιτικό, εξυμνεί την προσπάθεια των απλών μεροκαματιάρηδων να βρουν χαρά: όμως δεν τους το επιτρέπουν οι κοινωνικές ανισότητες κι η καταπίεση των «αφέντηδων», όπως συμβαίνει αιώνες τώρα:
«Την κουρασμένη μας θωριά, τα πονεμένα χέρια
Πώς θε να τα γεμίζανε-νομίσαμε ψυχή μου-
Με καλωσύνης τάλαντα, με της χαράς αστέρια.
Μα ήρθε πάλι των κακών αφέντηδων η διάτα
Και τώρα να τα χέρια μας από καρφιά γεμάτα» (2)
ΠΑΝΤΑ, ο Μιχάλης έκρυβε μέσα του και μια υφέρπουσα αισιόδοξη ενατένιση του κόσμου. Όσο βαρύ κι αν ήταν το παρόν που ζούσε. Είχε την άσβηστη ελπίδα των «καλύτερων ημερών» στις οποίες κι εμείς ελπίζουμε, με έναν κόσμο στον οποίο θα πρέπει κυρίαρχη ιδεολογία να είναι ταυτόσημη με τη δικαιοσύνη. Όσα μνημόνια και κρίσεις κι αν περνούν οι άνθρωποι και οι χώρες.
ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΙ τον εαυτό μου πολύ τυχερό που τον γνώρισα, έστω για λίγα χρόνια. Τόσο ως συνομιλητή σε πολλά ενδιαφέροντα θέματα έρευνας, ιστορίας και λογοτεχνίας, όσο κι ως συνεργάτη στην εφημερίδα «Χανιώτικα Νέα». Τον θυμάμαι τόσο στην Καραϊσκάκη, όσο και στη Μπουνιαλή. Ένιωθα λιγάκι άβολα αντικρίζοντας αυτόν και τον άλλο Μιχάλη, το συνάδελφο Σαραβελάκη, στο πατάρι της Καραϊσκάκη: είχα μπροστά μου δυο κορυφαίους της τότε χανιώτικης δημοσιογραφίας…
ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ στο υπόγειο της Μπουνιαλή, στο άντρο/βασίλειό του, όπου βρίσκεται το αρχείο της εφημερίδας, ο Μιχάλης με δεχόταν ευπροσήγορα. Πάντα κρατούσε κάτι σημαντικό στα χέρια του -βιβλίο, εφημερίδες, φωτογραφίες ή περιοδικά- ενώ εγώ του ’φερνα κάποια μηδαμινή γαλλική μου εργασία ή του ζητούσα διευκρινίσεις πάνω σ΄ ένα θέμα. «-Τι έχουμε πάλι;», το κλασικό ερώτημά του. Κι αρχίζαμε τα δικά μας…
ΑΥΤΑ που με εξέπληξαν από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας μας ήταν η ταπεινότητα, η σεμνότητα και κυρίως η ευρυμάθειά του. Ήταν απλός, λίγο ατημέλητος, αλλά πολύ συγκροτημένος στον τρόπο έκφρασης και επιχειρηματολογίας. Έγκυρος στις επισημάνσεις του, περισσότερο σοφός από όσο θα περίμενε κανείς.
ΗΤΑΝ γενναιόδωρος σε ό,τι του ζητούσες. Κι αν σε συμπαθούσε, μπορούσε να ξοδέψει πολύ χρόνο για να σε ενημερώσει επακριβώς. Το μεγάλο χάρισμα που είχε ο Μιχάλης ήταν ότι κάθε φορά που του ζητούσες μια οποιαδήποτε πληροφορία, είχε στη διάθεσή του ένα σωρό αποδεικτικά στοιχεία (ντοκουμέντα).
ΣΠΑΝΙΟ χαρακτηριστικό του, ως «ιστοριοδίφη» και ερανιστή, ήταν ότι αναζητούσε με πάθος την κάθε λεπτομέρεια στις ιστορικές πηγές της. Διασταύρωνε ό,τι ήθελε να καταγράψει, γι αυτό και το αρχείο του ήταν πολύπλευρο και έγκυρο.
ΔΕΝ επιθυμούσε, όπως τονίσαμε, τη δημοσιότητα. Ούτε την επεδίωκε. Έστω κι αν τον παρακινούσαν πολλοί να «βγει προς τα έξω». Γι αυτόν, σημαντικότερη θέση στη ζωή του κατείχε το έργο που πρόσφερε και λιγότερο μια παροδική προβολή. Ο κόσμος τον ήξερε απ΄τα γραφόμενά του. Αυτό του αρκούσε.
Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ήταν χρεωμένος στην αγάπη των δικών του ανθρώπων, αλλά και στη βαθιά εκτίμηση που έτρεφαν το αναγνωστικό κοινό και οι απλοί πολίτες των Χανίων γι’ αυτόν. Το σημαντικότερο όλων ήταν η ίδια η πολυκύμαντη ζωή που έζησε, τα βιβλία που διάβασε, η θητεία του στη Βιβλιοθήκη Χανίων, οι προτάσεις που πραγματοποιήθηκαν, το συλλεκτικό του πάθος: άφησε ένα αρχειακό υλικό που θα το ζήλευαν ακόμη και μεγάλες αθηναϊκές εφημερίδες. Επίκεντρο πάντα η αγαπημένη του πόλη, τα Χανιά , με πρώτη φυσικά τη Νέα Χώρα -το γενέθλιο τόπο του.
ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ του από τα Χανιά υπήρξε πολύ ωφέλιμο για την πόλη και σημαντικό για την εφημερίδα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

-(1) Κατά πληροφορίες μας έχει ήδη δοθεί το όνομα του Μιχ. Γρηγοράκη σε μια πάροδο της Σελίνου.
-(2) Όσο ο Μιχάλης ήταν στην Βιβλιοθήκη (1978) έστειλε την ποιητική του συλλογή σε ένα «Άνθρωπο των Γραμμάτων» (=λογοτέχνη), στο Γάλλο Ελληνιστή Gaston-Henry Aufrere που όχι μόνο εξέφρασε μια επιτυχή αποτίμηση των στίχων της συλλογής, αλλά και μετέφρασε -το παραπάνω ποίημα- αμέσως στα γαλλικά (εικόνα του εγγράφου).

1 σχολιο

  • [Γιώργος Π. Καραγεωργίου, συντ/χος νομικός, κοινωνιολόγος ΧΑΝΙΑ] ~ ~ ~ Απάντηση

    Είπα μέσα μου: έναν τέτοιον αριστουργηματικό λόγο, μιαν τόσο πετυχημένη κι εμπνευσμένη “ψυχογραφία”, δίκην μνημοσύνου για τη μνήμη και το πρόσωπο του αείμνηστου κι αξέχαστου, πάνυ εκλεκτού πολίτη της Χανιώτικης κοινωνίας κι όχι μόνο, Μιχάλη Γρηγοράκη, μόνο ο φίλος και συμπατριώτης μου Μακεδόνας [κι ας μας αποκαλούν τώρα ” Νοτιο-Μακεδόνες” κάποιοι αδιάντροποι] Σταύρος Καλαϊτζόγλου θα μπορούσε να γράψει, κι ελπίζω να δικαιολογήσουν και συγχωρήσουν οι φίλοι κι αναγνώστες των “Χ.Ν.” την όποια ή κάποιαν κοινωνική υπερβολή μου [την κληρονόμησα από την αείμνηστη σπουδαία Ποντία μητέρα μου], ωστόσο έχω τους λόγους μου προς τούτο: Αγαπητέ φίλε Σταύρο, όλοι εμείς οι Χανιώτες πολίτες κι όλοι οι άλλοι συνάνθρωποί μας, η Δημοτική Βιβλιοθήκη Χανίων, τα αγαπητά μας “ΧΑΝΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ”, σε ευχαριστούμε, σε ευγνωμονούμε και σε συγχαίρουμε θερμά για το σπάνιο αφιέρωμά σου στο πρόσωπο και τη μνήμη του έξοχου, του ανεπανάληπτου κι ανθρώπου του πνεύματος, του μοναδικού Μιχάλη Γρηγοράκη, που σφράγισε με την απλή κοινωνική του προσφορά τη συνέχιση της Πολιτιστικής και Παραδοσιακής Χανιώτικης και Κρητικής ζωής. Είναι κοινωνική ανάγκη να επαναλάβουμε τα στοιχεία της ενδελεχούς και ολόσωστης “ψυχογραφίας” για τον αξέχαστο Μιχάλη Γρηγοράκη: ” η ταπεινότητα, η σεμνότητα, η ευρυμάθεια, η απλότητα και το συγκροτημένο πρόσωπό του στον τρόπο έκφρασης και επιχειρηματολογίας, το έγκυρο των επισημάνσεών του, και η περίσσεια της σοφίας του…” Σ’ όλα τα παραπάνω, ας μού επιτραπεί να προσθέσω -παρότι ελάχιστα τον γνώριζα τον λαμπρόν αυτόν συνάνθρωπό μας- και το κοινωνικό του πρόσωπο, δηλαδή είχε μάθει να μοιράζεται, να ζει με τους άλλους και για τους άλλους, τους έτερους, τους διαφορετικούς. Ο Μιχάλης Γρηγοράκης υπήρξε ένα ολοκληρωμένο κι αληθινό ανθρώπινο πρόσωπο: Ας είναι αιωνία του η μνήμη και πρότυπο – παράδειγμα αληθινού προσώπου – ανδρός. Αξίζει να αναφέρω ένα γεγονός – συμβάν στο οποίο ενεπλάκη και ο αείμνηστος Μιχάλης: Όταν εγκατασταθήκαμε οριστικά με την Κρητικοπούλα σύζυγό μου στα Χανιά [τέλος εικοστού αιώνα], έγινα μόνιμος και τακτικός αναγνώστης της σπουδαίας Δημοτικής μας Βιβλιοθήκης. Εντυπωσιάστηκα με την ευγένεια και την εξυπηρέτηση του προσωπικού της Βιβλιοθήκης, καθώς και με τον ελαιοχρωματισμό [υπήρχαν βυζαντινά χρώματα ] του χώρου της Βιβλιοθήκης κι έγραψα ένα απλό ευχαριστήριο σημείωμα, που δημοσιεύτηκε μάλιστα και στα “Χ.Ν.” Χωρίς να γνωρίζω τον αξέχαστο Μιχάλη, αυτός έκανε γραπτή μνεία του δικού μου ενθουσιασμού για την εικόνα λειτουργίας όλης της Βιβλιοθήκης και, βέβαια, λίγο αργότερα, πληροφορήθηκα την ατελείωτη συνεισφορά του στη Βιβλιοθήκη, τα γράμματα και τη δημοσιογραφία του πάνω σε πολιτιστικά ζητήματα κι ενδιαφέροντα της Χανιώτικης κοινωνίας. Διάβασα και κάποια βιβλία του για κάποια γνωστά πρόσωπα των Χανίων, που άφησαν “εποχή” και όνομα: ωστόσο, δεν είχα την τύχη και χαρά να τον συναντήσω από κοντά. Ας αναφέρω και κάτι άλλο: στη ζωή μου -παρόλες τις σπουδαίες σπουδές μου με αδυσώπητες δυσκολίες και βιώματα σε κοινωνικές σπουδές, δηλ. Νομικά, Οικονομικά, Κοινωνιολογία κ.λ.π- δεν είχα γνωρίσει τον κόσμο των Βιβλιοθηκών, εξαιτίας της δύσκολης κοινωνικής ζωής μου. Να φανταστήτε για “βιβλιοθήκες” άκουσα για πρώτη φορά στην Εβδόμη [πέμπτη} Γυμνασίου Βεροίας κι αργότερα εργαζόμενος σε σκληρές χειρωνακτικές εργασίες -αφού τελείωσα νομικά και οικονομικά στη Θεσσαλονίκη- για περαιτέρω σπουδές και στο εξωτερικό, ως ευνόητον, είχα ολότελα αποκοπεί από τη ζωή των Βιβλιοθηκών, ως τα 60 μου σχεδόν χρόνια. Μόνο στην Αμερική μπόρεσα και δανείστηκα όλο κι όλο τρία βιβλία. Είχα πάθος με τα βιβλία αλλά οι δύσκολες κοινωικές καταστάσεις [ας μην τις αναφλερω γιατί είναι πολύ στενόχωρες και θλιβερές] δεν μού επέτρεπαν να επισκέπτομαι βιβλιοθήκες. Έτσι, όταν πια ήλθαμε στα ευλογημένα Χανιά, βρήκα καταφύγιο στη Δημοτική Βιβλιοθήκη κι έγινα φίλος όλου του εκλεκτού προσωπικού. Γι’ αυτό, πάντα στα κε’ιμενά μου, παρακαλώ να μού συγχωρήσετε τις κακογραφίες ή την έλλειψη λογοτεχνικής ικανότητάς μου και, παρακαλώ, να μην θεωρήσετε ότι κατατρύχομαι από κάποια συναισθήματα κατωτερότητας; απεναντίας θα έλεγα, ότι ευχαριστώ τον Θεάνθρωπο Χριστό για ό,τι έκανα ή έγινα στη ζωή και την ευρύτερη οικογένειά μας. Και πάλι τα θερμά μου συγχαρητήρια στον αγαπητό φίλο Σταύρο, ένα αληθινό διαμάντι της Χανιώτικης κι όχι μόνο κοινωνίας. Φιλικά Γιώργος Καραγεωργίου, συντ/χος νομικός, κοινωνιολόγος, οικονομολόγος εφηρμοσμένης Οικονομίας ΧΑΝΙΑ

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.