Μουσείο Τυπογραφείας

Μνήμες από το Συρικάρι

Το Συρικάρι, το όμορφο χωριό της Κισάμου, βρίσκεται εδώ και κάμποσον καιρό στην επικαιρότητα, εξαιτίας του Οσιου Νικηφόρου του Λεπρού και του Ι. Ναού που ανεγείρεται στη χάρη του.
Δεν γνωρίζω αν η έκφραση «βοηθά σου ο τόπος Διγενή και φαίνεσαι αντρειωμένος», δηλαδή αν το περιβάλλον δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες για να διακριθεί κάποιος ή άν η εσωτερική φλόγα οδηγεί τον άνθρωπο να κατακτήσει τις όποιες κορυφές. Πάντως όσον αφορά το Συρικάρι  και τους ανθρώπους του πιστεύω ότι είχαν όλες τις προϋποθέσεις για ν’ αναδείξουν τον όσιο Νικηφόρο.
Τους Συρικαριανούς αξιώθηκα να πρωτογνωρίσω τότε που πρωτοήρθα στα Χανιά. Τους έβαλα στην καρδιά μου και δεν έχω αλλάξει γνώμη από τότε. Δυο περιστατικά θ’ αναφέρω που πιστεύω ότι επιβεβαιώνουν την παραπάνω άποψή:
Στις 24 Οκτωβρίου 1958 νέος δάσκαλος, με πολλά όνειρα, έφτασα στα Χανιά, πήγα στο γραφείο της Επιθεώρησης με το διοριστήριο έγγραφο και αφού με καλωσόρισαν με τοποθέτησαν  προσωρινά στο Συρικάρι, όπου δεν πήγαινε τότε αυτοκίνητο. Πήρα το λεωφορείο της γραμμής για τα Τοπόλια, το πιο κοντινό μέρος για να πάω στον προορισμό μου.
Οταν έφτασα ζήτησα να μου υποδείξουν κάποιον να μεταφέρει τα λίγα πράγματα που είχα και που αποτελούσαν όλο μου το “έχει” στο χωριό όπου με είχε τοποθετήσει η υπηρεσία. Θα έμενα εκεί ίσαμε τις διακοπές των Χριστουγέννων οπότε θα επανερχόταν στα καθήκοντά της η μόνιμη δασκάλα του Σχολείου που είχε πάρει άδεια λόγω τοκετού.
Ηταν η πρώτη φορά που πατούσα τα Κισαμίτικα χώματα, ήμουν εντελώς ακατατόπιστος και πήγαινα κυριολεκτικά στο άγνωστο.
Κάποιος δέχτηκε να με μεταφέρει αλλά μου ζήτησε περισσότερα από το μηνιαίο μισθό μου, ποσό που μου φάνηκε υπερβολικό και χωρίς να το πολυσκεφτώ αρνήθηκα.
Επειδή δεν βρέθηκε άλλος, πικράθηκα τόσο ώστε αποφάσισα ν’ αποποιηθώ το διορισμό και να επιστρέψω στο Ιδιωτικό Σχολείο όπου εργαζόμουν στο Ηράκλειο.
Κάθισα στο καφενείο περιμένοντας το λεωφορείο της γραμμής από τα Εννιά Χωριά για τα Χανιά. Ξαφνικά παρουσιάστηκε ένας Συρικαριανός, που προθυμοποιήθηκε να με εξυπηρετήσει και όταν του ζήτησα να μου πει πόσα χρήματα ήθελε, με αποπήρε λέγοντας:
– Τίποτα δεν θέλω! Λεφτά θα πάρω από το δάσκαλο των παιδιών μου;
Η διάθεσή μου άλλαξε όχι επειδή δεν ήθελε χρήματα, αλλά από τον τρόπο που μου μιλούσε και τον ακολούθησα.
Ετσι ξεκίνησε η πορεία μου προς το Συρικάρι. Ανέτρεψε την απόφαση που είχα πάρει για αποποίηση διορισμού, οριστικά με κράτησε στα Χανιά και γίνηκα Χανιώτης.
Δεν θυμούμαι τι συζητούσαμε στο δρόμο. Απ’ όσα συγκρατώ στη μνήμη μου ήταν ένας καλοσυνάτος άνθρωπος, ομιλητικός που αγαπούσε το χωριό και τους συγχωριανούς του.
– Εχεις ξανάρθει στα χωριά μας; με ρώτησε και χωρίς να περιμένει την απάντηση, συνέχισε. Θα σ’ αρέσει. Είναι φτωχό και ορεινό χωριό, μα έχει πολλές ομορφιές και καλούς ανθρώπους. Και όπως διαπίστωσα είχε απόλυτο δίκιο.
Ενώ ξεκίνησα άκεφος, σιγά-σιγά μια χαρούμενη διάθεση με συνεπήρε και ο ανώμαλος χωματόδρομος αντί να με κουράσει, με γέμιζε ικανοποίηση.
Εμαθα ότι το χωριό είχε πολλές γειτονιές, ότι τα παιδιά έρχονταν στο Σχολείο, που βρισκόταν στην κεντρική γειτονιά, κρατώντας το μεσημεριανό φαγητό τους, επειδή τα μαθήματα γίνονταν πρωί και απόγευμα. Στο καφενείο, που ήταν απέναντι από το Σχολείο σταματήσαμε.
Προτού ο ευγενικός και καλοσυνάτος Συρικαριανός προλάβει να ξεφορτώσει τα πράγματά μου, κατέφθασε ο ιερέας του χωριού και αφού με καλωσόρισε μου ζήτησε να τον ακολουθήσω στο σπίτι του. Με φιλοξένησε την πρώτη και τη δεύτερη μέρα και ύστερα με βοήθησε κι εγκαταστάθηκα στο σχετικά ευρύχωρο, γραφείο του σχολείου.
Τα παιδιά ειδοποιημένα έφθασαν την άλλη μέρα πρωί – πρωί.
Τα υποδέχτηκα, κάναμε προσευχή, μπήκαμε στη μοναδική αίθουσα διδασκαλίας που όπως παρατήρησα είχε μόνο ένα χάρτη της Ελλάδας κι ένα της Ευρώπης και στρωθήκαμε στη δουλειά.
Πρόθυμα, αγαπησιάρικα παιδιά, με κοίταζαν με μάτια που σπίθιζαν, απαντούσαν όσο και όπως ήξεραν στις ερωτήσεις μου που τις πρώτες ώρες ήταν κυρίως διερευνητικές και χωρίς να το καταλάβομε, έφτασε το μεσημέρι.
Η απογευματινή εργασία συνεχίστηκε με τον ίδιο ευχάριστο ρυθμό κι όταν σχολάσαμε ένιωθα και χαρούμενος και ξεκούραστος.
Ετσι περνούσαν οι μέρες. Ζήτησα τη βοήθεια δύο νέων του χωριού που πρόθυμα μου την έδωσαν και φτιάξαμε ένα πρόχειρο αποχωρητήριο, επειδή το Σχολείο δεν είχε κι έπρεπε να τρέχομε στα χωράφια και πίσω από θάμνους ή τις ελιές για τις ανάγκες μας. Αρεσε πολύ και στους μεγάλους, αλλά προπαντός στα παιδιά.
Ενα πρωί, ασυνήθιστα κλάματα στην αυλή με παραξένεψαν. Βγήκα έξω και πληροφορήθηκα ότι τα παιδιά καθώς έρχονταν στο σχολείο έσπρωξαν ένα μικρό της πρώτης τάξης, που έπεσε χάμω και χύθηκε το φαγητό του. Αυτό το παιδί έκλαιγε επειδή δεν είχε τι να φάει το μεσημέρι.
Το παρηγόρησα και όταν διακόψαμε την πρωΙνή εργασία, το κάλεσα στο γραφείο, του έβαλα σ’ένα πιάτο από το φαγητό μου και παρά την αρχική συστολή του, φάγαμε μαζί.
Εκείνο το πρωτάκι με ξεπλήρωσε την παραμονή που θα έφευγα από το χωριό του: Ήταν μια ωραία χειμωνιάτικη λιακάδα και στο διάλειμμα των 10.00 πήρα μια καρέκλα και κάθισα στην αυλή προσέχοντας τα παιδιά που έπαιζαν. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκα ότι ο μικρός (το πρωτάκι) έκανε κύκλους γύρω από μένα και η ακτίνα τους όλο και μίκραινε.
Κάποια στιγμή έφθασε εκεί που καθόμουν γονάτισε και χωρίς να πει το παραμικρό, ακούμπησε το κεφάλι του στα γόνατα μου, με κοίταξε με λαχτάρα ενώ τα μάτια του έτρεχαν ασταμάτητα…
Υστερα από πολλά χρόνια μεγάλος πια και καταξιωμένος επαγγελματίας, μου ξαναθύμησε το περιστατικό της προσφοράς φαγητού, που είχε μείνει βαθιά χαραγμένο μέσα του.
Την παραμονή του Μιχαήλ Αρχαγγέλου ήρθε στο Σχολείο  ένας συνήλικος μου και μου ανακοίνωσε ότι η συνοικία των Κωστογιάννηδων (η γειτονιά του Οσιου Νικηφόρου) πανηγύριζε κι έπρεπε να πω στα παιδιά να μην έρθουν στο Σχολείο την επομένη αλλά να πάμε στο πανηγύρι. Μετά τις αρχικές αντιρρήσεις μου σκέφτηκα ότι έπρεπε ν’ ακολουθήσω την παράδοση του χωριού και δέχτηκα την πρότασή του. Πρωί-πρωί ξεκινήσαμε για την εκκλησία.
Τα παιδιά πήγαν με τους γονείς τους. Μόλις φτάσαμε με οδήγησαν στο αναλόγιο των ψαλτών. Ημουν ο νέος δάσκαλος, όλα τα μάτια στράφηκαν πάνω μου κι έπρεπε να τους ευχαριστήσω. Δεν έψαλλα, επειδή είμαι παράφωνος, αλλά διάβασα τα αναγνώσματα, τον Απόστολο, το Πιστεύω και το Πάτερ Ημών και μάλλον δεν τους απογοήτευσα.
Μετά τη λειτουργία αρχίσαμε να επισκεπτόμαστε ένα ένα τα σπίτια του χωριού. Σ’ όλα ήταν στρωμένα τα τραπέζια με όλα τα καλά του τόπου και περίμεναν τους πανηγυριώτες.
Με την παρέα μου είχαμε πάει σε 3-4 σπίτια. Μπαίναμε, καθίζαμε λίγο, τρώγαμε, πίναμε, ευχαριστούσαμε, χαιρετούσαμε και φεύγαμε για το άλλο σπίτι.
Στο τέταρτο ή στο πέμπτο σπίτι, με φώναξε ένας παραδοσιακός γέρος με κρητική στολή που ήταν στην παρέα μας και μ’ έβγαλε έξω από το σπίτι. Χωρίς περιστροφές μου είπε • Μην πίνεις!
• Γιατί; Απάντησα έκπληκτος.
• Συμπάθησέ με,αλλά σου μιλώ σαν να είμαι ο πατέρας ή ο παππούς σου. Είσαι ο δάσκαλος του χωριού, βλέπω ότι στο καφενείο πίνεις καφέ ή πορτοκαλάδα και όχι ρακί ή κρασί, δηλαδή είσαι ασυνήθιστος στο πιοτό και αν συνεχίσεις σε λίγη ώρα θα σε κυριέψει. Μην πίνεις λοιπόν γιατί δεν πρέπει ο δάσκαλος του χωριού να ξεπέσει.
Τον κοίταξα με θαυμασμό, συνειδητοποίησα το μεγαλείο της ψυχής του και τον ευχαρίστησα απ’ την καρδιά μου. Είδα ότι είχε απόλυτο δίκιο, ότι σκοπός του ήταν να με προστατέψει και φυσικά δεν τον απογοήτευσα. Συνεχίσαμε μαζί διασκεδάζοντας μέχρι το βράδυ.
Πέρασαν από τότε 60 χρόνια. Με την ευκαιρία της ανέγερσης του ναού του Οσίου Νικηφόρου βρέθηκα στο αγαπημένο χωριό. Το Σχολείο ήταν κλειστό και καθώς το είδα μέσα από το λεωφορείο πικράθηκα, όπως έχω πικραθεί και για το σχολειό του δικού μου χωριού που κι αυτό, όπως και πάρα πολλά άλλα, έχει κλείσει.
Ομως οι άνθρωποι δεν έχουν αλλάξει… Το διαπίστωσα από εκείνους  που συνάντησα. Κρατούν στην καρδιά τους την ανθρωπιά και την καλοσύνη που είχα διαπιστώσει τότε που τους γνώρισα… Ο όσιος Νικηφόρος ο λεπρός, δικαιολογημένα βγήκε απ’ αυτόν τον ευλογημένο τόπο και ασφαλώς θα πρεσβεύει  για το χωριό του, αλλά και για όλη την Κρήτη…

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.