Μουσείο Τυπογραφείας

Μνήμες από το ολοκαύτωμα του Καλλικράτη

  • Μνημείο με τα ονόματα των δολοφονηθέντων από τους Γερμανούς, κατοίκων του Καλλικράτη που έχασαν τη ζωή τους στο Ολοκαύτωμα του '43.
  • Σημάδια από τις σφαίρες διακρίνονται ακόμα στους τοίχους του καταλύματος που έγιναν οι εκτελέσεις.
  • Το κατάλυμα που έγιναν οι εκτελέσεις από τους Γερμανούς. Η μανία των Γερμανών ήταν τέτοια κατά των ντόπιων που δεν άφησαν να ταφούν οι σοροί των εκτελεσθέντων.

8 Οκτωβρίου 1943. Οι Γερμανοί καταφθάνουν στον Καλλικράτη Σφακίων. Θα παραμείνουν συνολικά 4 ημέρες σκορπώντας τον θάνατο και την καταστροφή. 31 άνδρες και γυναίκες θα δολοφονηθούν από τους ναζί και τους Eλληνες συνεργάτες τους, τους Σουμπερίτες.
Η περιουσία των κατοίκων θα λεηλατηθεί. Τα σπίτια θα καούν. Φεύγοντας οι Γερμανοί, υπό τον φόβο κάποιας ενέδρας, θα πάρουν μαζί τους ως ομήρους ορισμένους κατοίκους τους οποίους θα οδηγήσουν στο κολαστήριο της Αγιάς. Για τους επόμενους μήνες ο Καλλικράτης θα κηρυχθεί απαγορευμένη ζώνη. Η εικόνα που αντίκρισαν οι χωριανοί όταν μετά από καιρό επέστρεψαν στα σπίτια τους ήταν αυτή της απόλυτης καταστροφής.
Με αφορμή την ανακήρυξη του Καλλικράτη ως μαρτυρικό χωριό οι “διαδρομές” γυρίζουν σήμερα πίσω το ρολόι του χρόνου, συνομιλώντας με ανθρώπους που έζησαν τα γεγονότα ως παιδιά. Οι μαρτυρίες, ζωντανεύουν το ολοκαύτωμα του Καλλικράτη και αποκαλύπτουν όλη τη φρίκη που σκόρπισαν οι ναζί.

  • «Είχαμε μπει πολλοί στο ιερό. Τότε η συγχωρεμένη η μάνα μου μού έβαλε ένα τσεμπέρι στο κεφάλι. Πιθανόν αυτό να ήταν και ο λόγος που γλύτωσα!», σημείωσε ο κ. Σταύρος Μανουσέλης.
  • «Τα πτώματα ήταν σωρός και η μάνα μου σήκωνε τους σκοτωμένους για να δει αν είναι ο πατέρας μου», θυμήθηκε ο κ. Μανούσος Γιαννακάκης.
  • «Κάθε οικογένεια έχασε κάποιο δικό της άνθρωπο», επεσήμανε ο Στέλιος Γιαννακάκης.
  • «Ο πατέρας μου όρμησε στον Σουμπερίτη για να του πάρει το όπλο του. Πάλεψαν αρκετή ώρα αλλά δεν τα κατάφερε και ο Σουμπερίτης τον σκότωσε. Είμαι περήφανος γι’ αυτό που έκανε ο πατέρας μου», δήλωσε συγκινημένος ο κ. Νικήτας Μανουσέλης.
  • «...με οδήγησαν στον Σούμπερτ. Ηταν ένα ανθρωπάκι μικρόσωμο, πολύ μελαχρινός, με γυαλάκια και μακρόστενο πρόσωπο... Το πρόσωπό του μού έχει μείνει στη μνήμη», τόνισε ο κ. Σήφης Μανούσακας.

«ΦΥΓΑΜΕ ΣΑΝ ΤΡΕΛΟΙ»
Οταν έκαψαν οι Γερμανοί τον Καλλικράτη ο κ. Σταύρος Μανουσέλης ήταν 15 χρονών. Η μέρα που έφτασαν οι Γερμανοί στο χωριό είναι ακόμα χραγμένη στη μνήμη του. «Από το ξέφωτο που είναι ο αμαξωτός σήμερα, πόρισε μια φάλαγγα. Οταν έφτασαν στα πρώτα σπίτια του χωριού γυναίκες και άνδρες προσπάθησαν να φύγουν. Αρχισαν εκείνοι να “θερίζουν” την πλαγιά με τα πολυβόλα». Ο ίδιος θα καταφέρει να διαφύγει από το χωριό. Αμέσως οι κατακτητές αρχίζουν να προπαγανδίζουν ότι δεν έχουν σκοπό να κάνουν κακό προκειμένου να επιστρέψουν όσοι είχαν ξεφύγει. Ο 15χρονος Σταύρος θα γυρίσει στο χωριό. «Την πρώτη ημέρα υπήρχε ανησυχία. Τη δεύτερη ημέρα, ήρθαν δυο Γερμανοί στο σπίτι και μας είπαν να πάμε όλοι στην εκκλησία. Τότε καταλάβαμε ότι πάνε για να μας σκοτώσουν». Η εκκλησία της Παναγίας θα γεμίσει από χωριανούς. «Είχαμε μπει πολλοί στο ιερό. Τότε η συγχωρεμένη η μάνα μου μού έβαλε ένα τσεμπέρι στο κεφάλι. Πιθανόν αυτό να ήταν και ο λόγος που γλύτωσα! Από εκεί πήραν κάποιους και τους πήγαιναν στο κατάλυμα που έγιναν οι εκτελέσεις». Ο κ. Σταύρος θα χάσει εκείνη την ημέρα πολλούς συγγενείς. Ολοι τους θύματα των Γερμανών και των συνεργατών τους. «Αφού έγινε το μακελειό φύγαμε από το χωριό. Γυρίζαμε σαν τρελοί. Θυμάμαι μια μάνα που γύρισε για να βρει το νεκρό παιδί της. “Επήγα και σκέπασα τον Σπύρο μου γιατί τον έφαγαν οι σφήγκες”, μας είπε. Την οικογένειά μου μάς φιλοξένησαν στα κάτω χωριά, ο καθένας όπου μπορούσε». Ο κ. Σταύρος θα γυρίσει στον Καλλικράτη μετά από μήνες. Θα βρει το χωριό του κατεστραμμένο. Οι Γερμανοί δεν είχαν αρκεστεί στις δολοφονίες των αμάχων αλλά προσπάθησαν να σβήσουν από τον χάρτη τον Καλλικράτη. Λεηλάτησαν και έκαψαν τα σπίτια αφού προηγουμένως μαζί με τους συνεργάτες τους είχαν κάνει πλιάτσικο.

ΑΛΗΘΙΝΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ
Ο κ. Μανούσος Γιαννακάκης έζησε τα γεγονότα ως παιδί. «Ημουν 7 χρονών τότε. Οσα έγιναν ήταν τραγικά και βίαια», σχολιάζει. Οσα χρόνια κι αν περάσουν τού είναι αδύνατον να ξεχάσει όσα είδε: «Οταν έγιναν οι εκτελέσεις  με πήρε η μάνα μου από το χέρι γιατί δεν ήξερε αν είχαν σκοτώσει οι Γερμανοί τον πατέρα μου. Πήγαμε στο σημείο της εκτέλεσης. Τα πτώματα ήταν σωρός και η μάνα μου σήκωνε τους σκοτωμένους για να δει αν είναι ο πατέρας μου. Τελικά ο πατέρας μου δεν ήταν ανάμεσα σε αυτούς που σκότωσαν. Είχε φύγει». Θυμάται τους βανδαλισμούς των κατακτητών και των Σουμπεριτών. «Το χωριό τότε ήταν πλούσιο. Είχαμε τα πάντα. Εκείνοι τρυπούσαν με τις ξιφολόγχες τα πιθάρια, γέμιζαν τα παγούρια τους κρασί και το υπόλοιπο το άφησαν να χάνεται. Επαιρναν τα υφαντά. Εκαιγαν τα σπίτια». Η μανία και το μίσος των κατακτητών ήταν τέτοιο που δεν επέτρεψαν καν στους ανθρώπους του χωριού να θάψουν τους νεκρούς τους. «Τους σκοτωμένους τους έφαγαν τα όρνια και τα σκυλιά. Αργότερα συγκεντρώθηκαν όσα οστά βρέθηκαν και έγινε ένα κοινοτάφιο». Φεύγοντας από το χωριό ο 7χρονος Μανούσος θα πάει με την οικογένειά του στα Ασκύφου όπου και θα παραμείνει για περίπου 1 χρόνο. Επιστρέφοντας στον Καλλικράτη θα αντικρίσει ένα χάος. Η σκιά του ολοκαυτώματος βάρυνε τον Καλλικράτη και τους ανθρώπους του όλα τα επόμενα χρόνια. Ο κ. Στέλιος Γιαννακάκης ήταν μόλις 2 χρονών τότε και δεν θυμάται τα γεγονότα. Εζησε όμως όλη την ατμόσφαιρα του πένθους που επικράτησε στο χωριό τα επόμενα χρόνια. «Κουβέντιαζαν τα γεγονότα οι μεγαλύτεροι. Κάθε οικογένεια άλλωστε είχε χάσει κάποιο δικό της άνθρωπο», σημειώνει.

«ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΙ ΠΕΡΗΦΑΝΟΣ»
Όταν έγινε το ολοκαύτωμα ο κ. Νικήτας Μανουσέλης ήταν 11χρονών. Οπως λέει ο λόγος που οι Γερμανοί έκαψαν τον Καλλικράτη σχετίζεται με την καταδίωξη του αντιστασιακού από την ανατολική Κρήτη Μανώλη Μπαντουβά και την εμπλοκή της ομάδας του Μανουσέλη ή Κιατίπη από τον Καλλικράτη στη συμπλοκή με τους Γερμανούς στη θέση Τσιλίβδικα. Λίγο μετά την άφιξη των κατακτητών στον Καλλικράτη ο μικρός τότε Νικήτας θα φύγει από το χωριό. Την πρώτη νύχτα θα την περάσει μαζί με ένα άλλο παιδί σε μια σπηλιά. Την επομένη κάποιοι μεγαλύτεροι τους συμβουλεύουν να γυρίσουν στο χωριό. Επιστρέφοντας θα πέσουν πάνω σε κάποιους Κρητικούς συνεργάτες των Γερμανών. «Γυρίζω και βλέπω τον φίλο μου να γλακά (να τρέχει) πίσω. Τρέχω κι εγώ και μας αρχίζουν στους πυροβολισμούς. Χτυπούσαν οι μπάλες (σφαίρες) στα πόδια μου!». Ο Νικήτας κρύβεται στα χωράφια. Από τύχη θα βρεθεί σε μια σπηλιά όπου θα συναντήσει κάποιους συγχωριανούς του. Θυμάται ακόμα το πιάτο με τη βραστή αίγα που του πρόσφεραν να φάει. Τελικά γυρίζει στον Καλλικράτη μαζί με τον πατέρα του. Την επομένη ημέρα όταν επιχείρησαν ξανά να φύγουν για να πάνε στα ζώα τους, οι Γερμανοί τους πιάνουν και τους οδηγούν στον Φ. Σούμπερτ. Εκείνος δίνει ένα σημείωμα στο παιδί που του επιτρέπει να φύγει έξω από το χωριό. Ο πατέρας όμως θα μείνει και λίγο αργότερα θα οδηγηθεί μαζί με τους υπόλοιπους χωριανούς στην εκκλησία. Εκεί οι Γερμανοί δηλώνουν ότι όποιος παραδώσει κάποιο όπλο θα αφεθεί ελεύθερος. Ο πατέρας του Νικήτα ζητάει να τον συνοδεύσει ένας στρατιώτης μέχρι το σπίτι για να του δώσει το όπλο του. «Τον πήρε ένας Σουμπερίτης για να πάνε στο σπίτι. Φεύγοντας από την εκκλησία, λίγο παρακάτω, ο πατέρας μου όρμησε στον Σουμπερίτη για να του πάρει το όπλο του. Πάλεψαν αρκετή ώρα αλλά δεν τα κατάφερε και ο Σουμπερίτης τον σκότωσε. Είμαι περήφανος γι’ αυτό που έκανε ο πατέρας μου». Ακολούθησε η λεηλασία του χωριού από τους Γερμανούς. Ο μικρός Νικήτας θα βρει καταφύγιο σε μια σπηλιά. Γυρίζει όμως στο χωριό μαζί με άλλα παιδιά για να αναζητήσει τη σορό του πατέρα του. «Τους είπα ότι θέλω να δω τον πατέρα μου. Πήγα στο κατάλυμα που ήταν οι εκτελεσμένοι. Δεν ήταν εκεί, τον είχαν θάψει. Θυμάμαι όμως ακόμα την εικόνα των σκοτωμένων. Τρία βράδια δεν μπόρεσα να κοιμηθώ». Για τους επόμενους περίπου 4 μήνες το 11χρονο παιδί θα μείνει σε μια σπηλιά, τρώγοντας ό,τι βρίσκει. Γυρίζοντας πια στον Καλλικράτη, όταν έπαψε το χωριό να είναι απαγορευμένη ζώνη, το μόνο που βρήκε ήταν αποκαΐδια.

ΗΜΕΡΕΣ ΤΡΟΜΟΥ
Σαν σκηνές από ταινία περνούν μπροστά από τα μάτια του κ. Σήφη Μανούσακα οι εικόνες από τα θλιβερά γεγονότα που σημάδεψαν το χωριό πριν από 75 χρόνια. 10 χρονών παιδί τότε η είσοδος των Γερμανών στον Καλλικράτη τον βρίσκει στο σπίτι του. «Μας αιφνιδίασαν οι πυροβολισμοί που έριχναν με πολυβόλα πάνω από τον οικισμό», θυμάται. Επικρατεί φόβος και οι πόρτες μένουν κλειστές. Οι Γερμανοί διαρρέουν ότι δεν θα πειράξουν κανένα. Αρχίζουν να κάνουν έρευνες για οπλισμό στα σπίτια. Ο πατέρας του μικρού Σήφη έχει φύγει πριν έρθουν οι κατακτητές και βρίσκεται στο βουνό. Ο Σήφης θα αναλάβει να του πάει φαγητό, κάτι που τελικά θα τον φέρει πρόσωπο με πρόσωπο με τον αιμοσταγή Σούμπερτ. «Η μητέρα μου μού παρήγγειλε αν με ρωτήσουν οι Γερμανοί να πω ότι πάω να ποτίσω τις αίγες και κρατάω φαγητό κι ενός βοσκού. Πράγματι πήγα το φαγητό στον πατέρα μου αλλά καθώς επέστρεφα με σταμάτησαν 2 Γερμανοί και άρχισαν να με ρωτάνε τι έκανα. Στη συνέχεια με οδήγησαν στον Σούμπερτ. Ηταν ένα ανθρωπάκι μικρόσωμο, πολύ μελαχρινός, με γυαλάκια και μακρόστενο πρόσωπο. Με κοίταξε με ένα φοβερό βλέμμα με ρώτησε πού ήμουν κι εγώ του έδωσα την ίδια απάντηση που είχα δώσει και προηγουμένως στους άλλους. Εκανε μια χειρονομία με το χέρι σαν να λέει αφήστε τον να φύγει. Το πρόσωπό του μού έχει μείνει στη μνήμη. Τον θυμήθηκα όταν πέρυσι είδα σε μια εφημερίδα τη φωτογραφία του την ώρα που τον πήγαιναν για εκτέλεση». Ο 10χρονος Σήφης μαζί με τα 5 αδέρφια του και τη μητέρα του θα οδηγηθεί αργότερα στην εκκλησία. Εκεί θα δει και τους πρώτους νεκρούς. Ηταν δύο Κρητικοί, όχι από τον Καλλικράτη, που οι Γερμανοί τους βρήκαν στον δρόμο και τους έφεραν στο χωριό. Τους δύο χτυπημένους άνδρες έδειχνε για εκφοβισμό στους συγκεντρωμένους χωριανούς ένας Γερμανός με το χέρι του. «Μέσα στην εκκλησία γινόταν χαμός. Ενας Γερμανός διάλεγε τους άνδρες και τους κάθιζαν σε μια πεζούλα. Στη μνήμη μου μένει ακόμα η εικόνα του παπά Σήφη – πατέρα του σημερινού παπά», αναφέρει ο κ. Μανούσακας. Στην εκκλησία φτάνουν και τα πρώτα μαντάτα για εν ψυχρώ εκτελέσεις των Γερμανών. «Εκεί ήρθε κι ένα μήνυμα ότι σκότωσαν τον Δρακομάρκο στην αυλή του», θυμάται ο κ. Σήφης. Οι Γερμανοί δίνουν εντολή στους χωριανούς να εκκενώσουν τα σπίτια τους γιατί θα τα κάψουν.
Η οικογένεια του Σήφη θα εγκαταλείψει όπως – όπως το χωριό. Νέες θλιβερές ειδήσεις για το θάνατο μιας ακόμα χωριανής έρχονται από μια γυναίκα που θα συναντήσουν. Η οικογένεια θα καταφέρει να βρεθεί με τον πατέρα και βρίσκουν καταφύγιο σε σπηλιές. Θα περάσουν περίπου δύο χρόνια για να επιστρέψουν στον Καλλικράτη.

Μαρτυρικό χωριό ο Καλλικράτης  
Η τελετή ανακήρυξης του Καλλικράτη σε μαρτυρικό χωριό θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 3 Οκτωβρίου παρουσία του προέδρου της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλου. Η τελετή θα πραγματοποιηθεί στο μνημείο πεσόντων στις 11 το πρωί.
Οπως αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση του Δήμου Σφακίων το σύνολο των θυμάτων του Καλλικράτη ήταν συνολικά 31 κάτοικοι, 21 άντρες και 10 γυναίκες. Οι περισσότερες γυναίκες ήταν ηλικιωμένες. «Τη Ζαμπία Παπαδόσηφου – Μανουσέλη τη σκότωσαν όταν αντιστάθηκε βλέποντάς τους να της λεηλατούν το σπίτι. Την Πολάκη Ελένη, την Πολάκη Αικατερίνη και την Τσιβολεδάκη Ευαγγελία έκαψαν ζωντανές μέσα στα σπίτια τους. Την Τσιβολεδάκη Αθηνά σκότωσαν στις παρυφές του χωριού. Τη Γιαννακάκη Αικατερίνη σκότωσαν στο νεκροταφείο του χωριού. Τη Φανιά Βλαχάκη Κουργελάκη σκότωσαν στην τοποθεσία του Σαπουνά. Την Ξανθίππη Καντήρου, τη Γανταδάκη Αγγελική και τη Μαρία Χαιρέτη σκότωσαν σε ένα παράπηγμα το οποίο στη συνέχεια γκρέμισαν. Πριν τις εκτελέσεις υποχρέωσαν τις γυναίκες του Καλλικράτη να παρακολουθήσουν τη λεηλασία των σπιτιών τους από τρόφιμα και υφαντά».
Επίσης, 14 άντρες οδηγήθηκαν σε ένα κατάλυμα του Καλλικράτη στην Πιπιλίδα και εκτελέστηκαν ο ένας πάνω στον άλλον: Βουγιούκαλος Αλέξανδρος και Βουγιούκαλος Εμμανουήλ του Γεωργίου αδέλφια. Βουγιούκαλος Μανούσος του Μιχαήλ, Μανουσέλης Γεώργιος του Μιχαήλ και ο γιος του Εμμανουήλ Μανουσέλης. Μανουσέλης Μανούσος και Μανουσέλης Ευστράτιος του Γεωργίου αδέλφια. Γανταδάκης Ρούσσος του Γεωργίου. Χαιρέτης Ευστράτιος του Μιχαήλ. Χαιρέτης Νικόλαος του Εμμανουήλ. Σηφοστρατουδάκης Ιωάννης του Ευστρατίου. Κωνσταντουδάκης Εμμανουήλ του Ιωάννου. Κανδήρος Γεώργιος του Ιωάννου. Χειραναγνωστάκης Νικόλαος του Αντωνίου από την Αργυρούπολη.
«Ο Βουγιούκαλος Μανούσος του Γεωργίου, ο τρίτος αδερφός των Βουγιούκαλων δολοφονήθηκε από σουμπερίτες έξω από το σπίτι του. Ο Μανουσέλης Μανούσος του Νικολάου, σφάχτηκε στην είσοδο του χωριού από Σουμπερίτες αφού τον βασάνισαν. Ο Χαιρέτης Σπύρος του Χρήστου, δολοφονήθηκε πισώπλατα από σουμπερίτη έξω από το κατάλυμα της Πιπιλίδας. Ο Πολάκης Παύλος του Εμμανουήλ, δολοφονήθηκε δίπλα στο σπίτι του. Ο Μαρκουτσάκης Μάρκος του Εμμανουήλ δολοφονήθηκε άνανδρα στην αυλή του σπιτιού του από τον πιο σκληρό δοσίλογο της ομάδας του Σούμπερτ, τον παπά Καλλέργη».
Σύμφωνα πάντα με την ανακοίνωση του Δήμου τον κατάλογο των 31 θυμάτων συμπληρώνουν δύο νέοι που άρπαξαν και πήραν μαζί τους με τη βία από το χωριό Επισκοπή οι Γερμανοί. Τον Λυκάκη Ιωάννη του Σταύρου από το χωριό Ασκύφου που βρέθηκε για δουλειές στην Επισκοπή. Ο άλλος ίσως ήταν ο νεαρός γιατρός Βιγδινάκης Γεώργιος του Ιωάννου από την Επισκοπή ο οποίος εξαφανίστηκε και δολοφονήθηκε από τους Γερμανούς στη διάρκεια της κατοχής.

Το χρέος στη ράτσα
Οι κάτοικοι του Καλλικράτη πλήρωσαν με ποταμούς αίματος τους αγώνες που έδωσαν για την ελευθερία. Ανθρωποι περήφανοι έδωσαν το “παρών” σε κάθε κάλεσμα της ιστορίας γι’ αυτό και μπήκαν στο μάτι των κατακτητών. Είναι χαρακτηριστικό ότι μέσα στο πέρασμα των αιώνων το χωριό κάηκε και ξαναχτίστηκε αρκετές φορές.
Η πρόεδρος του Ανοιχτού Λαϊκού Πανεπιστημίου Ελένη Βουγιούκαλου ξετυλίγοντας το νήμα της ιστορίας του Καλλικράτη σημειώνει πως κατά τη διάρκεια της τούρκικης σκλαβιάς, οι Καλλικρατιανοί συμμετείχαν μαζί με τους υπόλοιπους Σφακιανούς σχεδόν σε όλες τις επαναστατικές ενέργειες που γίνονταν ενάντια στον κατακτητή με αποκορύφωμα την επανάσταση του Δασκαλογιάννη το 1770. «Το δένδρο της  ελευθερίας ποτίστηκε τότε και με το αίμα των Καλλικρατιανών καθώς κάηκε ολοσχερώς από τους Τούρκους το χωριό προς αντεκδίκηση για τη συμμετοχή του Παπά Σήφη ή Δασκαλόπαπα από τον Καλλικράτη, στην ηγετική ομάδα του Δασκαλογιάννη», τονίζει η κα Βουγιούκαλου και προσθέτει πως το χωριό το έκαψαν ξανά ολοσχερώς οι Τούρκοι και αργότερα το 1821.
Σε ό,τι αφορά το ολοκαύτωμα του ’43 από τους Γερμανούς η κα Βουγιούκαλου μας παραπέμπει στην περιγραφή της καταστροφής μέσα από την έκθεση που συνέταξε η Επιτροπή που είχε συσταθεί το 1945 από την κυβέρνηση με σκοπό την καταγραφή των γερμανικών ωμοτήτων στην Κρήτη. Στην Επιτροπή συμμετείχαν οι καθηγητές Ι. Καλιτσουνάκης και Ι. Κακριδής, ο συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης και ο φωτογράφος Κώστας Κουτουλάκης. Στην έκθεση γίνεται ειδική αναφορά στον Καλλικράτη και σημειώνεται μεταξύ άλλων: «…περί τους 30 άνδρες και τα γυναικόπαιδα συνελήφθησαν και εκρατήθησαν εις τον περίβολον της εκκλησίας. Ενισχυθέντες οι Γερμανοί και διά της αφίξεως άλλου στρατού ως και της περιβοήτου ομάδας του Σούμπερτ, ήρχισαν να λεηλατούν το χωρίον και να ανακρίνουν τους κατοίκους κατηγορούντας αυτούς επί συνεργασία μετά του Μπαντουβά. Επειτα εκμανέντες διά την διαφυγήν τούτου εφόνευσαν πρώτον περί τους 10 άνδρας μετά φοβερών βασάνων εντός ερειπωμένης οικίας, τους δε λοιπούς εις τας οδούς ή εντός των αυλών των οικιών τους. Εν συνόλω εξετελέσθησαν την 8/10/43, άτομα 29. Συγχρόνως με τας εκτελέσεις ελεηλάτησαν και έπειτα επυρπόλησαν τον Καλλικράτην. Εκ των οικιών εκάησαν περί τας 80. Εκ των γυναικών συνέλαβαν 20 πάσης ηλικίας, τας οποίας εφυλάκισαν επί έναν μήνα στην Αγιάν. Επειδή δε μετά τούτα ένα τμήμα του στρατού των οδεύον προς νότον εβλήθη υπό ομάδας ανταρτών, οι Γερμανοί συνέλαβαν άλλας 3 γυναίκας εις το χωριό  Καλλικράτης, τας εφόνευσαν εντός οικίας και έπειτα ανετίναξαν αυτήν».
Καταλήγοντας η κα Βουγιούκαλου επεσήμανε την ανάγκη να κρατηθεί άσβεστη η μνήμη των ανθρώπων που θυσιάστηκαν και η ιστορία να μεταλαμπαδευτεί στις επόμενες γενεές για «να είναι πάντα φάρος οδηγός τους, στην οδό της τιμής, του χρέους και της ευθύνης».

Αναγνώριση μεν αλλά…
Η ανακήρυξη του Καλλικράτη ως μαρτυρικού χωριού αποτελεί αναμφίβολα μια οφειλόμενη τιμή στη μνήμη των νεκρών που δολοφονήθηκαν μαζικά από τους ναζί και τους σουμπερίτες. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν οι κάτοικοι του ορεινού χωριού, η Πολιτεία άργησε πολύ να αναγνωρίσει τη θυσία των προγόνων τους. «Πολύ αργά γίνεται αυτό που γίνεται. Ακόμα όμως και έτσι, θεωρώ ότι τόσο η εκδήλωση όσο και η φιλοξενία θα έπρεπε να γίνουν εδώ κι όχι να μοιραστούν με τη Χώρα Σφακίων. Σίγουρα, λοιπόν, είναι σημαντικό αυτό που γίνεται αλλά νομίζω ότι γίνεται και με ένα ψηφοθηρικό χαρακτήρα», σχολίασε ο κ. Μανούσος Γιαννακάκης με τον κ. Σταύρο Μανουσέλη να συμφωνεί με την παρατήρηση του συγχωριανού του. «Τόσα χρόνια πέρασαν και εδά το θυμήθηκαν;», σημείωσε σχετικά ο κ. Νικήτας Μανουσέλης, ενώ ο κ. Σήφης Μανούσακας τόνισε ότι πρόκειται για μια δικαίωση για τον Καλλικράτη που θα έπρεπε όμως να είχε επισημοποιηθεί από τα πρώτα κιόλας χρόνια μετά τον πόλεμο.

The Design Bar
Maria Orfanoudaki

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.