Μουσείο Τυπογραφείας

ΕΝΑΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΤΟΥ 1938 ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ...

Μνήμες από τα παλιά

28kopasisΝ. ΚΟΠΑΣΗΣ
Στις 18-10-2013 έκλεισαν 75 χρόνια (18-10-1938) που η στρατολογική κλάση του Νομού Χανίων, παρουσιαστήκαμε προς κατάταξη στο 14ο Σύνταγμα Πεζικού. Εδώ στα Χανιά στους στρατώνες που είναι ακόμα στην οδό Τζανακάκη, πλάι στον Δημοτικό Κήπο.
Τότε το στρατόπεδο ήταν άλλο τόσο απ’ ό,τι είναι σήμερα. Με την κατάταξή μας, μάς έδιναν ένα σάκο με όλα τα χρειαζούμενα στον στρατιώτη εκτός οπλισμού.
Τον οπλισμό, όπως θα δούμε παρακάτω, θα τον παίρναμε από άλλον τόπο.
Ήτανε να γελά κανείς με τα ρούχα που φορέσαμε, γιατί σ’ άλλους ήτανε μεγάλα τους και σ’ άλλους μικρά, που τους έφταναν ως τα γόνατα. Σε μερικούς δεν τους έκαναν καθόλου και φορούσαν στη γραμμή που μπαίναμε, τα πολιτικά τους.
Στο στρατώνα καθίσαμε δυο μέρες και κάθε βράδυ επροσφέραμε ένα πολύ ωραίο γεύμα στα εκατομμύρια κοριούς, που κάθε νύχτα έβγαιναν από τις φωλιές τους κι έπεφταν επάνω μας…
Τότε τα πατώματα των στρατώνων ήταν ξύλινα και με τη χρήση είχαν φθαρεί κι έκαναν καλό καταφύγιο στους κοριούς. Τότε δεν υπήρχαν τα μέσα καταπολέμησής τους όπως είναι σήμερα.
Μετά δυο τρεις ήμερες από την κατάταξή μας, μπήκαμε σ’ ένα βαπόρι και πήγαμε στον Πειραιά. Από τον Πειραιά στον σιδηρόδρομο και στις 24 του ίδιου μήνα παρουσιαστήκαμε στο 9ο Σύνταγμα Πεζικού στην Καλαμάτα. Ήτανε η πρώτη φορά που οι στρατεύσιμοι κάθε κλάσεως του Ν. Χανίων, θα εκπαιδεύοντο εκτός Χανίων.
Στην Καλαμάτα, 9ο Σύνταγμα, μας δώσανε όπλα, μας χώρισαν σε τάγματα, λόχους, διμοιρίες κ.λπ..
Την επόμενη ημέρα παραταχτήκαμε στον περίβολο του στρατοπέδου, όπου θα μας μιλούσε ο διοικητής του Συντάγματος, συνταγματάρχης Κετσέας Βενετσάνος. Ήλθε ο διοικητής, ψηλός, ωραίος με την εξάρτηση και μπότες, βγήκε πάνω σε μια εξέδρα κι άρχισε την ομιλία του.
Θυμάμαι τα πρώτα λόγια του να λέει:
«Καλώς τα Κρητικάκια. Κρητικάκια καλώς ήλθατε στο σύνταγμά μου. Όταν ήτανε Κρήτη υπόδουλη στους Τούρκους, από το λιμάνι που θα δείτε σε λίγες μέρες που θα αρχίσετε να βγαίνετε έξω, έφευγαν συχνά – πυκνά καΐκια φορτωμένα με τα επιτήδεια του πολέμου και με πολεμιστές για να πάνε στην Κρήτη να βοηθήσουνε για την ελευθερία της. Κι όλοι στα καφενεδάκια που είναι εκεί, όταν έπιναν παραπάνω κανένα ποτηράκι κρασί, κι άρχιζαν το τραγούδι, έλεγαν “από φλόγες η Κρήτη ζωσμένη…”.
Όταν όμως ελευθερώθηκε η Κρήτη και ήλθαν εδώ Κρήτες χωροφύλακες, δεν πέρασαν καλά.
Εβασάνισαν ανθρώπους, και ο κόσμος έχει μια ανάμνηση, όχι καλή.
Θέλω με την καλή σας συμπεριφορά, όταν θα βγαίνετε έξω, να κάμετε τους ανθρώπους ν’ αλλάξουνε αυτή την κακή ανάμνηση. Ποτέ να μην προκαλέσετε επεισόδιο. Όταν σας πειράξει κανείς, μην τον χτυπήσετε. Φέρτε τον μου εδώ σε μένα κι εγώ ο ίδιος θα τον περιποιηθώ κατά που του πρέπει».
Και μπορώ να πω όταν αρχίσαμε να βγαίνουμε στην πόλη, η συμπεριφορά μας ήταν άψογη κι εβλέπαμε με χαρά μας, πως ο κόσμος μας περιέβαλε με αγάπη και ευχαρίστηση. Η καλή συμπεριφορά αυτών των καλών ανθρώπων, φάνηκε και αργότερα όταν κατέρρευσε το μέτωπο και στα χέρια της Μεσσηνίας και της Σπάρτης οι στρατιώτες μας βρήκαν άσυλο και υποστήριξη όπως κι εμείς εδώ στην κατοχή, που αγκαλιάσαμε και περιεθάλψαμε δικούς μας και ξένους, και μοιραστήκαμε μ’ αυτούς, με κίνδυνο τη ζωή μας, το λίγο ψωμάκι μας, όταν το ’χαμε κι αυτό.
Στο στρατόπεδο μερικοί στρατιώτες που ήταν οργανοπαίκτες έφεραν μαζί τους και το όργανο και παίζανε λύρα, βιολί, λαγούτο, μαντολίνο κ.λπ., και όταν το καλούσε η περίσταση το στρώναμε στο τραγούδι και τον χορό.
Μια προσωπική μαρτυρία: Την επομένη που βγήκα από το Νοσοκομείο της Κορυτσάς, που είχα πάει λόγω τραύματος, επήρα φύλλο πορείας για τη Σχολή Εφέδρων Αξ/κών Πεζικού Καβάλας. Από την Καβάλα, μετά την εκπαίδευση, τοποθετήθηκα στο 9ο Συν/γμα Πεζικού Καλαμάτας. Όταν οι Γερμανοί έφταναν στη Θήβα, ο δ/τής μας, κλαίγοντας μας λέει: «Κύριοι εχάσαμε τον πόλεμο. Ένα κομμάτι μένει ακόμα ελεύθερο. Όσοι θέλετε να συνεχίσετε τον αγώνα να σηκωθείτε όρθιοι. Σηκωθήκαμε μια δεκαριά. Τότε ένας φίλος συνάδελφος Καλαματιανός μου λέει; “Νίκο μη φύγεις. Οι Γερμανοί βουλιάζουν κάθε πλεούμενο που πάει στην Κρήτη. Η μάνα μου έχει δυο παιδιά. Έλα στο σπίτι να ’χει τρία. Κι όταν τα πράγματα ησυχάσουν πάεις στη μάνα σου»…
Από την Καλαμάτα έφυγα μ’ ένα καΐκι κατάφορτο στρατιώτες. Ταξιδεύαμε μόνο νύχτα.
Το ξημέρωμα της δεύτερης νύχτας εφτάσαμε στο λιμάνι στα Χανιά. Την ώρα που αποβιβαζόμασταν ένα ραδιόφωνο έλεγε πως εκείνη την ώρα τα γερμανικά στρατεύματα έμπαιναν στην Αθήνα.
Εκτός από τα τραγούδια μας, μαντινάδες και ριζίτικα, τραγουδούσαμε και τα δικά τους τραγούδια:
«Σαν πας στην Καλαμάτα κι έλθεις με το καλό
πάρε μου ένα μαντίλι καλαματιανό.
Καλαματιανέ μου αέρα
που φυσάς νύχτα και μέρα».
Και το άλλο:
«Από την πόρτα σου περνώ
ωραία μου Αιγιώτισσα
κι από τη γειτονιά σου,
κόρη με τις ελιές
και με τα μαύρα μάτια,
τι έχεις κι όλο κλαις;»

Στον χορό πάλι ο Καλαματιανός ήτανε μπροστά-μπροστά. Στο συρτό οι καλύτεροι χορευτάδες ήτανε μια παρέα Παλαιορουματιανοί. Όταν έπιαναν το χορό, χαλούσε ο κόσμος από τα χειροκροτήματα. Εχορεύανε οι δυο πρώτοι, όμορφα, σεμνά, με πολλά τσαλίμια (φιγούρες) με απόλυτο συγχρονισμό, λες κι ένα μυαλό έκανε το χορό.
Για το χορό των Παλιορουματιανών ελέγαμε μια μαντινάδα:
«Όντε βαστούνε στο χορό
Παλιορουματιανάκια
σείεται το στρατόπεδο
απού τα παλαμάκια».
Στην Καλαμάτα δεν προλάβαμε να τελειώσει η εκπαίδευσή μας.
Εφύγαμε για τα σύνορα, μια και οι Ιταλοί κατέλαβαν την Αλβανία και διώξανε τον βασιλιά Ζώγου.
Τη Μεγαλοβδομάδα φύγαμε από την Καλαμάτα. Το Μ. Σάββατο φτάσαμε στη Φλώρινα. Την ημέρα του Πάσχα ψήσαμε τ’ αρνιά στη σούβλα και την επομένη γραμμή για τα σύνορα. Πρέσπα, Κρυσταλοπηγή κ.λπ.
Το πιστοποιητικό μου τύπου Α’ γράφει:. «1939 – 10 Απριλίου, Μετατέθη ΙV συνορ. Τομέα».
Τέτοιες μέρες να μην ξανάρθουνε.

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.