Μουσείο Τυπογραφείας

«Μητρός τε και πατρός…» (1)

• «Τι καλό έκανες για τον πατέρα σου, ώστε να περιμένεις τόσα απ’ το γιο σου;»
(Saadi, Πέρσης ποιητής/στοχαστής, 1184-1292)

«Ο Αλέξης εκείνο το καλοκαίρι της εφηβείας ανακάλυψε για πρώτη φορά τον πατέρα του (2)! Ένα πρόσωπο που ποτέ δεν γνώρισε αφού αυτό σκοτώθηκε στον εμφύλιο, όταν ο ίδιος ήταν δεν ήταν τριών χρόνων! Όταν ο χαλασμός κι η αντάρα κατακάθισαν, όταν οι μαυροφορεμένες γυναίκες έθαψαν τους άνδρες τους, όταν οι χαροκαμένες μάνες αποχωρίστηκαν απ’ τα μικρά παιδιά τους, όταν τα αδέλφια ξενιτεύτηκαν, τότε κυριάρχησε στα βοριοελλαδίτικα μέρη μια περίεργη συνομωτική σιωπή γύρω από τα γεγονότα… Το μόνο που αντιλαμβανόταν ο Αλέξης στον περίγυρό του ήταν κάτι επίφοβες ματιές συνοδευόμενες από μια ασίγαστη επιθυμία για αντεκδίκηση. Οι άλλοι, εκείνοι που «έπραξαν το κακό» εκπατρίστηκαν στο Σιδηρούν Παραπέτασμα, ενώ και πολλοί συγγενείς του Αλέξη κατέφυγαν στις μεγάλες πόλεις φοβούμενοι τα αντίποινα.
«Ο Αλέξης άκουγε πού και πού για τον πατέρα «του» ότι «σκοτώθηκε» σε συμπλοκή ή ότι «χτυπήθηκε» από πίσω! Κι ακόμη, πως τον μεταφέρανε γιομάτο αίματα πάνω σε κάρο στο χωριό, στη μάνα. Μισόλογα δηλαδή (3) που όμως λέγανε το πόσο φτηνή ήταν η ζωή των ανθρώπων στον εμφύλιο. Πιο πολύ διαρκούσαν οι σιωπές των μεγάλων με τα βλέμματα οίκτου πάνω του, αφού κανείς τους, ούτε και η μάνα του ήξεραν να διαχειριστούν τα πένθη τους. Βασίλευε ένας ατέλειωτος πόνος, γόος και λυγμοί στην οικογένεια. Πόσο μάλλον να παρηγορήσουν ένα μικρό παιδί που βίωνε πολλαπλές απώλειες.
«Στα πέντε του, όταν πια ο Αλέξης ένοιωσε αβάσταχτη την έλλειψη του «μπαμπά», αποτόλμησε τη μεγάλη ερώτηση στην πάντα λυπημένη μάνα του: «-και πού είναι τώρα ο μπαμπάς;» Εκείνη άρχισε να κλαίει, χωρίς να του απαντήσει. Τί να του έλεγε; Δεν ξαναρώτησε! Μεγάλωσε στις Παιδοπόλεις, αγωνίστηκε με νύχια και με δόντια να ξεφύγει από τη μοίρα του. Πισωγυρισμός δεν υπήρχε. Κοίταξε να μορφωθεί, να φύγει απ’ το χωριό και το βαρύ παρελθόν του. Έπειτα διορίστηκε καθηγητής στη Μ.Ε., παντρεύτηκε, μεγάλωσε τα παιδιά του που γνώρισαν «παπούδες» μόνο από τη μια  πλευρά, την πλευρά της μάνας τους…
«Για τον Αλέξη το πρόσωπο και η ζωή του πατέρα του συμπυκνώθηκαν σε ένα κάδρο με μια ασπρόμαυρη φωτογραφία- δώρο της μάνας πριν το γάμο του: ο πατέρας, νέος με πυκνό κατάμαυρο μαλλί και πλατύ μέτωπο, με βλέμμα ψυχρό και ύφος αγέλαστο, έδειχνε αξιόλογος άνθρωπος. Με κοστούμι και γραβάτα! Στα αριστερά του, η μάνα, με ένα γλυκό βλέμμα και μια ιδέα χαμόγελου, πικρού χαμόγελου. Νέοι και οι δυο, πρόσφυγες, νιόπαντροι και μελαγχολικοί. Με τα χρόνια έγινε κι ο Αλέξης πατέρας. Και με το φευγιό   των δικών του από τη ζωή, ξανάρχεται συχνά αντιμέτωπος με το παρελθόν. Αναμετριέται με τα ερωτήματα γύρω από τον πατέρα του και τις απαντήσεις που ποτέ δεν πήρε. Ποιος ήταν τελικά «ο μπαμπάς» του, τι έκανε στη ζωή του, ποια ήταν η συμπεριφορά του, ποια η ιδεολογία και η μόρφωσή του; Πώς και γιατί σκοτώθηκε; Πού είναι θαμμένος τώρα; Τίποτε! Ήξερε πολύ καλά ο Αλέξης πως οι Πόντιοι λάτρευαν τον τόπο τους, την Ελλάδα έμαθε όμως πως ταυτόχρονα, αν και υπόφεραν τα πάνδεινα στη ζωή τους, ήταν ευκολόπιστοι στους «λαοπλάνους» της κάθε παράταξης. Γι’ αυτό κι εκείνο το άδικο, το άγριο μακελειό που θέριεψε στα μέρη τους… Τώρα, αραιά και που, ανέβαινε από την Κρήτη στο χωριό σε κανένα γάμο ή θάνατο δικών του. Κάθε φορά επέστρεφε στο νησί με περισσότερα ερωτήματα. Με τα χρόνια, σπίτι πατρικό δεν έμεινε. Υπήρχε μόνο μια μικρή ερειπωμένη μεταπολεμική «πυρήνα» που το κράτος παραχώρησε στους  πρόσφυγες θύματα του εμφυλίου. Μόνη «κληρονομιά» της μάνας του αυτό.
«Σήμερα, οι εικόνες των αγαπημένων προσώπων με τις φωνές που σιώπησαν για πάντα, θαμπώνουν όλο και περισσότερο. Ξέρετε, όταν χάσει κανείς πολύ νωρίς ένα τόσο σημαντικό πρόσωπο, όπως ο πατέρας, δεν έχει πολλά να θυμάται. Ούτε και να νοσταλγεί. Κι ο Αλέξης δεν είχε τίποτε που να του τον θυμίζει. Κι όμως, ένοιωθε βαριά την απουσία του κοντά στις άλλες απώλειες. Η καθημερινότητά του άδειαζε συνεχώς από τις στιγμές που τον δένανε σφιχτά με εκείνα τα αλλοτινά αγαπημένα του πρόσωπα: τη μάνα, τον αδελφό, τον παππού και τη γιαγιά, τους θείους. Θα ήθελε όμως να είχε κι από τον πατέρα του κάποιες στιγμές. Όπως, ας πούμε, το φύτεμα ενός δέντρου ή μιας τριανταφυλλιάς, τον ήχο της φωνής του όταν επέστρεφε από το χωράφι, το κόψιμο των ξύλων για το χειμώνα, το πότισμα του αλόγου, το ανέβασμα στο γάιδαρο για το μύλο, τη βόλτα στην εκκλησία τις Κυριακές, την επιστροφή απ΄την πόλη με τις σταφίδες στην τσέπη, το δειλινό με τα καπνά στον κάμπο, το βλέμμα του. Λίγες εικόνες που όμως τώρα λείπουν, επειδή ποτέ δεν υπήρξαν στη ζωή του…
«Μα, τι άλλο είναι οι συνειρμοί των αναμνήσεων, αν δεν είναι να βλέπεις μια φωτογραφία κι αυτή να σου ξαναζωντανεύει άλλες τόσες; Αντίθετα με τον πατέρα, από τη μάνα του με την οποία ο Αλέξης είχε ζήσει μερικά χρόνια, κρατούσε περισσότερες εικόνες. Ίσως πολύ σκληρές, αλλά μετουσιωμένες σε μια γλυκιά ανάμνηση. Κάθε φορά που τη φέρνει στο νου, ξεχύνονται και πλημμυρίζουν το δωμάτιό του χιλιάδες νοσταλγίες (4).
«Στη μνήμη του Αλέξη οι χρόνοι των γονιών του τρέχουν μεν παράλληλοι, χωρίς όμως ποτέ να συναντιούνται. Ο Αλέξης τακτοποιεί τις εικόνες με τη μάνα του. Με τον «μπαμπά» του όχι, αφού η ύπαρξή του ήταν -και παραμένει- ένα απέραντο κενό εκτός από εκείνη τη μια φωτογραφία του, και μια φωτοτυπία του εθνικού στρατού που αναφέρει στεγνά τον «υπερ πατρίδος» θάνατό του. Α, και το επώνυμό του!»

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

-(1) «Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερον εστίν η πατρίς και σεμνότερον και αγιώτερον και εν μείζονι μοίρα και παρά θεοίς και παρ’ ανθρώποις τοις νουν έχουσιν». (Πλάτων: Κρίτων, 51β.) [Παγκόσμια ημέρα πατέρα: Τρίτη Κυριακή του Ιούνη. -Παγκόσμια ημέρα μητέρας: δεύτερη Κυριακή του Μάη]
– (2) Απόσπασμα από ανέκδοτη συλλογή αφηγημάτων («Τα Παιδοπολίτικα»)
– (3) «… Αιμάσσουσα πληγή το χθες/ Δυνάστης κι ο καιρός
Μένουνε στίγματα/προσώπων και ημερών
μόνο οι φωνές.
Πενήντα χρόνοι αναζήτησης/ με φράσεις επιλόγους:
«-Να σου πω…»,
«-Να, ξέρεις…»,
«Απ’ όσα ξέρω και θυμούμαι…»
Μπάσταρδοι μηκυθμοί ζωής
Δε λένε τίποτε για τη δικαίωσή μας…» [(απόσπασμα), Στ.Γ. Κλώρης, «Η Άλλη Χώρα», Χανιά 2003]
-(4) «Το μόνο που δεν παύει να μας κάνει να υποφέρουμε είναι αυτό που μένει στη μνήμη» (Φρειδερίκος Νίτσε)

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.