Μουσείο Τυπογραφείας

Η Κρήτη και ο πατήρ Αντωνίνος

1867 - 1908

Πρόσφατα έκανε την εμφάνισή του ένα νέο ιστορικό βιβλίο ενός νέου συγγραφέα, του Νίκου Ρούσσου.
Το βιβλίο αυτό μπορούμε να το κατατάξουμε στα ιστορικά, ερευνητικά βιβλία που παρέχουν νέες αδημοσίευτες πληροφορίες σχετικά με τα δραματικά γεγονότα των σφαγών του Ηρακλείου, που έγιναν την 25-26 Αυγούστου του 1898, και τον ρόλο που διαδραμάτισαν οι πρωταγωνιστές εκείνων των σκοτεινών ημερών.
Σε κεντρικό ρόλο πρωταγωνιστή “ο πατέρας Αντωνίνος” καθολικός ιερέας με καταγωγή από την “άλλοτε μεγάλη Ελλάδα, την Σικελία”, ο οποίος βρέθηκε να υπηρετεί την καθολική Εκκλησία του Ηρακλείου την ημέρα της μεγάλης σφαγής.
Ο συγγραφέας ανακάλυψε μέσα σε παλιές, σκονισμένες κασέλες τις κιτρινισμένες χειρόγραφες σημειώσεις του ιερέα Αντωνίνου, καθώς και τις ευχαριστήριες επιστολές από την Ορθόδοξη Αρχιεπισκοπή, από προξένους της τότε εποχής, από την επίσημη Κρητική Πολιτεία και από απλούς ανθρώπους.
Αλληλογραφία γραμμένη σε τρεις η τέσσερις γλώσσες. Άρχισαν να ζωντανεύουν ξανά στα μάτια του οι σκοτεινές αυτές ημέρες της σφαγής και να καταλαβαίνει τη σπουδαιότητα των γεγονότων που περιέγραφε ο ιερέας Αντωνίνος. Εργάστηκε πάρα πολύ χρόνο, και πολύ σκληρά, για να σπουδαιολογήσει, να ταξινομήσει, να μεταφράσει, και μετά να γράψει όλα τα γεγονότα, στιγμή προς στιγμή, όπως τα περιέγραφαν αυτά τα κιτρινισμένα έγγραφα, ώστε ο σημερινός αναγνώστης να καταλάβει και να μεταφερθεί νοερά λες και ζει στο σήμερα τα δραματικά γεγονότα του Αυγούστου του 1898.
Η αφήγηση ξεκινάει από την ημέρα που γεννήθηκε στις 2 Ιανουαρίου του 1836 ο κατά κόσμον Giovanni Cerami. Το επίθετό του οφείλεται σε ένα χωριό της Σικελίας, με ελληνικό όνομα από τον 7ο π.χ. αιώνα: “Κέραμοι”.
Σε ηλικία δεκαοχτώ ετών έγινε μοναχός του τάγματος των Καπουτσίνων και κατά την κούρα το έτος 1854 πήρε το όνομα Αντωνίνος. Μετά από σύντομες περιπλανήσεις σε μοναστήρια της Σικελίας τοποθετείται στις 16 Οκτωβρίου του 1866 στον άγιο Λουδοβίκο της Κωνσταντινούπολης.
Στις 22 Ιανουαρίου του 1867 έρχεται για πρώτη φορά στα Χανιά, όπου αναλαμβάνει να διδάξει την ιταλική γλώσσα στο εδώ μοναστήρι των Καπουτσίνων. Οι μαθητές του είναι 45: Καθολικοί, Ορθόδοξοι Έλληνες, Εβραίοι και Μουσουλμάνοι. Οι καλύτεροι μαθητές του, όπως σημειώνει ο ίδιος, ήταν οι Ελληνες και δύο Εβραιόπουλα, ο Vittore Attias και ο Nissim. Λίγα χρόνια εργάστηκε ως δάσκαλος.
Η Κρήτη βρισκόταν στη δίνη της μεγαλύτερης επανάστασης που είχε γνωρίσει, αυτής του 1866. Οι φόνοι, οι λεηλασίες, οι εμπρησμοί, οι βιασμοί, οι κλοπές, οι καταπατήσεις, οι εκδικήσεις και αντεκδικήσεις ήταν στην ημερήσια διάταξη.
Τρομοκρατημένοι Τούρκοι έφευγαν από τα χωριά για να εγκατασταθούν πάμφτωχοι και γεμάτοι μίσος για τους Χριστιανούς μέσα στην πόλη των Χανίων. Οι ζητιάνοι και οι άρρωστοι είχαν γεμίσει τους δρόμους. Μια φιλόξενη πόρτα που πάντα κάτι είχε να τους δώσει ήταν και η Καθολική Εκκλησία.
Για τον λόγο αυτό το χριστιανικό καθήκον του Αντωνίνου ήταν να ασχοληθεί με τη φιλανθρωπία και το νοσοκομείο που βρισκόταν λίγα μέτρα παρακάτω από την Καθολική Εκκλησία.
Η επανάσταση αυτή είχε άδοξο τέλος στις 25 Ιανουαρίου του 1869. Λίγα χρόνια μετά ο Αντωνίνος εγκαταλείπει τα Χανιά και εγκαθίσταται στη Νάξο.
Αργότερα, στις 8 Νοεμβρίου του 1874 τοποθετείται στο Ηράκλειο της Κρήτης, στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, πίσω από τα ενετικά νεώρια. Και τότε αρχίζει μια πλούσια δραστηριότητα, δημιουργώντας ξενόγλωσσα σχολεία, “Γαλλικές σχολές και σχολές Αρρένων”. Αναστηλώνει ή χτίζει νέους ναούς, αγοράζοντας από τους Τουρκοκρητικούς παρακείμενα οικόπεδα. Ασχολείται με την περίθαλψη αρρώστων και τη φιλανθρωπία.
Οι ειρηνικές και δημιουργικές ημέρες ήταν λίγες. Δεν άργησε να ξεσπάσει νέα και βιαιότερη επανάσταση, αυτή του 1897-1898, η επονομαζόμενη “τυχερή”.
Οι ορεσίβιοι Κρητικοί, πεινασμένοι, ταπεινωμένοι, ξεγελασμένοι από ψεύτικες συμφωνίες ζητούν εκδίκηση, με βίαιο και ακραίο τρόπο. Και ο Αντωνίνος περιγράφει ανάγλυφα στις σημειώσεις του την αναρχία που απλώνεται σε όλο το νησί. Η κατάσταση όπως έχει διαμορφωθεί είναι χειρότερη από την κατάσταση που επικρατούσε στην προηγούμενη επανάσταση. Επαναλαμβάνονται ακριβώς ίδια και χειρότερα γεγονότα: Φόνοι, εμπρησμοί, κλοπές, καταπατήσεις, εκδικήσεις και αντεκδικήσεις δημιουργούν ένα ηλεκτρισμένο κλίμα που ανά πάσα στιγμή μπορεί να εκραγεί, με ανεξέλεγκτες συνέπειες.
Φοβισμένοι Τουρκοκρητικοί εγκαταλείπουν τα χωριά και ζητούν πάμφτωχοι, άρρωστοι, πεινασμένοι, και γεμάτοι μίσος για τους Χριστιανούς, την προστασία του Τουρκικού στρατού. Μέσα στις πόλεις ο μουσουλμανικός πληθυσμός σχεδόν διπλασιάζεται.
Οι δρόμοι του Ηρακλείου γεμίζουν από ζητιάνους Χριστιανούς και Μουσουλμάνους που επαιτούν.
Η καθολική Εκκλησία και ο ιερέας Αντωνίνος προσπαθεί κι αυτός με τη σειρά του, ζητώντας από τη Ρώμη, τα προξενεία, τους στόλους των μεγάλων δυνάμεων, βοήθεια για τους πεινασμένους. Οργανώνει συσσίτια κι ό,τι άλλο μπορεί να απαλύνει τον πόνο των χιλιάδων δυστυχισμένων που περιφέρονται στους δρόμους. Αλλά δεν ξεχνά και τα αυξημένα εκκλησιαστικά του καθήκοντά εξαιτίας των πολυάριθμων ξένων στρατιωτών που είχαν κατακλύσει τα Χανιά και το Ηράκλειο.
Το κακό δεν άργησε να γίνει την Τρίτη 25 Αυγούστου 1898 και ώρα 1 και 30 το μεσημέρι, όταν ένα απόσπασμα από 20 Σκωτσέζους στρατιώτες προσπαθεί να εγκαταστήσει Χριστιανούς υπαλλήλους στα φορολογικά γραφεία, στο κτήριο του τελωνείου στο Ηράκλειο.
Εκεί σπεύδουν και 2.000-3.000 Βασιβουζούκοι, δηλ. άτακτοι οπλισμένοι Τουρκοκρητικοί, για να εμποδίσουν τους Βρετανούς στην ενέργειά τους αυτή. Αρχισαν οι πρώτοι πυροβολισμοί, οι οποίοι μετατράπηκαν σε εχθροπραξίες. Ακολούθησε απόβαση του Βρετανικού Ναυτικού και ανταλλαγή πυρών.
Η θέση των Βρετανών στρατιωτών στην αρχή ήταν αμυντική και εκμεταλλευόμενοι την κατάσταση αυτή, ο τουρκικός όχλος άρχισε τις σφαγές, τις λεηλασίες, και τους εμπρησμούς, σε όλο το Ηράκλειο.
Αλλόφρονες οι Χριστιανοί έτρεχαν να προφυλαχτούν από τους οργισμένους Βασιβουζούκους και τις φωτιές. Πολλοί κατέφυγαν στην καθολική Εκκλησία που ήταν υπό την προστασία της Γαλλίας. Αλλοι κατέφυγαν στο αγγλικό προξενείο για να προφυλαχτούν.
Ο όχλος, όμως, όρμησε στο προξενείο, έσφαξε τους ναύτες που το φρουρούσαν μαζί και τον Αγγλο πρόξενο Καλοκαιρινό.
Ο όχλος κατευθύνεται τώρα στην καθολική Εκκλησία και ζητά τους Χριστιανούς που κρύβονται μέσα. Βρήκε μοναχό φρουρό τον ιερέα Αντωνίνο να εμποδίζει τους αφιονισμένους Βασιβουζούκους να μπουν μέσα, διακινδυνεύοντας την ζωή του. Ο όχλος φεύγει χωρίς να πειράξει κανέναν. Από θαύμα ή από φόβο; Σε λίγο άρχισε ο κανονιοβολισμός των πλοίων προς την μουσουλμανική συνοικία. Τα γεγονότα που ακολούθησαν ήταν δραματικά.
Οι υπαίτιοι της σφαγής Βασιβουζούκοι συνελήφθησαν από τους Άγγλους και οδηγήθηκαν σε Στρατοδικείο. Βασικοί μάρτυρες κατηγορίας στο Στρατοδικείο ήταν οι καθολικοί μοναχοί. Οι βαρύνουσες καταθέσεις τους και οι καταθέσεις άλλων για ό,τι συνέβη σε αυτό το δραματικό τριήμερο είχε σαν αποτέλεσμα την καταδίκη των πρωταιτίων σε θάνατο. Ακολούθησε η εκτέλεση και ο απαγχονισμός τους. Το σπουδαιότερο όμως ήταν ότι κρίθηκε ο τουρκικός στρατός έκπτωτος. Και έτσι χάριν των φανερών και αφανών ηρώων ανέτειλε η ελευθερία στην Κρήτη.
Ο π. Αντωνίνος τοποθετείται και πάλι στα Χανιά. Έτυχε πολλών ευχαριστιών και επαίνων. Από τον αρχιεπίσκοπο Κρήτης Ευμένιο, την Κρητική Πολιτεία, τους προξένους, αλλά και από απλούς ανθρώπους, για τη διάσωση Χριστιανών κατά τις ημέρες των σφαγών στο Ηράκλειο.
Μεταξύ των διασωθέντων από τον π. Αντωνίνο ήταν και ο Αριστείδης Στεργιάδης, ο μετέπειτα τοποθετηθείς ως διοικητής της Σμύρνης από τον Βενιζέλο.
Στα Χανιά ο Αντωνίνος συνέχισε το φιλανθρωπικό και εκπαιδευτικό του έργο. Πρωτοστάτησε στην οργάνωση των σχολείων και ιδιαίτερα της Γαλλικής Σχολής, που τόσα έχει προσφέρει στην πόλη των Χανίων και του Ηρακλείου. Αφησε την τελευταία του πνοή στις 25 του Μάρτη του 1908 στα Χανιά και ετάφη στο Φράγκικο Νεκροταφείο με πάνδημη συμμετοχή. Τον επικήδειο εκφώνησε ο συναγωνιστής του Βενιζέλου, Κων. Φούμης.
Σε δρόμο του Ηρακλείου δόθηκε το όνομα του πατρός Αντωνίνου, για να μας θυμίζει την ταπεινή παρουσία του στη γη της Κρήτης.

*Μαθηματικός

Και λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Νικόλαος Ρούσσος γεννήθηκε στη Σύρο το 1972. Μαθήτευσε στο ιστορικό Α’ γυμνάσιο Ερμούπολης και πρώτο γυμνάσιο της Ελλάδας. Μετά το Λύκειο στη Σύρο, σπούδασε φιλοσοφία στη Ρώμη και στη συνέχεια θεολογία στη Βερόνα και στην Βενετία. Στην τελευταία πόλη, παράλληλα με τις πανεπιστημιακές σπουδές, εργάστηκε για τρία χρόνια ως βοηθός βιβλιοθηκάριος στην “Λαυρεντιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας”. Επίσης, ερεύνησε στα αρχεία της Ρώμης και της Βενετίας και δημοσίευσε διάφορες μελέτες ιστορικού περιεχομένου, με έμφαση στην παρουσία της Καθολικής Εκκλησίας στον ελληνικό χώρο κατά την Βενετοκρατία και την Τουρκοκρατία. Το 1994 έγινε μοναχός στο τάγμα των Φραγκισκανών Καπουτσίνων.
Με απόφαση των προϊσταμένων του τάγματος, ήλθε στα Χανιά το 1999, στην εδώ μόνη των Καπουτσίνων, όπου ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα. Είναι υπεύθυνος του ιστορικού αρχείου της Καθολικής Επισκοπής Κρήτης και βιβλιοθηκάριος της Μονής των Καπουτσίνων στα Χανιά.

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.