Μουσείο Τυπογραφείας

ΑΠΟ ΤΗ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ ΜΑΣ

Κυριακή της Τυροφάγου (10/3), και Καθαρή Δευτέρα (11/3), στον Τόπο μας!

Α’ Μέρος

Αγαπητοί αναγνώστες
Καλές Απόκριες και Καλή Σαρακοστή!


– Δεν του “κολλάει” του συντάκτη αυτής της στήλης, να ‘χουμε -συν Θεώ- μεθαύριο (10/3) την Κυριακή της Τυρινής, και την επομένη: την Καθαρή Δευτέρα (11/3) με τα τόσα λαογραφικά τους. Δηλαδή: Τον λαογρ. πλούτο των γονιών και των παππουδογιαγιάδων μας, π’ έχομε χρέος να τον μεταδώσουμε, να τον κληροδοτήσουμε κι εμείς, στα παιδόγγονά μας. Τους λέμε λοιπόν, απόψε, καθώς χαιρόμαστε τη ζεστασιά του τζακιού ή της σόμπας μας; πώς φτάσαμε στην τελευταία Κυριακή του Τριωδίου!
Αυτήν την τέταρτη Κυριακή, τη λέμε Τυρινή, κι εμείς, όπως και σ’ όλον τον Ελλαδικό, πιστεύω, χώρο, γιατί κύριο άρτυμα είναι το τυρί, κι ό,τι παράγεται από το γάλα.
Λέγεται και μακαρωνού για τα μακαρόνια, ή τα λαζάνια που μαγειρεύουν!
Σε πολλά χωριά της Δυτικής Κρήτης, κι ιδίως στον Πελεκάνο, ετοιμάζουν απαραίτητα και κατημέρια, το βράδυ της τυρινής αποκριάς, ένα είδος καλιτσουνιών με πολλή μυζήθρα.
Αλλά για τούτη ιδιαίτερα τη μέρα, και γενικά για τις Απόκριες, έχουμε πολλά να πούμε. Τόσα στ’ αλήθεια, που σκέφτεσαι τι να πρωτοθυμηθείς και λογαριάζεις τι να μην ξεχάσεις!
Σε μερικά όμως, οι άνθρωποι του τόπου μας, είναι ιδιαίτερα δεμένοι, όπως στα παρακάτω:
α) Τα Σάββατα των τριών τελευταίων βδομάδων: “τση Κρέτινης, τση Τυρινής, τση Πρώτης εβδομάδας (ενν. των Νηστειών)”, οι γυναίκες δεν λούζονται και δεν καλλωπίζονται, γιατί, κατά που λέει η πατρογονική κατάρα, όσες δεν υπακούουν είναι αφορισμένες!
“- Ανάθεμα ‘που λούστηκε, τούτα τα τρία Σαββάτα,
το Κρέτινο, το Τυρινό, τση Πρώτης Εβδομάδας.
Κι’ απού λουστεί και χτενιστεί και λόγο δεν πιστέψει
όντε λαμπροφορέψουνε, να μην λαμπροφορέψει”
και πίσω απ’ αυτό το τετράστιχο, ακολουθεί μια τραγική ιστορία, που δικαιολογεί το μεγάλο λόγο της.
β) Τα Σάββατα των Τριών αυτών βδομάδων, “τση Κρέτινης, τση Τυρινής, τση Πρώτης εβδομάδας”, τα λέμε Ψυχοσάββατα. Οι νοικοκυρές ετοιμάζουν κόλλυβα και μαζί με κρασί τα πηγαίνουν στην εκκλησία. Μετά τις αιτήσεις για τις ψυχές των πεθαμένων μας, τα μοιράζουν έξω στο εκκλησίασμα. Μέρες αφιερωμένες στους νεκρούς -τούτα τα Σάββατα- δεν αφήνουν περιθώρια για λουσίματα και καλλωπισμούς, όπως τον υπόλοιπο χρόνο. Εξήγηση και για την παραπάνω δεισιδαιμονία που ριζωμένη καθώς είναι δεν την καταπατεί στον τόπο μας, καμιά γυναίκα!
γ) Αν φταρνιστεί κανείς στ’ αποκριάτικο τραπέζι, το θεωρούν για κακό. (Ξενιτειά γή θάνατος, λέει η γριά και… στενοχωριέται).
δ) Τα ψίχουλα του ψωμιού του τραπεζιού της τελευταίας αποκριάς, τα φυλάγουν τα κορίτσια, για να τα βάλουν το βράδυ στο μαξιλάρι τους, κι ίσως ονειρευτούν ποιoν θα πάρουν!
ε) Στ’ αποκριάτικα τραπέζια, της τελευταίας ιδίως Κυριακής, τα φαγητά δεν σηκώνονται όλη μέρα κι ως τα μεσάνυχτα το τραπέζι δεν ξεστρώνεται.
στ) Στ’ αποκριάτικα τραπέζια, δεν τρώνε μόνοι τους, οι άνθρωποι του σπιτιού. Φέρνουν κι άλλοι συγγενείς και φίλοι τα φαγητά τους κι έτσι γίνεται μια συντροφιά μεγάλη όπου εύκολα δημιουργείται κέφι και γλέντι, που κρατά ως το ξημέρωμα. Απόψε, ιδιαίτερα της Τυρινής το βράδυ, θα παιχτούν παιχνίδια, θα γίνουν αστεία, θα χορευτούν χοροί, μέχρι κι “αράπικος”, και θα τραγουδήσουν μαντινάδες και τραγούδια αστεία και κάπου κάπου… ελευθερόστομα, μια και “το καλεί η βραδιά” κι’ αφού:
“- Τσι μεγάλες Αποκρές, κουζουλένουνται κι οι γρές!” κατά που λέει ο χαρακτηριστικός παροιμιακός λόγος.
– Ας ξανάρθουμε όμως στο τραπέζι της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς, της Τυρινής, δηλ. απ’ όπου ανοίξαμε τούτη τη μεγάλη παρένθεση για το αποκριάτικο γλέντι.
Τούτο το κέφι, θ’ αποκορυφωθεί απόψε με τους μασκαράδες! ζ) Από τις γριές και τους γέροντες των χωριών μας, που ρωτήσαμε, μάθαμε πώς: Μασκαράδες ντύνονται: νέοι και νέες, άντρες, γυναίκες και παιδιά. Οι μικρότεροι, τη μέρα, οι μεγαλύτεροι τα βράδια των Αποκράδω, και πιο πολύ τις τελευταίες Απόκριες.
Συνήθως οι κουκούγεροι (άλλη ονομασία των μεταμφιεσμένων στον τόπο μας) παριστάνουν γέρους και γριές, με το απαραίτητο τυρί (=καμπούρα), στην πλάτη, έγκυες γυναίκες προχωρημένης εγκυμοσύνης, και άλλα σχετικά θέματα, πάντα αντίθετου φύλου.
Τις μασκάρες ή μουτσούνες ετοιμάζουν από καιρό, με δέρμα (προβιά) λαγού ή κουνελιού συνήθως. Κάποτε, πιο παλιά, μας είπαν, χρησιμοποιούσαν το μπλε σκληρό χαρτί περιτυλίγματος των μακαρονιών, μ’ ανάλογη διακόσμηση, τρυπήματα για τα μάτια, μύτη, στόμα, ή κι από άλλα πρόχειρα υλικά… Αλλοι φορούν παλιά ρούχα, ανάποδα!
Απαραίτητα ήταν και τα κουδούνια, σε διάφορα μεγέθη και είδη, όπως: λέρια, καμπανέλλια, μεσόλερα, σκλαβέρια κ.λπ. που κρεμνούσαν στη μέση τους, μπρος και πίσω, οι μασκαράδες, και που με ρυθμικές κινήσεις έπαιζαν αρμονικά και συνόδευαν τα βήματά των! Τα κουδούνια αυτά, υπήρχαν σ’ όλα τα σπίτια των χωριών μας, με την πλούσια, τότε, κτηνοτροφία, γιατί σήμερα, όλο και λιγοστεύουν “τα λέρια” και τα πρόβατα, οι βοσκοί και τα κατσίκια!
Στα χέρια των, οι μασκαράδες, κρατούσαν χοντρά ραβδιά, τις χουρχούδες, και μ’ αυτά έκαναν κινήσεις και χειρονομίες τέτοιες, σαν να φοβέριζαν τους περίεργους ή τους έτοιμους να τολμήσουν να τους ξεμουρώσουν, να τους ξεμασκαρώσουν δηλαδή, για να τους γνωρίσουν!
Να τους τώρα, συντροφιές – συντροφιές. Πηγαίνουν στα συγγενικά και λοιπά σπίτια του χωριού, χαιρετούν με νοήματα, κάνουν αστεία και τούμπες, φοβερίζουν, παίρνουν προσεκτικά το προσφερόμενο κέρασμα στο καλαθάκι των, γιατί δεν μπορούν να το φάνε, χτυπούν συνέχεια τα χουρχουδοράβδια των ρυθμικά και τέλος, φεύγουν, για άλλο σπίτι!
Ολοι, ωστόσο, βγαίνουν στους δρόμους και στα σοκάκια, για να δουν τις συντροφιές των μεταμφιεσμένων, να λογαριάσουν ποιoς είναι και τέλος να συμμαζευτούν στο πιο ευρύχωρο σπίτι ή καφενείο, όπου το γλέντι κι ο χορός θα συνεχιστούν με πολύ κέφι!
Εδώ, ανάμεσα στ’ άλλα στιχάκια, θα τραγουδήσουν και τα επίκαιρα τούτα:
“- Φεύγει και πα η Αποκρά, πάνε και τα ποτήρια,
και μπαίνει η Σαρακοστή, μ’ ελιές και με κρομμύδια!”
“- Φεύγουνε και οι γι’ Αποκρές, πάνε κι οι Τυρινάδες’
και μπαίνει η Σαρακοστή με τσι εφτά βδομάδες”
κι ύστερα, με τις γλυκόσυρτες Μεραμπελιώτικες και Μαλεβυζιώτικες κοντυλιές, θα τραγουδήσουν ντέρτια και καημούς, σεβντάδες και μεράκια και πάθια της καρδιάς, με λυμένη πια τη γλώσσα τους, μάγια που τα ‘χεις Κισαμίτικο κρασί!, π’ απόψε τόσο τους δρόσισες όλους!
Ατέλειωτα είναι και τ’ αστεία αποκριάτικα τραγούδια με τις μαντινάδες τους, π’ ως τα ξημερώματα θα τραγουδούν!
Ομως τούτη η συντροφιά, αυτό τ’ ανθρώπινο δυναμικό, το χαιρόμαστε, γιατί ξέρει να διασκεδάσει, να χαρεί, να κάνει κέφι, χωρίς καθόλου να ξεφεύγει από το μέτρο και “το πρεπό”, ορισμός και κανόνας πατροπαράδοτος, από την “αθρωπιά” τση Κρήτης!

Συνεχίζεται

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.